Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Σαντορίνη....


Είχε αποφασιστεί από όλη την παρέα. Όλες ήθελαν νησί φέτος και οι τρεις. Οι ζέστες είχαν σφίξει για τα καλά, οπότε τι καλύτερο από το να πάνε στη Σαντορίνη....
Αφού το αποφάσισαν, είπαν να το ανακοινώσουν και στη Δήμητρα, αλλά υπολόγιζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Η Δήμητρα δεν ήθελε ν’ ακούσει για Σαντορίνη. Είχε πάει κάποτε και το μόνο που της είχε μείνει ήταν μια πικρή γεύση από εκείνες τις διακοπές. Δεν κατάφεραν να την πείσουν. Το υποψιάζονταν ότι ίσως να έλεγε όχι, αλλά διάβολε, είχαν περάσει χρόνια.
Ήταν η πρώτη φορά που ήρθε ρήξη στη σχέση τους. Έκαναν παρέα από το λύκειο. Η Αντιγόνη, η Μαρία, η Βάσω και η Δήμητρα. Υπήρχε καλή χημεία ανάμεσά τους και μέχρι να τελειώσουν με το σχολείο και τα διαβάσματα, η φιλία τους είχε γίνει βράχος. Δεν θα άφηναν αυτό το γεγονός να τους τη χαλάσει. Το συζήτησαν και κατέληξαν να κάνουν χώρια τις διακοπές τους χωρίς κακία και τσακωμούς. Εξάλλου δεν είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Κάποια στιγμή θα διαφωνούσαν, τι ποιο λογικό; Έκλεισαν ξενοδοχείο, εισιτήρια και επιβιβάστηκαν στο πλοίο για το ταξίδι. Η Δήμητρα από την προβλήτα τους χαμογελούσε χαιρετώντας. Δεν τους κράταγε μούτρα. Ήξερε πόσο πολύ το ήθελαν να πάνε που δεν βάσταγε η καρδιά της να τις φέρει σε δύσκολη θέση. Τι έφταιγαν εκείνες, επειδή η ίδια είχε πρόβλημα;
Αφού το πλοίο απομακρύνθηκε από το λιμάνι, γύρισε να φύγει για να πάει στο πάρκιν να πάρει το αυτοκίνητο. Σ’ αυτή τη μικρή διαδρομή, ήρθαν όλα τόσο ζωντανά στο μυαλό της, που για μια στιγμή σταμάτησε το περπάτημα για να δει που βρίσκεται. Τόσα χρόνια και λες και ήταν χθες που μες το πλοίο για Σαντορίνη γνώρισε τον Αλέξη.
Η θάλασσα ήταν γαλήνια και έκανε ζέστη. Σκέφτηκε, τότε, να πάει στο μπαρ του πλοίου να πάρει κάτι δροσερό να πιει. Την ώρα που πήρε το χυμό στα χέρια της κι έκανε να γυρίσει, έπεσε πάνω του, με αποτέλεσμα ο μισός χυμός να χυθεί στο μπλουζάκι του. Έμεινε να κοιτάζει το λεκέ με το στόμα ανοιχτό. Όταν κατάλαβε τι έγινε, ψέλλισε ένα «Συγγνώμη...» και τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος στην αρχή ξαφνιάστηκε, στη συνέχεια όμως της χαμογέλασε. «Δεν τρέχει τίποτα.... με δρόσισες!», της είπε. «Με την ευκαιρία...Αλέξης.», της συστήθηκε. Ούτε το όνομά της δεν θυμόταν να πει, «Εεεε...Δήμητρα....». Από εκεί και μετά ξεκίνησαν όλα.
Έκαναν παρέα μέχρι να φτάσουν στο νησί. Από καθαρή τύχη είχαν κλείσει δωμάτια στο ίδιο ξενοδοχείο. Τα πρωινά έπαιρναν το πρωινό τους εκεί και μετά κατέβαιναν στις παραλίες για μπάνιο. Έτρωγαν στα ταβερνάκια, έκαναν βόλτες είτε με τα πόδια είτε με τα γαϊδουράκια. Οι μέρες πέρναγαν και οι δύο τους φαίνονταν τόσο, μα τόσο, ερωτευμένοι.... λες και βρίσκονταν ναυαγοί σε εξωτικό νησί, μέχρι την αποφράδα μέρα που ήρθε ο πατέρας του για να τον πάρει.
Τι περίμενε δηλαδή; Ήταν και οι δυο τους δεκαοχτώ χρονών. Η ζωή τώρα ξεκινούσε για αυτούς. Η Δήμητρα ήταν πρωτοετής στο πανεπιστήμιο της νομικής, ο Αλέξης σπούδαζε στην Αμερική οικονομικά.... Αντάλλαξαν τηλέφωνα, διεύθυνσης, αλλά η ζωή είχε προγραμματίσει άλλα πράγματα γι’ αυτούς. Ούτως ή άλλως οι αποστάσεις ήταν τεράστιες, τα χρόνια πολλά και εκείνος δεν άντεχε να περιμένει.....

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ο Χειμώνας


Ο καιρός είχε αλλάξει. Από το προηγούμενο βράδυ η θερμοκρασία είχε πέσει κατά πολύ και τα άσπρα σύννεφα που είχαν μαζευτεί, ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν τη χιονόπτωση. Ο Κώστας το ήξερε καλά αυτό. Από στιγμή σε στιγμή θα άρχιζε να χιονίζει και είχε προετοιμαστεί κατάλληλα. Ολόκληρο το καλοκαίρι δούλευε για αυτές τις μέρες. Ανέβηκε στο βουνό και έκοψε ξύλα, τα τεμάχισε και γέμισε την αποθήκη. Έφτιαξε στην σκεπή τα κεραμίδια που είχαν σπάσει από τον προηγούμενο χειμώνα και είχε φροντίσει να γεμίσει τον καταψύκτη με κρέατα και λαχανικά. Βέβαια, δεν ξέχασε να γεμίσει τα ράφια στο κελάρι με κονσέρβες, παστό, ελιές και ότι άλλο ήταν δυνατό, γιατί πάντα υπήρχε το ενδεχόμενο του αποκλεισμού από τον υπόλοιπο κόσμο, αν η χιονόπτωση κράταγε κανά δύο μέρες.
Φυσικά και υπήρχαν τα εκχιονιστικά μηχανήματα, αλλά ο κρατικός μηχανισμός ποτέ δεν λειτουργεί όταν τον χρειάζεσαι. «Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά.»: του έλεγε η γιαγιά του, όταν ήταν μικρός και πάντα προσπαθούσε να τηρεί αυτή την συμβουλή. Του είχε βγει πολλές φορές σε καλό. Μια φορά την αγνόησε και την πάτησε. Ήταν τότε που είχε έρθει ο διορισμός του και έπρεπε να μετακομίσει από την Αθήνα, βόρεια, σε εκείνο το μικρό χωριό πάνω σε ένα βουνό. Είχε κατά ενθουσιαστεί, γιατί οι ρυθμοί της πόλης τον είχαν κουράσει και έβλεπε όλη αυτή την αλλαγή καταλυτική.
Βρήκε σπίτι, μετακόμισε τα πράγματά του από εκείνη την άθλια γκαρσονιέρα που έμενε τα τελευταία δύο χρόνια και μέσα στο καλοκαίρι εγκαταστάθηκε για τα καλά στο χωριό. Ένιωθε ανανεωμένος και γεμάτος ενέργεια. Έκανε περιπάτους στο βουνό, ανάμεσα στα δέντρα, βόλτες κατά μήκος του ποταμού, χαζεύοντας τα κρύα νερά του, που ποιος ξέρει από ποια μέρη πέρναγε, μέχρι να καταλήξει στην θάλασσα. Πήγαινε στο καφενεδάκι για καφέ το πρωί και έτρωγε στο ταβερνάκι της πλατείας μεσημέρι, βράδυ. Παντού υπήρχε πράσινο, ηρεμία, γαλήνη και για καλοκαίρι η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή και ευχάριστη. Ο ίδιος ήταν χαρούμενος και ξεκούραστος.
Οι άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο δεν είχαν καμία σχέση με όσους είχε γνωρίσει κατά καιρούς στην πόλη. Ήταν φιλόξενοι και ευγενικοί. Όλοι τον είχαν καλωσορίσει και τον είχαν βοηθήσει να εγκατασταθεί. Έκανε και μερικές καλές φιλίες. Ο Γιάννης με τον Μάρκο, δύο συνομήλικοί του, τον είχαν βάλει στην παρέα τους. Έρχονταν να τον πάρουν είτε για καφέ είτε για φαγητό. Μαζί τους είχε ανέβει στο βουνό, ψηλά στο καταφύγιο. Επειδή έκανε αρκετό κρύο το βράδυ, άναψαν το τζάκι για να ζεσταθούν και με την ευκαιρία έψησαν και μερικές μπριζόλες για να φάνε. Μέχρι το ξημέρωμα, άκουσε σχεδόν όλες τις ιστορίες για το βουνό και το ποτάμι.
Έτσι πέρασε το καλοκαίρι και άρχισαν σιγά σιγά τα πρώτα κρύα. Ο Γιάννης τον είχε προειδοποιήσει πολλές φορές για το δριμύ κρύο του χειμώνα. Του ζήτησε να τον βοηθήσει να μαζέψει ξύλα, τρόφιμα, μαζί με τον Μάρκο, για να κάνει απόθεμα. Αλλά ο Κώστας δεν τους είχε πάρει στα σοβαρά. Καλά χωριό ήταν, αλλά σιγά να μην ήταν δύσκολο να βρει προμήθειες.... θα κατέβαινε στην πόλη ανά τακτά χρονικά διαστήματα και αυτό ήταν όλο. Πόσο αφελής είχε σταθεί.... Το χιόνι είχε ξεπεράσει το ένα μέτρο και εκείνος είχε αποκλειστεί μέσα στο ίδιο του το σπίτι με ελάχιστα ξύλα και τρόφιμα. Αν δεν ήταν οι φίλοι του, που με πολύ κόπο προσπάθησαν να ανοίξουν δρόμο ως εκεί για να τον βοηθήσουν, ίσως να μην τα είχε καταφέρει και να είχε πεθάνει από το κρύο. Έγιναν αχώριστοι.... Από τότε και μετά όλο το καλοκαίρι φρόντιζε να είναι έτοιμος για κάθε δύσκολο ενδεχόμενο.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Τώρα τα πήρα όμως........

Τι θέλω και μιλάω...... Καλά λένε ότι η σιωπή είναι χρυσός.... Υπάρχουν στιγμές, όμως, που πρέπει να τα πεις γιατί θα σκάσεις. Αν δεν το κάνεις ,θα σε πάρουν μπάλα τα γεγονότα και μετά άντε να σηκώσεις το ανάστημά σου και να πεις αυτό που σου την δίνει και που σε πειράζει.
Είμαι παρορμητική, δύσκολη, κυκλοθυμική, έχω τις ώρες μου και γενικότερα δεν είμαι ο ευκολότερος άνθρωπος στον κόσμο. Έχω όμως ξεκαθαρίσει τη θέση μου και σε κάποια πράγματα είμαι Αυτή και δεν έχω σκοπό να αλλάξω, ούτε να συμβιβαστώ. Να βοηθήσω ναι, αλλά να κουνίσουν και οι άλλοι τον απαυτό τους και να μην περιμένουν να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα και να πάρουν αυτοί τα εύσημα..... μόνο και μόνο επειδή μου προσφέρουν μερικά πράγματα.... που στην πραγματικότητα δεν τα είχα και ανάγκη.....
Εγώ βολεμένη ήμουνα, αλλά είπα να βοηθήσω την κατάσταση και εντάξει, αφού μπορούσα να κάνω και για μένα κάτι επιπλέον, δεν έβλεπα το λόγο γιατί όχι.... Και τώρα έμπλεξα και καλά να πάθω, αλλά δεν μπορώ να το αφήσω έτσι. Δεν μπορώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό.... και ξέρω ότι ούτε αυτό θα με βοηθήσει.... Περισσότερο έξαλλη θα γίνω.... δεν θα βγάλω άκρη και θα φανώ και κακιά.....
Εντάξει, ίσως και να είμαι κακιά, αλλά δεν γουστάρω να με καβαλάνε. Μέχρι εκεί που θέλω εγώ και όχι όσο θέλουν οι άλλοι. Θέλω να έχω επιλογές, να μπορώ να κινηθώ, να μπορώ να έχω εναλλακτικές..... Ζητάω τα ακατόρθωτα δηλαδή; Είπα εγώ ποτέ ότι είμαι δεδομένη; Θέλω να έχω το χώρο μου, τον χρόνο μου και τη ζωή μου και να μη φορτώνομαι σε κανένα.... αλλά μην μου φορτώνεσαι και εσύ..... Εγώ τα όριά μου τα ξέρω, καιρός να μάθεις και εσύ τα δικά σου όρια και να με ξεφορτωθείς...... Φτάνει πια.... Τέλος!

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ο χειμώνας μπορεί να άργησε, τα κάστανα όμως είναι εδώ...


Αφού η μέρα χθες ήταν τόσο όμορφη και ηλιόλουστη είπαμε να πάρουμε το δρόμο και να ανέβουμε στο βουνό για να μαζέψουμε κάστανα. Καλά διαβάσατε, για πρώτη φορά στη ζωή μου μάζεψα κάστανα και το κατά ευχαριστήθηκα παρακαλώ....

Τόση γαλήνη.....

Τόση ομορφιά.....

Απίθανα χρώματα....
Δεν ξέρεις που να πρωτοκοιτάξεις.... χαμηλά....
...ή ψηλά.....

και τα κάστανα διάσπαρτα στο χώμα....

Να και η φιλενάδα μου που μου δείχνει το δρόμο για τα καλά τα κάστανα.
Όταν είσαι άπειρος σε ξέρα θα πέσεις. Ο κόσμος γεμάτος και εγώ ψάχνω εκεί που δεν έχει,

γιατί το μυαλό μου είναι στο τοπίο και στη θέα του πράσινου που με μάγεψε....

Και άλλοι που μαζεύουν. Αυτοί είναι είτε ντόπιοι είτε από άλλες περιοχές που μετά τη συγκομιδή τα πουλάνε στις λαϊκές.

Εγώ το βιολί μου.... χαζεύω κάτω....

.......τριγύρω.......

πάνω........

Στο τέλος όμως δικαιώθηκα..... πολλά μαζεμένα κάτω από ένα δέντρο...

...και τι μεγάλα, αλλά τώρα πως τα βγάζεις από εκεί μέσα χωρίς να σε τσιμπίσουν τα αγκάθια που έχουν απέξω;

Τελικά τη βρήκα τη λύση. Αυτό το ξυλαράκι με έσωσε.....

Οι ώρες πέρασαν.... και μέχρι και ο Joe εξουθενώθηκε.... Ούτε να ξανακούσει για κάστανα δεν θέλει.....
Αυτά κατάφερα να μαζέψω, μέσα σε τρεις ώρες.....
Πλάκα πλάκα γύρω στα έξι κιλά ήταν.

Και φυσικά μόλις κατεβήκαμε κάποια τα βράσαμε

και κάποια τα ψήσαμε....
Όχι όλα..... Θα στείλω και στη μαμά στην Αθήνα, βέβαια.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

ΖΩΗ


Τα ταβερνάκια γύρω από τη λίμνη, στο πάρκο, ήταν κατάμεστα από θαμώνες. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και ο κόσμος είχε γυρίσει πια από τις καλοκαιρινές διακοπές. Η βροχή δεν είχε πολλή ώρα που είχε σταματήσει και υπήρχαν άνθρωποι που έκαναν περίπατο στα ειδικά διαμορφωμένα μονοπάτια, ανάμεσα στα δέντρα. Άλλωστε το κρύο θα αργούσε πολύ να έρθει ακόμα. Έτσι η νύχτα ήταν αρκετά γλυκιά για περίπατο. Όλοι φαίνονταν χαρούμενοι. Όλοι, εκτός από τη Ζωή. Εκείνη περπάταγε κατά μήκος της λίμνης και χάζευε τα φώτα και τα κτίρια που αντικατοπτρίζονταν μέσα σε αυτή. Τα ψάρια έπλεαν μέσα στο νερό ψάχνοντας για τροφή και οι πάπιες έκαναν τις τελευταίες βουτιές πριν βγουν στη στεριά για να κοιμηθούν. Ήθελε να είναι όπως τα ψάρια. Να κολυμπά και να ψάχνει για τροφή και να μην την νοιάζει τίποτα άλλο. Να μην κρυώνει, να μην νυστάζει και προπαντός να μην σκέφτεται. Να μην σκέφτεται πως είχε καταλήξει η ζωή της έτσι.
Είχε βγει για να τον ψάξει. Μήπως και έβλεπε τη μορφή του πουθενά. Γύρω από τη λίμνη, ανάμεσα στα τραπέζια... Ανάμεσα σε όλο αυτό τον κόσμο που είχε βγει για να διασκεδάσει. Περπατώντας, έφτασε και στο ταβερνάκι που συνήθιζαν να τρώνε οι δύο τους τα βράδια. Φαινομενικά δεν είχε αλλάξει τίποτα. Το τραπέζι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στη λίμνη, ήταν πιασμένο από ένα ζευγάρι που έδειχνε πολύ ευτυχισμένο. Τις περισσότερες φορές φρόντιζαν να έρθουν νωρίς, για προλάβουν να καθίσουν εκείνοι εκεί. Το αγαπημένο τους τραπέζι....
Κοντοστάθηκε στην είσοδο και κοίταξε μέσα. Ήταν σαν να έβλεπε τους δυο τους να τρώνε, να συζητάνε, να αγγίζονται, να κοιτάζονται στα μάτια... να γελάνε ξένοιαστοι.... Ξαφνικά, η κοπέλα που καθόταν εκεί, γύρισε και την κοίταξε. Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι είχε γίνει αδιάκριτη. Ήταν σαν να εισέβαλε σε προσωπικό χώρο και μάλλον αυτό είχε κάνει τελικά. Είχε μπει σε ξένα χωράφια, αλλά πως να εξηγήσει ότι μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν και αυτή σαν εκείνη την κοπέλα; Τόσο ευτυχισμένη, τόσο απόλυτα ερωτευμένη....
Ντροπιασμένη, κατέβασε το κεφάλι και έφυγε όσο πιο γρήγορα γινόταν από εκείνο το σημείο. Γιατί το έκανε αυτό στο εαυτό της; Γιατί έμπαινε σε όλη αυτή τη επώδυνη διαδικασία; Δεν ήταν εκεί και έπρεπε να το καταλάβει. Είχαν χωρίσει και το λάθος ήταν δικό της. Είχε φανεί εγωίστρια και τώρα πλήρωνε το τίμημα. Εκείνος είχε χάσει τη δουλειά του και εκείνη αντί να τον στηρίξει, να τον βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του, τον είχε κατηγορήσει ότι έφταιγε που δεν είχε μείνει, σε μια δουλειά που έκανε περικοπές σε μισθούς και προσωπικό. Τώρα που το ξανασκέφτεται είναι αργά. Όσα συγγνώμη και να ζητήσει ξέρει ότι τον πλήγωσε ανεπανόρθωτα Ήξερε ότι ήταν δυναμικός χαρακτήρας, ο Γιώργος και δεν έχε να φοβηθεί τίποτα από δουλειά και ζωή.... Δεν τον εμπιστεύτηκε, ενώ εκείνος.... της είχε τυφλή εμπιστοσύνη.
Μα τι την είχε πιάσει; Πως ξεστόμισε όλα εκείνα τα τρομερά πράγματα εναντίον του; Ούτε ένα μήνα καλά-καλά δεν περίμενε να δει πως θα εξελιχθεί η όλη υπόθεση. Και μόλις χώρισαν, μερικές μέρες μετά, έμαθε ότι τον είχαν προσλάβει σε εκείνη τη μεγάλη εταιρεία, που ανέφερε πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό. Της το φύλαγε για έκπληξη... Αυτό κι αν ήταν ειρωνεία.. Χωρίς να το καταλάβει, είχε βγει πια από το πάρκο και ανηφόριζε για το σπίτι, όταν πίσω της άκουσε μια γνώριμη φωνή να τη φωνάζει..."ΖΩΗ"!

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Ευχαριστώ πολύ!!!

Αυτό είναι ένα λουλούδι ψυχής που μου το έκανε δώρο ο φίλος μου ο Skroutzakos(scroodgejkok.blogspot.com). Εγώ με τη σειρά μου, ήδη το έδωσα στο φίλο μου τον Milch(kaferland.blogspot.com).Θέλω όμως να το χαρίσω επίσης και στην αγαπημένη μου φίλη Κοκκινοσκουφίτσα(olykoskaihkokki.blogspot.com), στον Ευρύνοο(otrelostouxwriou.blogspot.com), στη Λύκαινα(kakoslykos7.blogspot.com),στη Σαββίνα(savvinastudio.blogspot.com) και σε ΟΛΟΥΣ τους υπόλοιπους που δεν το πήρατε. Από μένα με πολύ πολύ μεγάλη εκτίμηση για την συμπαράσταση που μου δίνετε. Να είστε όλοι καλά.

Αυτό το βραβείο μου το χάρισε ο αγαπητός Κύριος Θανάσης(thanasis-makedonas.blogspot.com), το οποίο θέλω να το χαρίσω και αυτό σε ΟΛΟΥΣ!