Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Θέλω να γκρινιάξω....

.....και θέλω να το κάνω τώρα την τελευταία βραδιά του χρόνου, μπας και μπει ο καινούριος και με βρει ξαλαφρωμένη.
Το ξέρω ότι δεν θα γίνει έτσι. Θα έρθει η ώρα για την αλλαγή κι εγώ θα είμαι χειρότερα.....
Όχι! Δεν είμαι άρρωστη, ούτε μου συμβαίνει κάτι τραγικό. Τα νεύρα μου έχω. 
Πρώτα πρώτα με την Καλλιόπη. Αυτή, αυτή..... που αν την πιάσω στα χέρια μου δεν θα την γλυτώσει..... όπως έκανε κι εκείνη όταν ήμουν μικρή...... Έκανε εφτακόσια χλμ για να κάνουμε μαζί γιορτές..... Χα!
Από την ημέρα που ήρθε, ζήτημα αν την είδα μερικές ώρες. Γιατί; Γιατί εγώ πρέπει να είμαι στο μαγαζί και όταν είμαι σπίτι εκείνη ή για ψώνια θα έχει πάει ή στις αδελφές της. Τώρα θα μου πείτε: «Άσε την γυναίκα να ξεσκάσει. Όλο το χρόνο στην Αθήνα είναι. Κρίμα....».
Συμφωνώ απόλυτα, αλλά η κυρία Καλλιόπη, την ημέρα των Χριστουγέννων, δεν έφαγε μαζί μας. Μου ήρθε στις έντεκα η ώρα το βράδυ και μετά πήγαμε για ύπνο...... 
Και σήμερα...... πάλι θα μου την κάνει γυριστή..... Αλλού θα αλλάξει τον Χρόνο. Θα μου’ ρθει μετά τις δώδεκα..... θα μου ευχηθεί και θα πάει για ύπνο. Πέστε μου, έχω άδικο;;;;; Την ανεξαρτησία της μέσα.........
Που πάτε;;;; Δεν τελείωσα. Είπα! Θα τα πω μια και καλή μπας και ηρεμήσω. 
Λοιπόν....Μπαίνουμε, πριν από λίγο στο αυτοκίνητο με τον ...... -από τα νεύρα μου ούτε το όνομά του δεν θέλω να πω-, για να πάμε στο χωριό(μαγαζί) και του λέω η γυναίκα. «Τι θα κάνουμε αύριο;;;;;;». Και ήρθε η απάντηση: «Δεν ξέρω για σένα, εγώ θα είμαι στο χωριό από την ώρα που θα ξυπνήσω.....».
Αυτό μεταφράζεται ως εξής, για να καταλάβετε: «Από τις δέκα-έντεκα το πρωί ως το ξημέρωμα της επόμενης μέρας»...... 
Στο μαγαζί, εκείνος θα κάνει Πρωτοχρονιά, γιατί θα παρελάσουν όλοι και εγώ θα φάω για δεύτερη φορά, το εικοσιτετράωρο στην μάπα, να κάνω τον χαμάλη και να πάω στο σπίτι την Δευτέρα το πρωί την ώρα που θα φεύγει η Καλλιόπη για την Αθήνα.....Καταλάβατε; Που τριακόσιες εξήντα μέρες τον χρόνο είμαι εκεί, εκτός από κανένα τριήμερο ή τετραήμερο που θα απλώσω το κορμάκι μου να το ξεκουράσω......... Εντάξει.... είμαι υπερβολική, αλλά είμαι έξαλλη και δικαιολογούμαι.
Δεν ξέρει ότι του την έκανα για αύριο...... Θα ανέβω στο χωριό το πρωί μέχρι την ώρα που είναι να γυρίσω σπίτι και μετά θα πάρω το αυτοκίνητο και θα εξαφανιστώ για το υπόλοιπο της ημέρας..... κι ας κάνουν ότι θέλουν. Μου αρέσει που θα κάναμε γιορτές όλοι μαζί....... Αυτό κι αν είναι ειρωνεία.....
ΣΕ ΕΣΑΣ ΟΛΟΥΣ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΟΜΟΡΦΑ. Η ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΒΡΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΠΑΤΕ. ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ!!!!! ΜΑΚΑΡΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΟΤΙ ΚΑΚΟ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΝΑ  ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΛΟ!!!!!
Εντάξει!!!! Νομίζω ότι είμαι καλύτερα τώρα!!!!!
Υ.Γ. Ήθελα να σηκώσω και μια φωτογραφία, αλλά μουλάρωσε κι αυτή και δεν ανεβαίνει..... 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!!!
ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΧΑΡΑ!!!!!
ΧΩΡΙΣ ΣΤΟΛΙΔΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΦΑΜΦΑΡΕΣ, ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ: 
ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!!!! ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!!!!!

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι....

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, μου ζητήθηκε να γράψω ένα χριστουγεννιάτικο παραμυθάκι, για τα παιδάκια ενός πολιτιστικού συλόγου, εδώ στον νομό Δράμας. Θα μου πείτε: «Καλοκαιριάτικα, από που να εμπνευστείς να γράψεις για τα Χριστούγεννα;». Θα μπορούσα, βέβαια, να το παίξω ότι είμαι στην Αυστραλία, αλλά πάλι δεν γίνεται.... Χριστούγεννα χωρίς χιόνι και κρύο δεν είναι Χριστούγεννα. Έτσι, έγραψα το θέμα τότε και σήμερα το ολοκλήρωσα. Τι βγήκε έχω σκοπό να σας το παραθέσω παρακάτω..... Θέλω να μου πείτε ειλικρινά τη γνώμη σας και τι δεν σας αρέσει, για να το διορθώσω...... Δεν έχω ξανά γράψει για παιδιά. Ήταν πρόκληση, θέλω να πω. Ορίστε το κείμενο:
 
Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία
Η μεγάλη μέρα έφτασε. Παραμονή Χριστουγέννων!!! Ο Γιαννάκης και η Μαρία πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους με μεγάλο ενθουσιασμό, γιατί θα έβγαιναν με τα τρίγωνά τους στις γειτονιές του χωριού, να αναγγείλουν το Μεγάλο Γεγονός του ερχομού, του Θεανθρώπου, στον κόσμο. Κατέβηκαν χαρούμενοι στην κουζίνα του σπιτιού τους, που  ευωδίαζε από τις προετοιμασίες της μαμάς τους  για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, να φάνε το πρωινό τους και να ξεκινήσουν την μέρα τους.
-Καλημέρα, μαμά!, είπαν με μια φωνή και οι δύο και ρίχτηκαν στην αγκαλιά της για να εισπράξουν το μεγάλο και ζεστό φιλί της.
-Καλημέρα, αγάπες μου!, είπε και τους φίλησε.
-Να σου πούμε τα κάλαντα;, την ρώτησαν.
-Φυσικά και να μου τα πείτε! Μετά, να καθίσετε στο τραπέζι, να φάτε το πρωινό σας. Ένα καλό πρωινό βοηθά να είστε υγιείς και να μεγαλώσετε σωστά!
Αφού τελείωσαν με το τραγουδάκι, ρίχτηκαν με τα μούτρα στο φαγητό τους, για να δουν ποιος θα φάει πιο γρήγορα. Ο Γιαννάκης τα κατάφερε. Το είχε βάλει σκοπό, γιατί την προηγούμενη φορά, είχε κερδίσει η Μαρία.
-Σε κέρδισα, σε κέρδισα!!!, φώναξε στην αδελφή του γεμάτος ενθουσιασμό κι εκείνη, γέλασε λέγοντάς του.
-Δεν πειράζει! Άλλωστε, ήταν η σειρά σου!!! Αύριο, όμως, θα κερδίσω, εγώ, εντάξει;
-Εντάξει!, αποκρίθηκε ο Γιαννάκης.
Σηκώθηκαν από το τραπέζι και πήγαν στα δωμάτιά τους, για να βγάλουν τις πυτζάμες τους και να ντυθούν. Έβαλαν τους σκούφους, τα γάντια και τις μπότες τους, άρπαξαν τα τρίγωνα και ξεχύθηκαν στους χιονισμένους δρόμους. Στο σταυροδρόμι πιο κάτω, συνάντησαν κι άλλα παιδάκια. Τον Γιωργάκη, την Δέσποινα, τον Αργύρη, την Χριστίνα και τον Κωστάκη. Ήταν οι  φίλοι τους από την γειτονιά και το σχολείο. Είχαν βγει κι εκείνοι για τον ίδιο σκοπό. Χαιρετήθηκαν μεταξύ τους και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Λίγες ώρες μετά, αφού γύρισαν τα περισσότερα σπίτια του χωριού, βρέθηκαν έξω από το σπίτι του Καπετάν Ζαφείρη. Ο Καπετάν Ζαφείρης για πολλά-πολλά χρόνια έλειπε από το χωριό, στα καράβια. Είχε, λέγανε, γυρίσει, όλο τον κόσμο με το καράβι του, 50 φορές!  Πήγε σε μέρη που κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να πάει και συνάντησε τα πιο θαυμαστά και περίεργα πράγματα του κόσμου. Από τότε, όμως, που γύρισε στο χωριό, κανείς  δεν τον είχε δει. Έτσι, τα βράδια, διάφορες παράξενες ιστορίες λέγονταν στα καφενεία και στα σπίτια του χωριού.
-Τι θα κάνουμε τώρα;, ρώτησε ο Γιαννάκης την αδελφή του.
-Δεν ξέρω., του αποκρίθηκε εκείνη.
-Ας του χτυπήσουμε την πόρτα και να τον ρωτήσουμε.  Αν δεν θέλει να του πούμε τα κάλαντα, θα φύγουμε. Δεν πιστεύω να είναι μεγάλη ενόχληση αυτό., ξανάπε ο Γιαννάκης και ετοιμάστηκε να ανοίξει την πόρτα της αυλής.
-Μη! Περίμενε!, του φώναξε η Μαρία.
-Ας το συζητήσουμε λίγο ακόμη.
-Μα η ώρα περνάει και πρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι. Η μαμά θα αρχίσει να ανησυχεί., είπε εκείνος και άνοιξε την πόρτα.
Έκανε μερικά διστακτικά βήματα μπροστά και γύρισε να κοιτάξει την αδελφή του.
-Άντε! Έλα!, ψιθύρισε.
Τότε εκείνη βρέθηκε δίπλα του και μαζί προχώρησαν προς την εξώπορτα του σπιτιού.
Χτύπησαν το κουδούνι και περίμεναν. Ένα λεπτό, δύο λεπτά….. Κανείς δεν ακούγονταν από την άλλη πλευρά. Κάνοντας, λοιπόν, να φύγουν, άκουσαν ξαφνικά μια βαριά και δυνατή φωνή.
-Ποιος είναι εκεί έξω; Τι θέλετε από μένα; Να φύγετε αμέσως!!!!
-Ήρθαμε να σας πούμε τα κάλαντα!, είπαν με μια φωνή τα αδελφάκια, αν και είχαν φοβηθεί πάρα πολύ. Έκαναν πίσω-πίσω, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα.
Ένας ψηλός γκριζομάλλης κύριος, εμφανίστηκε μπροστά τους, με μια τεράστια άσπρη γενειάδα στο πρόσωπο, ναυτικό καπέλο και μια πίπα στο στόμα.
-Ώστε ήρθατε να μου πείτε τα κάλαντα, ε; Ποιος σας είπε ότι μπορείτε να μου χαλάσετε την ηρεμία μου; Δεν μάθατε ότι δεν έχετε δικαίωμα να ενοχλείτε τον κόσμο, όποτε σας κάνει κέφι;, τους ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος τους.
Η Μαρία όρθωσε το ανάστημά της, άσχετα που φοβόταν ακόμη πάρα πολύ:
-Ο κύριος Καπετάν Ζαφείρης, είστε;
-Ναι, και τι με αυτό;, της απάντησε. Ένα χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του, για το θάρρος αυτού του μικρού κοριτσιού.
-Δεν θέλαμε να σας ενοχλήσουμε, κύριε Καπετάν Ζαφείρη. Τα κάλαντα θέλουμε να σας πούμε, γιατί σήμερα είναι Παραμονή Χριστουγέννων και αύριο θα έρθει στον κόσμο ο Χριστούλης. Ο Χριστούλης γεννήθηκε για να δώσει σε όλο τον κόσμο αγάπη. Δεν ξεχωρίζει κανέναν. Και εσάς σας αγαπάει πολύ, είμαι σίγουρη, γι’ αυτό., του είπε.
Τότε ο Καπετάν Ζαφείρης, φάνηκε σκεφτικός. Κανένας δεν του είχε ξαναμιλήσει με τόσο θάρρος. Όλα τα χρόνια που ήταν καπετάνιος, είχε τον σεβασμό από τους ναύτες του, αλλά δεν ήξερε αν τον αγαπούσαν. Δεν είχε κάνει ποτέ δική του οικογένεια. Θεωρούσε σπίτι του τη θάλασσα και παιδιά του τα ψάρια και τα δελφίνια. Πώς θα ήταν άραγε να είχε δυο εγγόνια, σαν αυτά τα δύο  παιδάκια, που με περίσσια γενναιότητα βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του, όταν κανένας άλλος από το χωριό, όλο αυτό τον καιρό, δεν του είχε χτυπήσει την πόρτα του, για να δει αν είναι καλά;
-Ωραία, λοιπόν. Περάστε μέσα, να σας δώσω λίγο τσάι. Θα πρέπει να κρυώνετε, τόση ώρα που είστε έξω στο κρύο., τους πρότεινε.
-Ξέρετε, κύριε Καπετάν Ζαφείρη, πολύ θα το θέλαμε, αλλά ήδη έχουμε αργήσει, είπε ο Γιαννάκης.
-Η μαμά μας θα ανησυχεί.
-Δεν θα σας  καθυστερήσω, καθόλου. Έχω ήδη έτοιμο τσάι. Θα μου πείτε τα κάλαντα και μετά θα φύγετε. Εντάξει;
Τα δύο αδελφάκια κοιτάχτηκαν στα μάτια και τελικά μπήκαν μέσα στο σπίτι, περισσότερο από περιέργεια. Το χολ ήταν αρκετά σκοτεινό, αλλά και το υπόλοιπο σπίτι, δεν πήγαινε πίσω. Μπροστά τους υπήρχε μια πόρτα κι από εκεί έρχονταν ο ήχος, από μια απαλή μουσική. Κοίταξαν γύρω τους. Μήπως ήταν λάθος αυτό που είχαν κάνει; Δεν τον ήξεραν καθόλου, τον  Καπετάνιο, αλλά από την άλλη, ήταν μια ευκαιρία να τον γνωρίσουν. Πέρασαν στο σαλόνι. Ένα παλιό γραμμόφωνο, πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι, έπαιζε τη μουσική που ακούγονταν μέχρι το χολ. Οι τοίχοι γύρω, ήταν άδειοι. Ούτε φωτογραφίες, ούτε κάδρα. Ένας καναπές, μια πολυθρόνα κι ένα τραπέζι, πιο μεγάλο, μπροστά από ένα τζάκι γεμάτο ξύλα, που σκόρπιζαν τη θαλπωρή τους, σε όλο το σπίτι.
-Πείτε μου τα κάλαντα, μέχρι να σας φέρω το τσάι., είπε ο καπετάνιος και χάθηκε στην κουζίνα.
Ο Γιαννάκης και η Μαρία έβγαλαν τα τρίγωνά τους από τις τσέπες τους και άρχισαν να λένε το τραγούδι. Μέχρι να τελειώσουν, ο κύριος Καπετάν Ζαφείρης έφερε τα ποτήρια γεμάτα με το αχνιστό ρόφημα.
-Πως σας λένε;, τους ρώτησε.
-Εμένα Γιαννάκη και αυτή είναι η αδελφή μου η Μαρία., απάντησε ο Γιαννάκης σαν μεγαλύτερος που ήταν.
-Γιατί δεν έχετε φωτογραφίες και κάδρα στο σπίτι σας;, ρώτησε η Μαρία. 
-Φαίνεται πολύ άσχημο και άδειο.
Ο Καπετάν Ζαφείρης την κοίταξε και είπε:
-Όταν λείπεις από το σπίτι σου τόσο πολύ καιρό και δεν υπάρχει οικογένεια για να μένει μέσα σε αυτό, τότε δεν υπάρχει λόγος να το γεμίζεις με κάδρα και φωτογραφίες. Άλλωστε, ποιον να έχω στις φωτογραφίες; Μόνο εγώ είμαι. Δεν έχω κανέναν δικό μου άνθρωπο. Όσο για τα κάδρα, τι να τα κάνω; Δεν έρχεται κανείς εδώ, για να με επισκεφθεί. Εξάλλου, το συνήθισα. Δεν με νοιάζει, πια.  Και τώρα είναι ώρα να φύγετε. Δεν είναι σωστό να λείπετε όλη την ημέρα από το σπίτι. Οι γονείς σας θα σας περιμένουν και θα ανησυχήσουν αν αργήσετε.
Έβγαλε από την τσέπη του, δύο νομίσματα ,τους τα έδωσε και τους συνόδευσε μέχρι την πόρτα. 
-Χρόνια πολλά παιδιά. Να έχετε υγεία. Σας ευχαριστώ που περάσατε το κατώφλι μου και μου είπατε τα κάλαντα., τους είπε και χάθηκε μέσα στο σπίτι.
Ο Γιαννάκης και η Μαρία πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασαν στο σπίτι τους, κόντευε να σκοτεινιάσει. Η μαμά τους, τους περίμενε με αγωνία και το πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά, μόλις τους είδε να περνούν την πόρτα της αυλής.
-Μαμά μαμά!, φώναξαν και έπεσαν στην αγκαλιά της.
-Δεν θα το πιστέψεις! Πήγαμε στον κυρ-Καπετάν Ζαφείρη και του είπαμε τα κάλαντα και μας έδωσε τσάι να πιούμε και μας έδωσε και αυτά τα νομίσματα για το τραγουδάκι και δεν είναι κακός άνθρωπος και……, δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσα από την χαρά τους.
-Για μια στιγμή!, τους διέκοψε η μαμά τους.
-Ένας ένας να μιλάτε, για να καταλαβαίνω τι μου λέτε!
Και τότε πήρε ο Γιαννάκης το λόγο και της είπε όλα όσα έγιναν στο σπίτι του καπετάνιου και της έδειξε τα δύο παράξενα νομίσματα που τους είχε δώσει. Η μαμά τους δεν είχε ξανά δει παρόμοια, ούτε ήξερε την αξία τους. Τα πήρε στα χέρια της και τα κοίταξε με περιέργεια. Από κάποια μακρινή χώρα του κόσμου θα ήταν. Εκεί, που ο καπετάνιος είχε ταξιδέψει. Δεν ήταν σίγουρη, αν έπρεπε να τα κρατήσουν ή να του τα γυρίσουν πίσω.
Έστειλε τον Γιαννάκη και την Μαρία στο μπάνιο να πλύνουν τα χέρια τους και να ετοιμαστούν για το δείπνο. Μόλις τελείωσαν, πριν πάνε να κοιμηθούν, κάθισε και τους εξήγησε ότι δεν ήταν σωστό που δέχτηκαν να πάρουν τα νομίσματα, χωρίς να ξέρουν την αξία τους, από κάποιον άγνωστο άνθρωπο. Δεν ήταν όλος ο κόσμος σαν την μαμά και τον μπαμπά και έπρεπε να μάθουν να είναι προσεκτικοί την επόμενη φορά. Τα νομίσματα έπρεπε να επιστραφούν και θα φρόντιζε η μαμά γι’ αυτό. Όφειλαν, να μην το ξανά κάνουν.
Όταν πια κοιμήθηκαν, η μαμά τους γέμισε ένα όμορφο πανέρι με κουλουράκια μοσχοβολιστά, πήρε τα νομίσματα και πήγε μέχρι το σπίτι που κάθονταν ο καπετάνιος. Χτύπησε την πόρτα και περίμενε να της ανοίξει. Όταν η πόρτα άνοιξε, ο καπετάνιος αμέσως κατάλαβε ποια ήταν η κυρία. Τα δύο παιδάκια που τον είχαν επισκεφθεί νωρίτερα, της έμοιαζαν πάρα πολύ.
-Καλησπέρα σας, καπετάνιε και χρόνια πολλά., του είπε και του πρόσφερε το πανέρι με τα κουλουράκια.
-Καλησπέρα σας κυρία μου., της απάντησε.
-Σε τι οφείλω την τιμή;, την ρώτησε.
-Ήθελα να σας ευχαριστήσω που ήσαστε τόσο καλός στα παιδιά μου, να σας προσφέρω αυτά τα κουλούρια και να σας επιστρέψω αυτά.
Ο Καπετάν Ζαφείρης την κοίταξε με περιέργεια.
-Δεν καταλαβαίνω γιατί μου τα δίνετε πίσω. Τα παιδιά σας μου είπαν τα κάλαντα και εγώ τους έδωσα το δώρο τους.
-Ναι, αλλά αυτά τα νομίσματα δεν ξέρω τι αξία έχουν και αν είναι μεγάλη, το  σωστό είναι να τα πάρετε πίσω. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, βέβαια, αλλά θα μπορούσατε να τους δώσετε  κάτι συμβολικό. Δεν θέλω να  σας προσβάλλω. Είναι πολύ μικρά παιδιά και αν παίρνουν από τον καθένα ότι τους δίνει, δεν θα μάθουν ποτέ ότι πρέπει να είναι αξιοπρεπείς και δεν πρέπει να δέχονται από ξένους ανθρώπους πράγματα οποιασδήποτε αξίας.
-Έχετε δίκιο. , της είπε ο καπετάνιος.  Βλέπετε, δεν έχω δικά μου παιδιά, ούτε εγγόνια. Ήταν για μένα πολύ συγκινητικό που ήρθαν να μου πουν τα κάλαντα και δεν το σκέφτηκα. Θα ήθελα, όμως, να τα κρατήσετε. Δεν είναι πολύ μεγάλη η αξία τους.
-Σας παρακαλώ, δεν είναι σωστό. Παρόλα αυτά, θα ήθελα να σας προσκαλέσω αύριο το μεσημέρι, για φαγητό. Θα είναι μαζεμένη, όλη η οικογένεια στο τραπέζι και μια που είστε μόνος σας τέτοιες μέρες, θα ήταν μεγάλη μας χαρά να έρθετε κι εσείς.
Ο Καπετάν Ζαφείρης  πήρε τα νομίσματα πίσω και δέχθηκε την πρόταση της μαμάς. Έτσι, την επόμενη μέρα βρέθηκε ανάμεσα στην οικογένεια του Γιαννάκη και της Μαρίας, που κάθονταν στο τραπέζι, με  τον μπαμπά τους επικεφαλή, έτοιμο να κόψει την μεγάλη γεμιστή γαλοπούλα, που δέσποζε στην μέση. Γνώρισε, όλα τα μέλη. Τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους, τις θείες, τα ξαδέλφια. Όλοι ήθελαν να μάθουν τις περιπέτειές του με το καράβι κι εκείνος δεν τους χάλασε το χατίρι. Τους μίλησε για τα πέρατα του κόσμου, τις ομορφιές της γης, τους παράξενους λαούς που γνώρισε και όλοι κρέμονταν από τα χείλη του, μέχρι που σκοτείνιασε πια και γύρισε στο σπίτι του.  Δεν ένιωθε, όμως, όπως παλιά. Ένιωθε ευτυχισμένος. 
Ο Καπετάνιος, είχε αποκτήσει, επιτέλους, φίλους. Το γεγονός, μαθεύτηκε σιγά-σιγά και στο χωριό, με αποτέλεσμα να αρχίσουν ένας-ένας να του μιλούν και να τον επισκέπτονται. Από εκείνη την μέρα και μετά, το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη του καπετάνιου. Είχε τόσους πολλούς φίλους, αλλά οι καλύτεροί του φίλοι ήταν, πάντα, ο Γιαννάκης και η Μαρία. Αυτά τα δύο παιδάκια, που έγιναν η αιτία να γίνει αποδεκτός στην μικρή κοινωνία του χωριού.  

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. ζ’

Ο Ηλίας είχε μια εβδομάδα να κοιμηθεί καλά. Είχε αποφασίσει να δώσει λίγο χρόνο στην Νικολέτα, να επεξεργαστεί το τελεσίγραφο που της είχε δώσει και όσο οι μέρες πέρναγαν, τόσο η αγωνία του κορυφώνονταν.
Περίμενε από εκείνη, να κάνει το τελευταίο βήμα. Εξαρτιόταν το μέλλον της σχέσης τους, από την απάντησή της. Δεν του ήταν εύκολο. Του άρεσε κι εκείνου στην αρχή που όλα γύριζαν γύρω από το σεξ, αλλά ανακάλυψε στην πορεία, ότι δεν του έφτανε αυτό. Η Νικολέτα ήταν άνθρωπος, μοναχικός, ανεξάρτητος και έπιασε τον εαυτό του να νιώθει ερωτευμένος, ακριβώς για αυτά της τα στοιχεία. Δεν ήθελε να δέσει την ζωή  του, με μια γυναίκα αγκιστρωμένη στο μπατζάκι του παντελονιού του. Ήθελε μια γυναίκα δυναμική και αποφασιστική. Μια γυναίκα που πάταγε τα πόδια της γερά στη γη και δεν περίμενε όλη την δουλειά να την κάνει ο άντρας. 
Αυτά της είχε πει ένα βράδυ, την ώρα που κάθονταν μπροστά στο τζάκι της, μετά το δείπνο. Δεν ήθελε να καταλήξουν πάλι στο κρεβάτι, γιατί δεν θα μπορούσε να της πει τίποτα μετά. Το σεξ μεταξύ τους ήταν πολύ δυνατό, με έντονο πάθος και τα λόγια φάνταζαν πολύ λίγα, για να της πει, ότι ακριβώς αισθάνονταν. Βέβαια, με το σεξ της το έδειχνε, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, ποτέ, δεν είσαι σίγουρος τι κατάλαβε ο σύντροφός σου, αν πρώτα δεν έχεις ήδη εξωτερικεύσει και λεκτικά, αυτό που νιώθεις. 
Αυτή η αναμονή τον σκότωνε, γιατί η ζυγαριά έγερνε περισσότερο, στο να τον παρατήσει στα κρύα του λουτρού, από το να συνεχίσει μαζί του.  Τώρα που το ξανά σκέφτονταν, δεν την είχε αφήσει να  μιλήσει καθόλου. Δεν ήξερε αν έκανε καλά ή όχι. Φοβήθηκε μήπως του απαντήσει παρορμητικά, χωρίς να σκεφτεί και πάρει μια απόφαση, που θα κόστιζε και στους δύο. 
Η Νικολέτα ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά, για να μην σκέφτεται, αλλά άδικος κόπος. Δούλευε όσες περισσότερες ώρες της ημέρας μπορούσε, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της. Μόλις έμπαινε μέσα κι έβλεπε το τζάκι, της έρχονταν να πάρει τη βαριά και να το σπάσει. Δεν ήθελε να θυμάται την τελευταία κουβέντα που έκαναν με τον Ηλία, καθισμένοι μπροστά σε αυτό. Ποια κουβέντα, δηλαδή, εκείνος μόνο μιλούσε και μόλις τελείωσε ότι είχε να πει..... της βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα και σηκώθηκε κι έφυγε. 
Μόνο και μόνο για αυτό ήθελε να τον μισήσει, που την  άφησε σε αναμμένα κάρβουνα να χοροπηδάει, χωρίς, από εκείνη την ημέρα,  καν, να πάρει ένα  τηλέφωνο. Όχι, δεν μπορούσε να πάει εκείνη από το μαγαζί. Της το ’χε ξεκόψει. «Στο μαγαζί θα έρθεις, μόνο, αν έχεις μια απάντηση. Όποια κι αν είναι θα την σεβαστώ, αρκεί να είναι, σε παρακαλώ, αυτό που πραγματικά θέλεις.», να τι της είχε πει αυτολεξεί.
Τον σκοτώνεις ή δεν τον σκοτώνεις, μετά; 
Ο Ηλίας πήρε το κινητό στα χέρια του και σχημάτισε έναν αριθμό. Στο τρίτο χτύπημα ήρθε στα αυτιά του η γνώριμη φωνή του Γεράσιμου.
«Τι έγινε; Γκρεμίστηκε κανένας φούρνος;», ακούστηκε από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.
«Πρέπει να μιλήσουμε. Είμαι στο μαγαζί. Αν θέλεις έλα.»,  του είπε.
«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.».
Όταν ο Γεράσιμος μπήκε στο μαγαζί και κοίταξε τον φίλο του, δεν πίστευε στα μάτια του. Φαίνονταν σαν να είχε περάσει οδοστρωτήρας από πάνω του, αλλά αυτό που του έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν τα μάτια του. Εκτός από τους μαύρους κύκλους που είχαν αποκτήσει, είχαν χάσει και την λάμψη τους. Είχε χαθεί εκείνη η περιπαιχτική διάθεση που παιχνίδιζε όταν τον κοίταζε κανείς κι αμέσως ένιωσε να τον τυλίγει η λύπη για την κατάντια του φίλου του. Αυτό, μόνο από κάποια γυναίκα θα μπορούσε να το πάθει, ήταν σίγουρος. 
Ξέχασαν και οι δύο για ποιο λόγο ήταν τσακωμένοι και συμφιλιώθηκαν με εκείνον τον άτυπο νόμο που υπάρχει ανάμεσα στους φίλους, που λέει: «Άσχετα με το τι συνέβη μεταξύ μας, είμαι εδώ για τα δύσκολα.». Έτσι ο Γεράσιμος, κάθισε και άκουσε προσεκτικά τον Ηλία. Δεν του φάνηκε καθόλου περίεργο το ότι έπεσε με τα μούτρα. Ο Ηλίας τόσα χρόνια κινούνταν εκ του ασφαλούς, σε μονοπάτια που τα γνώριζε καλά, με γυναίκες, που μπορούσε να χειριστεί. Η περίπτωση της Νικολέτας, ήταν διαφορετική κι ένιωθε σαν ψάρι, έξω από τα νερά του. Παρόλα αυτά, ήθελε να είναι μαζί της. Ήταν σίγουρος ότι αυτή ήταν το πεπρωμένο του και δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τις άλλες γυναίκες, με ίδιο μάτι.
Για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, οι δύο άντρες, συζήτησαν όπως παλιά. Ο Γεράσιμος δεν είχε κάτι να του πει, διαφορετικό, για τον τρόπο που χειρίστηκε την κατάσταση. Θεωρούσε ότι έπραξε, ακριβώς όπως έπρεπε. Ήταν απέναντι στην Νικολέτα ειλικρινής. Της είχε πει τι αισθάνονταν και τι ήθελε από εκείνη, χωρίς να αφήσει πράγματα να αιωρούνται. Ήταν σίγουρος για τα συναισθήματά του και αυτό ήταν πολύ βασικό, στο να της δώσει να καταλάβει ότι, σίγουρα σε καμία σχέση δεν μπορείς να δώσεις εγγυήσεις για το μέλλον της, αλλά δεν μπορείς και να ξέρεις χωρίς να το παλέψεις. Άξιζαν να δώσουν σε αυτό που είχαν, μια ευκαιρία. Δεν είχε σκοπό να την εγκλωβίσει σε κανένα φαύλο κύκλο. Ας έκαναν μια προσπάθεια κι αν ένας από τους δύο, ένιωθε να τον πνίγει ο άλλος, θα το τέλειωναν χωρίς δράματα. Άλλωστε, τα δράματα δεν ταίριαζαν, καθόλου, σε κανέναν από τους δύο.
Ο Ηλίας, ένιωσε λίγο καλύτερα μετά την κουβέντα που είχε με τον κολλητό του. Δεν περίμενε, βέβαια, ότι ο Γεράσιμος θα ενέκρινε τον τρόπο που έγιναν τα πράγματα, συνήθως διαφωνούσαν πάνω σε κάτι τέτοια, αλλά και μόνο που τον άκουσε, ήταν σαν να πήρε ένα κομμάτι βάρους πάνω από τους ώμους του και ξαλάφρωσε. Ώρες μετά, καθόταν μόνος στο μαγαζί, με κλειστή την πόρτα και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε ένα έντυπο που έλεγε, πως λειτουργεί η παγομηχανή..... αλλά, όσο κι αν προσπάθησε, παγάκια δεν έκανε......
Η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά, αλλά η Νικολέτα δεν πλησίαζε ακόμη το τζάκι για να το ανάψει. Πήρε το αερόθερμο, το έβαλε στην πρίζα και κάθισε στο γραφείο της μπροστά στον υπολογιστή. Είχε να ετοιμάσει μια προσφορά για μια αντιπροσωπία, στην Θεσσαλονίκη, για τις επόμενες μέρες, αλλά με τον ρυθμό που την δούλευε, δεν υπήρχε περίπτωση να την τελειώσει εγκαίρως. Για να είναι συγκεντρωμένη,  έπρεπε να έχει ξεκάθαρο μυαλό. Που τέτοια τύχη όμως; Όλο ξεστράτιζε, με τελείως δική του βούληση και γύριζε ξανά στην τελευταία νύχτα, με τον Ηλία. 
Εκνευρισμένη τον έκλεισε, πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε ένα καφέ. Δεν θα κοιμόταν έτσι κι αλλιώς, οπότε ο καφές, ήταν ότι έπρεπε για την περίσταση. Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντι από το σβηστό τζάκι. Το κοίταζε επίμονα για αρκετή ώρα. Ήταν σαν να περίμενε από εκείνο να πάρει τις απαντήσεις, σε αυτά, που την βασάνιζαν. Έπρεπε να τα βάλει κάτω ένα ένα να τα απαντήσει, μήπως έβγαζε κάποια άκρη. 
«Σου αρέσει ο Ηλίας;», η πρώτη ερώτηση.
«Από εμφάνιση; Σίγουρα!», η απάντηση.
«Δεν σε ρωτάω αυτό! Αυτό εννοείται! Αλλιώς δεν θα έβγαζες τα μάτια σου μαζί του!!».
«Έχει κάτι.... Πως να το πω.... Είναι γεμάτος ενέργεια, ζωή, χαρά, αισιοδοξία.....».
«Καλά το πας, για συνέχισε....».
«Είναι γενναιόδωρος, ειλικρινής.... αλλά είναι μικρότερος....».
«Σιγά τα χρόνια που έχετε διαφορά. Τέσσερα χρόνια, δεν είναι πολλά. Συνομήλικοι, θα έλεγα εγώ.....».
«Το λες τώρα. Αργότερα;».
«Δεν σε νοιάζει, αργότερα. Αν σε αγαπάει, αληθινά, αργότερα θα αγαπάει και τις ρυτίδες σου!».
«Έχεις όρεξη για αστεία!».
«Όχι! Καθόλου! Εξάλλου, θυμάσαι μια συγγραφέα, που ήταν παντρεμένη με έναν αρχαιολόγο, μικρότερό της, τι είχε πει; Ότι ο άντρας της, όσο μεγαλώνει εκείνη, εκείνος αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το άτομό της....».
«Ο Ηλίας δεν είναι αρχαιολόγος.....».
«Παρεκκλίνεις από το θέμα. Δεν συζητάμε το επάγγελμα του Ηλία, αλλά το τι άνθρωπος είναι. Θυμάσαι που του είπες κάποια στιγμή ότι θέλεις να κάνεις ένα παιδί;».
«Προσφέρθηκε, αλλά πιστεύω ότι δεν το εννοούσε πραγματικά. Ήταν περίεργη η στιγμή.».
«Δεν πετάς μια κουβέντα τόσο σοβαρή εάν δεν την πιστεύεις. Νομίζω ότι, ήταν ένας τρόπος για να σου δείξει ότι νοιάζεται για σένα και τα θέλω σου. Παραδέξου το επιτέλους, ότι ήρθε η στιγμή να πας ένα βήμα παρακάτω. Θέλεις να δεσμεύσεις την ζωή σου με ένα παιδί, που έχει τόσες ευθύνες, αγωνίες, λαχτάρες και φοβάσαι να δώσεις την καρδιά σου σε έναν άνθρωπο, που στο κάτω κάτω είναι ξεκάθαρος μαζί σου. Ένα πράγμα έπρεπε να γνωρίζεις πια στην ζωή σου, Νικολέτα. Ο άνθρωπος έχει τόσα αποθέματα αγάπης που όσο κι αν πληγωθεί, πάντα θα υπάρχει απόθεμα για να δώσει σε όλο τον κόσμο.».
Σηκώθηκε από τον καναπέ, έβαλε τα παπούτσια της, το μπουφάν της και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Όταν κατέβηκε από το διαμέρισμά της και βγήκε στον δρόμο, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το φεγγάρι δέσποζε στον ορίζοντα ολοστρόγγυλο. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από την έξαψη και όχι από τον καιρό. Έτρεξε μέχρι το μαγαζί, για να μειώσει την απόσταση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αρκετά το είχε σκεφτεί. Άξιζε να δώσει μια ευκαιρία σε αυτό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. 
Υπήρχε φως στο βάθος του μαγαζιού. Χτύπησε την τζαμαρία και τον είδε που σήκωσε το κεφάλι του από κάτι που διάβαζε. Του χαμογέλασε. Εκείνος σηκώθηκε, έφτασε μπροστά και της άνοιξε να μπει. Σε όλο του το πρόσωπο φαίνονταν η ταλαιπωρία των τελευταίων ημερών και η αγωνία, για το ποια θα ήταν η απόφασή της. Τον προσπέρασε και κάθισε στο τραπέζι που κάθονταν εκείνος προηγουμένως. 
«Λοιπόν;», τη ρώτησε. 
Κάθισε απέναντί της.
«Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο ή μεθαύριο. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι σήμερα, τώρα, θέλω να είμαι μαζί σου. Είμαι δύσκολος άνθρωπος, το αναγνωρίζω, αλλά θέλω να κάνω οικογένεια. Δεν ξέρω αν προλαβαίνω, ξέρω όμως ότι δεν θέλω να είμαι άλλο μόνη μου. Βαρέθηκα να μπαίνω σε ένα άδειο διαμέρισμα και να μην είναι κανείς μέσα να μιλήσω μαζί του. Ένας άνθρωπος που να με αγαπά και να τον αγαπώ. Να ανησυχώ για αυτόν κι εκείνος για μένα. Έχω τις στιγμές μου, βέβαια..... αλλά.....», δεν την άφησε να συνεχίσει. 
«Νικολέτα, φτάνει!!!».
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τι της έλεγε τώρα; Μετάνιωσε, για την πρόταση που της είχε κάνει; Έσμιξε τα φρύδια της με απορία και στα μάτια της ζωγραφίστηκε ο πόνος. 
«Φτάνει, γλυκιά μου!», το βλέμμα του γλύκανε και συνέχισε:
«Θα το παλέψουμε και όπου φτάσει. Δεν έχω εγγυήσεις για το μέλλον. Δεν θα σου ορκιστώ ότι όλα θα είναι τέλεια, αλλά αν δεν προσπαθήσουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ. Θέλω κι εγώ να κάνω οικογένεια, αλλά κι αυτό να μην γίνει, θα έχουμε ο ένας τον άλλον. Μου φτάνει που ήρθες απόψε......», και την φίλησε.  Δεν την φίλησε όπως τις άλλες φορές. Το φιλί του ήταν τρυφερό. Γεμάτο στοργή και αγάπη, γιατί ο Ηλίας ήδη την αγαπούσε και το ΄ξερε καιρό τώρα.......
ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Τα κοινόχρηστα.....

Πριν συνεχίσω το κομμάτι με την Harley, θέλω να σας μιλήσω για ένα θέμα που καίει (δεν καίει, πρέπει να πω καλύτερα) όλη την Ελλάδα...... Τα κοινόχρηστα και το πετρέλαιο.
Τα προηγούμενα χρόνια, δεν ήταν και τόσο τραγικό που έκανε κρύο το χειμώνα. Βάζαμε πετρέλαιο και όλα καλά. Έκαιγαν τα καλοριφέρ τρεις ώρες το πρωί, δύο το μεσημέρι και τέσσερις το βράδυ. Μέχρι την άνοιξη, παρακαλώ!!!! Τι ωραίες μέρες, ε; Το χαιρόσουν, βρε παιδί μου! Ειδικά όταν έριχνε και κανένα χιονάκι  τον Φεβρουάριο, ήταν η καλύτερή μας. 
Τώρα;;;;;; Τώρα το πετρέλαιο έγινε απλησίαστο. Ούτε σταγόνα δεν μπορείς να βάλεις στον καυστήρα της πολυκατοικίας. Τι χρυσός και χαβιάρι;;;;;; Αν γέμιζε ο καυστήρας με αυτά, πιο φθηνά θα την βγάζαμε (εντάξει.... που λέει ο λόγος, θέλω να πω.....). 
Πέρυσι, τον χειμώνα που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται όλη αυτή η αύξηση του πετρελαίου, πληρώναμε κάθε μήνα ένα σκασμό λεφτά, αλλά δεν ζεσταινόμασταν. Το σπίτι μας βρίσκεται στον πρώτο όροφο, από κάτω έχει πυλωτή και γύρω γύρω τίποτα. Με δύο ώρες που έκαιγαν τα καλοριφέρ το πρωί και δύο το βράδυ δεν ζεσταίνοταν ο χώρος. Έπαθα κι ένα γερό κρυολόγημα που κράτησε ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις μήνες..... Αφού δεν έπαθα πνευμονία, πάλι καλά. Και για του λόγου του αληθές, δείτε τι πλήρωσα πέρυσι τον Ιανουάριο και τον  Φεβρουάριο.


Μετά από αυτά τα εξωφρενικά ποσά, χωρίς καθόλου ζέστη στο σπίτι, το συζητήσαμε με τον Γιώργο και καταλήξαμε ότι αυτό που μας συνέφερε ήταν, να βγάλουμε τα καλοριφέρ από το διαμέρισμα και να βρούμε, άλλο τρόπο να ζεσταθούμε (δεν ντρέπεστε λίγο.... όλο το πονηρό έχετε στο μυαλό σας.....ντροπή!) και τον βρήκαμε!!!!!! Τους εξηγήσαμε στην συγκέντρωση ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να πληρώνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας, είναι δικαίωμά μας να βγάλουμε τα σώματα και θα πληρώνουμε το 30% που λέει ο νόμος για το πετρέλαιο που μας αναλογεί. Στην αρχή δεν τους άρεσε η ιδέα, αλλά εμφανίστηκαν κι άλλοι δύο που ήθελαν το ίδιο, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι υπόλοιποι και να δεχθούν την απόφασή μας. 
Έτσι, την προηγούμενη εβδομάδα, έφτασε από το χωριό το βαρύ πυροβολικό και βρήκε την θέση του μέσα στο σπίτι.
Όχι, πείτε μου, δεν είναι μια κούκλα;;;; Και όλη από μαντέμι!!!! Με το που πυρώσει καλά, δεν μπορείς να την πλησιάσεις σε ακτίνα δύο μέτρων!
Με τι την γεμίζω;;;; Με αυτά!!!!


Αγόρασα αυτά τα ξύλα με λιγότερα χρήματα από αυτά που θα έδινα στο πετρέλαιο, αλλά η διαφορά είναι ότι ανάβω την σόμπα όποτε θέλω, όσο θέλω και θα περάσω τον διπλάσιο χρόνο. Αφήστε που και που λείπω από το σπίτι, το κάρβουνο που μένει, κρατάει τη ζέστη, μέχρι να γυρίσω! Δεν είναι φοβερό;;;;
Προσάναμμα;;; Όσο θέλετε!!!
Πριονίδι, τι καλύτερο;
Και η έκπληξη ήρθε, με τα κοινόχρηστα του προηγούμενου μήνα που καλούμαστε να πληρώσουμε.... χωρίς τον μαύρο χρυσό μέσα!!!!



Δεν πίστευα στα μάτια μου! Και λιγότερα κοινόχρηστα και ζεστάθηκε το κοκαλάκι μου!!!! Αμ πως;;;;

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. στ’

«Μια βδομάδα και ούτε, φωνή ούτε ακρόαση...», σκέφτονταν ο Ηλίας, καθώς έφτιαχνε δύο ποτά, για κάποιους πελάτες. «Τι βλακεία να μην ζητήσω το κινητό της...».
Μετά το διήμερο που πέρασαν στο σπίτι του, λες και είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Έτσι, απλά, είχε εξαφανιστεί. Στο διαμέρισμά της, δεν ήταν σίγουρα. Το είχε τσεκάρει. Ούτε η μηχανή ήταν στο γκαράζ. Να της είχε πει κάτι και να την είχε προσβάλει; Μα δεν έδειξε κάτι τέτοιο. Τότε, τι μπορεί να συνέβαινε; Έδωσε τα ποτά στην Όλγα να τα σερβίρει, βγήκε από το μπαρ και πετάχτηκε πάλι στο στενό που έμενε. Τίποτα.
Ήταν η τρίτη φορά, μέσα στην εβδομάδα, που το έκανε αυτό. Σιχτίρισε τον εαυτό του, για αυτή του την αδυναμία και γύρισε πίσω στο μπαρ. «Μια αρπαχτή ήμουν για ’κείνη και τίποτα περισσότερο...... Γαμώτο!», σιχαίνονταν να σκέφτεται τον εαυτό του, σαν σκεύος ηδονής. Ίσως παλαιότερα να μην τον ένοιαζε τόσο. Αυτή τη φορά, όμως, τον έτσουξε.
Η Νικολέτα, είχε δεχθεί ένα τηλέφωνο από την εταιρεία τις προηγούμενες μέρες, για ένα μπέρδεμα που είχε γίνει με τις παραγγελίες από την Αμερική και έπρεπε να πετάξει άμεσα για Νέα Υόρκη. Πήγε με τη μηχανή μέχρι την εταιρεία, την άφησε εκεί και πήρε ταξί για το αεροδρόμιο. Δέκα έξι ώρες ταξίδι και το μυαλό της δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τον Ηλία. Δεν ήταν σωστό να φύγει έτσι, αλλά στο κάτω κάτω δεν είχαν τίποτα μεταξύ τους, εκτός από μερικές ώρες, καλού σεξ. 
Το σίγουρο ήταν ότι, θα έλειπε ακόμη μια εβδομάδα, οπότε, καλά θα έκανε, να τον ξεχάσει και να ασχοληθεί με την δουλειά της.  Μάταιος κόπος. Οι μέρες πέρναγαν και η επιθυμία γίνονταν πιο έντονη. «Μα τι στο καλό;», αναρωτήθηκε λίγο αργότερα. Η αγωνία της κορυφώθηκε, τις δύο τελευταίες μέρες που θα έπαιρνε το αεροπλάνο και θα γύρναγε πίσω. Βέβαια, ήξερε ότι δεν θα την περίμενε με ανοιχτές αγκάλες, αφού δεν του τηλεφώνησε, ούτε του ανακοίνωσε την ξαφνική αναχώρησή της αλλά, δεν ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Αν ήθελε κι εκείνος, θα μπορούσαν να κάνουν περιστασιακό σεξ. Σε αυτό τουλάχιστον, ταίριαζαν. Γνώριζε ότι δεν ήθελε μόνιμη σχέση..... Κανένα πρόβλημα, λοιπόν. Τότε, γιατί όλες αυτές οι σκέψεις, τις φαίνονταν γελοίες; Γιατί τριγύριζαν σαν μέλισσες μέσα στο μυαλό της και ο βόμβος της έφερνε πονοκέφαλο; Επαναλάμβανε τα ίδια και τα ίδια για να πείσει, ποιον; Τον εαυτό της;
Μπήκε στο αεροπλάνο του γυρισμού και ώρες περίμενε με κομμένη την ανάσα, να φτάσει Αθήνα.....
Ο Ηλίας είχε θυμώσει. Είχε φτιάξει και το σενάριο στην περίπτωση που θα την έβλεπε. Θα τις φέρονταν ψυχρά και αδιάφορα, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το διήμερο μεταξύ τους. Έτσι θα έκανε σίγουρα.....  Σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο εσόδων κι εξόδων του μαγαζιού -είχε καμιά ώρα που απεγνωσμένα προσπαθούσε να το ενημερώσει, αλλά οι αριθμοί χόρευαν  μπροστά στα μάτια του, ζεϊμπέκικο- και το βλέμμα του καρφώθηκε στην πόρτα. Του είχε λείψει τόσο πολύ που έβλεπε οπτασίες ή στα αλήθεια ήταν αυτή; Δεν πρόλαβε να τον πλησιάσει, γιατί είχε ήδη εκείνος πάει κοντά της.
«Ήρθες;!», δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ερώτηση ή ανακούφιση.
Ήθελε να την αρπάξει και να τη φιλήσει στο στόμα, μέχρι να δει αστεράκια, να της δείξει πόσο πολύ του έλειψε, αλλά ο χώρος δεν ήταν ο κατάλληλος.
«Ήρθα!», του απάντησε. 
Το πως βρέθηκαν στο σπίτι της ήταν πολύ θολό στο μυαλό και των δύο. Οι κουβέντες που αντάλλαξαν ελάχιστες. Ότι χρειάζονταν το είχαν ήδη πει με τα κορμιά τους που ήταν ήδη κουρασμένα, ιδρωμένα και χορτασμένα από το σμίξιμο. 
Ένας μήνας είχε περάσει από την επάνοδό της στην Αθήνα και το μόνο που έκαναν ήταν σεξ. Ο Ηλίας είχε κουραστεί να την βλέπει στα κλεφτά. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε να την βλέπει περισσότερες ώρες, να μιλάνε, να ανταλλάσσουν απόψεις, να μάθει για την ζωή της και να του πει για την δική του. Δεν ήταν σίγουρος, από πότε άρχισε να σκέφτεται διαφορετικά για την Νικολέτα. Το μόνο που γνώριζε ήταν, ότι ήθελε να διεκδικήσει περισσότερο χρόνο από την ζωή της. Ακούγονταν εγωιστικό ακόμη και στα αφτιά του, αλλά μέσα του ήξερε, ότι ήθελε να κατεβάσει τον ουρανό με τ΄άστρα για χάρη της. 
«Από πότε έγινες ρομαντικός;», ρώτησε τον εαυτό του.
«Σε λίγο θα σκέφτομαι βαρκάδες, βιολιά, φεγγάρια και λουλούδια. Αυτά ξενερώνουν εκείνη και μένα με κάνουν να θέλω να ξεράσω.....», μονολόγησε.
Η Νικολέτα έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο ορίζοντας είχε, εκείνο, το μούχρωμα της απογευματινής ώρας που υποδηλώνει την απαρχή της νύχτας. Η ώρα του Λυκόφωτος; Ποιος ξέρει; Η αγαπημένη ώρα της ημέρας, που όλα είναι θολά και τίποτα ξεκάθαρο. Εκείνη η στιγμή που προσπαθείς να μαντέψεις, τι είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Φιγούρες που οι σκιές τους μεγαλώνουν, καθώς διαβαίνουν το δρόμο, που λίγο νωρίτερα ίσως να τις γνώριζες, ενώ τώρα δεν είσαι σίγουρη. 
Έτσι ήταν η σχέση της με τον Ηλία. Στη ζώνη του Λυκόφωτος. Της άρεσε. Δεν ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο. Η πραγματικότητα τα κάνει όλα να φαίνονται με το αληθινό τους πρόσωπο κι εκείνη είχε βολευτεί στο να βρίσκεται ενδιάμεσα. Χωρίς δεσμεύσεις. 
«Πόσο θα κρατούσε;», ρώτησε τον εαυτό της.
«Όσο κράταγε.», του απάντησε.  «Κι αν τα συναισθήματα άλλαζαν μετά;», ξαναρώτησε. «Το κάθε ένα στην ώρα του! Τώρα είμαι ευτυχισμένη έτσι! Αργότερα.... δεν ξέρω......», ήρθε η τελική απάντηση.
Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ της, μπήκε στο διαμέρισμά της και άναψε το φως. Η νύχτα είχε πέσει πια για τα καλά.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Αυτό ήταν, όντως, Ξεκούραση!!!!!!

Το  μπρελόκ όλοι το γνωρίζετε, νομίζω, αλλά για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, για το τι είναι ακριβώς, πάρτε μια εικόνα.
 Το γεμίσαμε πετρέλαιο και ξεκινήσαμε, με προορισμό την ηρεμία, την γαλήνη, την ξεκούραση και την ανασυγκρότηση... που λέγαμε; Μετά από τρεις ώρες ταξίδι, στον πιο κακοτράχαλο δρόμο που είδα ποτέ, φτάσαμε εδώ.
Και μπήκαμε μέσα.
 Αφού κανονίσαμε τα της ρεσεψιόν, ανεβήκαμε στο δωμάτιό μας, να αφήσουμε τα πράγματά μας......
Όχι, αν βρείτε τι είναι αυτά, μπράβο σας, γιατί εγώ έκανα μερικά λεπτά να καταλάβω...
Θαυμάσαμε την θέα από το δωμάτιο...
Αφήσαμε, ότι έπρεπε και πήγαμε, κατευθείαν, εκεί που ήταν ο σκοπός μας......
Από αυτή την πισίνα, δεν βγήκαμε παρά μόνο για μπάνιο ατμού, πάγο, σάουνα, relax, φαγητό, ύπνο, ξανά πισίνα, σάουνα, πάγο, μπάνιο ατμού,  Ρωμαϊκό μπάνιο, relax και επί  μια μισή ώρα πριν φύγουμε ....... μασάζ με hot stones...... Από αυτά που περιέγραψα, δεν έχω φωτογραφίες, γιατί ντράπηκα να ζητήσω την άδεια.
Τι; Δεν μου ξανά μιλάτε;;; Γιατί;;;;
Επειδή ήταν ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων;;;; Επειδή οι υπηρεσίες που παρέχει το ξενοδοχείο είναι πολυτέλεια;;;; 
Η αλήθεια είναι ότι δεν μου περισσεύουν, αλλά σας πληροφορώ ότι τα χρήματα που δώσαμε για ότι κι αν κάναμε..... ήταν 135 ευρώ..... Όλο το Σαββατοκύριακο......Δεν με πιστεύετε;;;;
Σας λέω, λοιπόν, ότι στην γειτονική Βουλγαρία, σε ένα χωριό που λέγεται Βένιγκραντ, υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια ξενοδοχεία, με πισίνες που χρησιμοποιούν το ζεστό νερό που βγαίνει από τις πηγές των βουνών τους και παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες, σε τιμές που είναι ότι πρέπει, για ανθρώπους, στο δικό μας βαλάντιο. 
Οφείλω να ομολογήσω δε, ότι ήταν ένα από τα καλύτερα δώρα που μου έκανε ποτέ ο Γιώργος.....ξέρετε τώρα.... εκτός από Νέα Υόρκη και Αγγλία..... Τελικά εκείνος με αγαπά περισσότερο απ’ ότι εγώ......  νομίζω.....
Γιατί το λέω;;; Γιατί με έκανε να νιώσω... Μοναδική!!!!!

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Δεν ήθελα να σας το κάνω αυτό, αλλά πορέκυψε....

Εκείνο το όμορφο αγόρι, το γλυκό.... Δεν καταλάβατε ακόμη;;; Ε.... τώρα... Ο Γιώργος, μου καλέ!!!!! Αυτός!!!! Αυτός, αυτός.... Μου ετοίμασε ένα ταξιδάκι αναψυχής για το Σαββατοκύριακο, για να με ξεκουράσει, που το τελευταίο δίμηνο μου βγήκε ο τάκος ανάποδα.... και θα με πάει.....
Έλα μου ντε.... Ούτε ξέρω. Πήγε το μυαλό μου μήπως με πάει για πνίξιμο, τέτοια που είμαι, αλλά όχι...... Με αγαπάει, λέει και θα με πάει κάπου όμορφα, γιατί χρειάζομαι ηρεμία, ξεκούραση και ανασυγκρότηση. Τώρα, αυτό το τελευταίο είναι καλό;;;;;;
Ένας Θεός ξέρει.....
Τέλος πάντων. Εγώ έβαλα την κάμερα στο αυτοκίνητο και την φωτογραφική μηχανή για να είμαι έτοιμη να αποθανατίσω όλα τα μέρη που θα πάμε, όπου κι αν είναι αυτά!!!!
Όσο για τον Ηλία;;;;  Ο/Η marimar(συγγνώμη, αλλά δεν ξέρω) μου είπε κι είχε δίκιο ότι, πρέπει να δουλέψει λίγο, γι’ αυτό κι εγώ τον έστειλα στο μαγαζί να κάνει κανένα μεροκάματο, μέχρι να αποφασίσω τι θα κάνω μαζί του......  Η Νικολέτα..... θα περιμένει κι αυτή. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να τους αφήσω να κάνουν του κεφαλιού τους.... Θα μου χαλάσουν το σκηνικό!!!!! Κι αν κάτι στραβώσει όσο θα λείπω;;;; Όχι, όχι δεν υπάρχει περίπτωση. Ούτε στα κρυφά, γιατί θα το μάθω και θα δουν αυτοί να παίζουν κρυφτούλι πίσω από την πλάτη μου!!!!!
Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους σας!!!!!

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley.ε’

Ο Ηλίας πήρε το χέρι της από πάνω του, προσεκτικά και το ακούμπησε στα πλευρά της. Εκείνη αναδεύτηκε λίγο μέσα στον ύπνο της, αλλά δεν ξύπνησε. Σιγά-σιγά, πατώντας στις μύτες των ποδιών του μπήκε στο σαλόνι, τράβηξε την κουρτίνα και άφησε την ματιά του να πλανηθεί στον ορίζοντα. Το πρώτο φως του ήλιου, πέρα από τα Τουρκοβούνια, έκανε την εμφάνισή του, σημάδι ότι η πόλη, σε λίγο, θα έμπαινε πάλι στους γνώριμους, γρήγορους, ρυθμούς της.
«Τι νύχτα κι αυτή!», σκέφτηκε.
Το προηγούμενο απόγευμα, είχε αρκετή δουλειά, στο μαγαζί,  όταν την είδε να μπαίνει και να κάθεται στο τραπέζι δίπλα στην πόρτα. Έδιωξε την Όλγα, που πήγαινε να της πάρει παραγγελία και πήγε ο ίδιος να το κάνει. Ήταν πολύ περίεργος, μετά από τις κουβέντες που είχαν ανταλλάξει, να δει τι είχε να του πει, για  την συμπεριφορά της. 
Αφού της έφερε το ποτό που του ’πε, του ζήτησε να καθίσει μαζί της κι εκείνος κάθισε απέναντί της. Ξέχασε ότι το μαγαζί ήταν γεμάτο, ότι η Όλγα έτρεχε σαν τρελή να προλάβει τα τραπέζια και χάθηκε στα λόγια  και το βλέμμα της. Το πρώτο πράγμα που βγήκε από τα χείλη της ήταν, η συγγνώμη. Μετά από αυτό οι κουβέντες της, ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος ξεκινώντας από το γιατί και καταλήγοντας στο πως είχε πάρει μέρος σε αυτή την κωμωδία. Ύστερα, ήπιε ο ίδιος ένα ποτό, για να μπορέσει να επεξεργαστεί τις πληροφορίες, αλλά τα πράγματα μπλέχτηκαν περισσότερο, όταν η ώρα πέρασε, το μαγαζί άδειασε κι εκείνοι είχαν πιεί από τέσσερα ποτά ο καθένας.
Του είχε πει, μέσα σε όλα τα υπόλοιπα, ότι της άρεσε πολύ. Και κάτι ακόμη, για μοναξιά; Ίσως γι’ αυτό, όταν αποφάσισαν να συνεχίσουν στο σπίτι του, του ζήτησε να την κρατήσει αγκαλιά. Πως το είχε αναφέρει χαρακτηριστικά; «Κράτα με σε παρακαλώ στην αγκαλιά σου, αλλά μην το θεωρήσεις αδυναμία. Απλά σήμερα το χρειάζομαι....». Αντιφατικό; Ήταν αντιφατικό, σίγουρα. Μυστήρια γυναίκα. Δεν χώραγε αμφιβολία. Ενώ έδειχνε δυνατή, ελεύθερη, γεμάτη από ζωή, ξαφνικά του φάνηκε τόσο ευάλωτη που δεν του ’κανε καρδιά να την αφήσει, μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Την σήκωσε απαλά στα χέρια του, κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρά του, την ακούμπησε στο κρεβάτι του και συνέχισε να την κρατά μέχρι να ξημερώσει. Τώρα που το σκέφτονταν ήταν η πρώτη γυναίκα που έφερε σε αυτό εδώ το διαμέρισμα, χωρίς να προκύψει σεξ. Συναινετικό σεξ, φυσικά. Ποτέ στην ζωή του δεν εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση, μετά από αλκοόλ να κάνει κάτι, αν και... αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, με το ζόρι είχε κρατηθεί απόψε. 
Βέβαια, οι γυναίκες δεν ήταν σαν τους άντρες. Έβαζαν το συναίσθημα μπροστά από την πράξη, λες κι εξαρτιόταν η ζωή τους από αυτό. Δεν ήταν κανένας παλιάνθρωπος. Δεν θα το έκανε ποτέ κάτω από τέτοιες συνθήκες. Ήθελε η γυναίκα που θα  ήταν μαζί του να το κάνει με την θέλησή της. 
Από την άλλη, πως τα κατάφερναν να μπλέξουν το σεξ με το συναίσθημα; Για να αγαπήσεις έναν άνθρωπο και να φτάσεις να εξαρτηθεί η ζωή σου από αυτόν, ήταν δουλειά χρόνων. Κάνοντας σεξ δυο φορές ή τρεις, με την ίδια γυναίκα, δεν σήμαινε απαραίτητα, γάμους παιδιά και τα συναφή. Σήμαινε ότι δύο ενήλικες ήθελαν να περάσουν καλά, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς δράματα. 
Άλλο είμαι ερωτευμένος και άλλο αγαπώ. Ερωτευμένος ήταν πάντα. Πιο πολύ με την ιδέα, παρά με το εκάστοτε πρόσωπο. Τον γοήτευε το κυνήγι. Όλο αυτό το μυστήριο με την γυναικεία ψυχοσύνθεση, που ήταν διαφορετική σε κάθε μια από αυτές. Είχε φάει τα μούτρα του κανά δυο φορές, αλλά δεν τον πείραζε. Κι αυτό μέσα στο παιχνίδι ήταν. Εξάλλου, έμαθε από τα λάθη του.
Με την συγκεκριμένη, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο κυνηγός, την δεδομένη στιγμή, δεν ήταν ο ίδιος, αλλά αυτή. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Εκείνη το είχε ξεκινήσει, από την πρώτη στιγμή που έκανε την εμφάνισή της στο μαγαζί. Η κρίση ειλικρίνειας που την έπιασε μετά... και τα τόσο αντιφατικά μηνύματα που του έδωσε την προηγούμενη νύχτα. Τον είχε μπερδέψει. Τι ίσχυε τελικά; Από την εμφάνιση του ανθρώπου πάνω στη γη, υπήρχε αυτή η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο φύλων. Ποιος ήταν αυτός που θα έλυνε τον γρίφο; Υπήρξαν τόσες επιστημονικές ομάδες, όλους τους αιώνες που πέρασαν μέχρι σήμερα που δεν τα κατάφεραν..... 
Μήπως.... εκεί να ήταν όλη η γοητεία; Μάλλον......
Μετά από τόσο προβληματισμό δεν θα μπορούσε να ξανά κοιμηθεί. Μπήκε στην κουζίνα να φτιάξει ένα καφέ να πιεί, όταν την είδε να στέκεται στην πόρτα. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα και τα ρούχα της τσαλακωμένα, αλλά ο Ηλίας εστίασε στα μάτια της που ήταν θολά ακόμη από τον ύπνο και της χαμογέλασε.
«Καφέ;», την ρώτησε.
«Ωωω, ναι. Έχω πρόβλημα συγκέντρωσης, αν δεν πιω καφέ, το πρωί....», του είπε και χαμογέλασε κι αυτή.
«Σε ευχαριστώ....», συνέχισε και τον πλησίασε.
«Για ποιο πράγμα;».
«Για.....», δεν πρόλαβε να συνεχίσει, γιατί είχε ήδη πάει κοντά της, έπιασε το κεφάλι της στα δύο του χέρια και τη φίλησε βαθιά στο στόμα.
«Αυτό ήθελα να το κάνω από την πρώτη στιγμή που σε είδα να μπαίνεις στο μαγαζί!», της είπε όταν την άφησε για να πάρει ανάσα. 
«Μην σταματάς!», ήταν η σειρά της να τον φιλήσει.
Οι ώρες πέρασαν χωρίς να τις πάρουν χαμπάρι. Το κατάλαβαν, αφού έξω είχε, ήδη, σκοτεινιάσει. Όπως κάθονταν αγκαλιασμένοι, ξέπνοοι στο κρεβάτι το κινητό του Ηλία χτύπησε. Δεν είχε σκοπό να το σηκώσει, αλλά όταν είδε ότι ήταν ο Γεράσιμος, άλλαξε γνώμη.
«Δεν είπαμε, ότι δεν σου ξανά μιλάω;», του είπε απότομα.
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Δεν μπορείς να πετάξεις την φιλία τόσων χρόνων.......».
«Μπορώ!», είπε κι έκλεισε το κινητό του.
«Είσαι πολύ σκληρός μαζί του. Δεν φταίει εκείνος. Εγώ φταίω....», είπε η Νικολέτα.
«Ο Γεράσιμος το σκέφτηκε, όμως. Αλλά δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι. Του χρειάζεται ένα μάθημα. Και θέλω να βοηθήσεις σε αυτό.....».
«Όχι! Δεν υπάρχει περίπτωση!!! Είδες τι έγινε την τελευταία φορά!!!! Συγγνώμη, αλλά σε αυτό είσαι μόνος σου!».
«Εντάξει, έχεις δίκιο. Μην πεις τίποτα, όμως για εμάς τους δύο στην Ιουλία, ούτε στον Γεράσιμο. Αυτό μπορείς να το κάνεις, εντάξει;».
«Δεν είχα σκοπό, έτσι κι αλλιώς να το κάνω. Δεν συζητώ τις προσωπικές μου στιγμές εδώ κι εκεί, θέλω να σου πω......», του είπε εκνευρισμένη.
«Ωωω! Μην θυμώνεις, σε παρακαλώ. Δεν εννοούσα......», 
«Είμαι σίγουρη ότι δεν εννοούσες, αλλά συνήθως εσείς οι άντρες το κάνετε, τις περισσότερες φορές,  μόνο και μόνο για να κοκορεύεστε....», σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.
«Νομίζεις ότι είμαι τέτοιος;», πετάχτηκε και την έπιασε από τα μπράτσα σταματώντας την.
«Όχι, δεν το νομίζω! Αν το νόμιζα δεν θα ήμουν εδώ τώρα.....».
Την φίλησε ξανά..... την έγδυσε ξανά... και τους βρήκε το επόμενο πρωινό, ξέπνοους και κουρασμένους να κοιμούνται αγκαλιασμένοι……