Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η Διαδρομή.......

Έκλεισε το βιβλίο που διάβαζε και το ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα της. Είχε ακούσει πολλές φορές για το βιβλίο αυτό, ο τίτλος του όμως, ακουγόταν αρκετά βαρύγδουπος και απέφευγε να το αγοράσει. Αλλά πολύ σωστά δεν λένε; «Μην κρίνεις κάτι από το περιτύλιγμά του». Την είχε συνεπάρει και το διάβασε όλο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης μέρας. Το πως θα πήγαινε για δουλειά μετά, ήταν ένα θέμα προς συζήτηση.
Το συζήτησε με τον εαυτό της και αποφάνθηκε ότι, δεν θα πήγαινε σήμερα. Δεν είχε το δικαίωμα και αυτή σαν άνθρωπος, μια μέρα να μην κάνει τίποτα; Ε, λοιπόν δεν θα έκανε. Από δουλειά εννοείται, γιατί άρχισε να σχεδιάζει που θα πήγαινε.
Ξεκίνησε από τα δύσκολα. Πήρε τηλέφωνο τον προϊστάμενό της και του είπε ότι ήταν αδιάθετη και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Δεν είχε λόγο να μην την πιστέψει. Δεν έλειπε σχεδόν ποτέ και ήταν η μόνη που έκανε τις περισσότερες υπερωρίες. Για ψίχουλα, βέβαια, αλλά ας όψεται η ανάγκη.....
Λίγη ώρα μετά, βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και κατευθυνόταν προς τη θάλασσα. Βγαίνοντας από την πόλη, το τοπίο της έκοψε την ανάσα. Πέρα μακριά τα βουνά ήταν γκρίζα. Τα σύννεφα ήταν πολύ χαμηλά. Τόσο, που οι κορυφές τους χάνονταν μέσα στην ομίχλη. Δεν έβρεχε ακόμη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν τόσο βαριά που νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξέσπαγε καταιγίδα. 
Τα δέντρα γυμνά από φύλλα και χρώμα, στέκονταν ακοίμητοι φρουροί του δρόμου και των χωραφιών. Οι φωλιές των πουλιών ξεχώριζαν ανάμεσα στα κλαδιά τους και έβλεπε από κανένα να πετά εδώ και εκεί να βρει τροφή. Ένα γεράκι, ξαφνικά, σηκώθηκε  από τη γη και πήγε και κάθισε στην κορυφή της πινακίδας του δρόμου. Μεγάλο και περήφανο, απαξίωσε την ίδια και το αυτοκίνητο που χάλασαν την ηρεμία του. Αισθάνθηκε το βλέμμα του να τη χλευάζει που ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις της. Σαν να της έλεγε: «Εσύ δεν έχεις φτερά να πετάξεις ελεύθερη».
Αυτό την έβαλε σε σκέψεις. Πάρκαρε στην άκρη του δρόμου και βγήκε απ’ τ’ αμάξι. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η υγρασία τρύπησε τα κόκκαλά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γέμισε τα πνευμόνια της οξυγόνο. 
Πόσο χωμένη στην καθημερινότητα και την ρουτίνα της ήταν; Σηκωνόταν το πρωί να πάει στη δουλειά της, γύριζε το απόγευμα, μαγείρευε να φάνε με τον άντρα της, έκανε τις απαραίτητες δουλειές και το βράδυ διάβαζε κανένα βιβλίο, πριν πέσει για ύπνο. Όσο το σκεφτόταν τόσο πιο γελοίο της φαινόταν. Μαγείρευε και έτρωγε μόνη, γιατί εκείνος ερχόταν πολύ αργά από τη δική του δουλειά. Μετά, στρωνόταν στην τηλεόραση και δεν άφηνε δελτίο για δελτίο, γιατί αλλιώς δεν θα  αποκτούσε εμπεριστατωμένη άποψη των γεγονότων. Λίγο η κούραση, λίγο η πολυλογία των δελτίων, έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα και με το που ακούμπαγε το κεφάλι του στο μαξιλάρι, τον έπαιρνε ο Μορφέας στην αγκαλιά του.  Την επόμενη μέρα, πάλι το ίδιο μοτίβο. 
Και τα Σαββατοκύριακα; Αυτά, όφειλε να ομολογήσει, ότι μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν, αν όχι τέλεια, τουλάχιστον υποφερτά. Αντάλλασαν μεταξύ τους και καμιά κουβέντα, πήγαιναν και για κανένα κρασάκι με κάνα δύο φιλικά ζευγάρια. Μπορεί να μην ήταν πολυτέλεια, ήταν όμως κάτι. Δυστυχώς, τα πράγματα άλλαξαν δραματικά,  όταν έκανε επέκταση στη δουλειά του και το τελευταίο δίμηνο ήταν υποχρεωμένος να είναι εκεί και τα Σαββατοκύριακα. 
Δεν έφταιγε κανένας από τους δύο για την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Εκείνος, πάντα επέμενε να μη χαλάει το πρόγραμμά της και να πηγαίνει με τα παιδιά για καφέ και κρασί. Η ίδια δεν ήθελε. Δεν το έβρισκε ηθικά σωστό. Δεν μπορείς να περνάς εσύ καλά όταν ο σύντροφός σου ξεπατώνεται στη δουλειά. Έτσι κλείστηκε και εκείνη μέσα, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος και τώρα είχε κουραστεί.
Μπήκε πάλι στο αυτοκίνητο και συνέχισε το δρόμος της. Λίγη ώρα μετά βρισκόταν στον προορισμό της. Έκλεισε τη μηχανή και κατέβηκε. Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά της, γκρίζα και αγριεμένη. Πόσο διαφορετική από το καλοκαίρι..... Τα κύματα έσκαγαν στην παραλία με τόση δύναμη, σαν να ήθελαν να κατακτήσουν όλο και περισσότερη στεριά. Να διεκδικήσουν κομμάτι που δεν τους ανήκει. Παρά το τσουχτερό κρύο, έβγαλε τα παπούτσια της και περπάτησε ξυπόλητη στην αμμουδιά. Υγρή και κρύα την αισθάνθηκε, με αποτέλεσμα το κορμί της να αναρυγίσει. Έσφιξε το παλτό της περισσότερο και προχώρησε στο σημείο που έσκαγαν τα κύματα.
Έμεινε εκεί για αρκετή ώρα. Προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό της από σκέψεις και να τις αφήσει να πετάξουν μακριά μαζί με τους γλάρους. Σε λίγο ένιωσε ανάλαφρη. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί τόσο καιρό τώρα;  Εξάλλου ήταν εύκολο. Θα πήγαινε στο σπίτι, θα γέμιζε την μπανιέρα με ζεστό νερό, άλατα, κεριά και  πέταλα από τριαντάφυλλα. Σήμερα, μετά από πολύ καιρό, θα έτρωγαν μαζί. Το αγαπημένο τους κρασί μπορούσε να το αγοράσει στη διαδρομή για την επιστροφή. Πόσο δύσκολο ήταν πια, να αλλάξει την καθημερινότητά τους, σε μια μικρή γιορτή; Μπορούσε μια στο τόσο να το κάνει. Αγαπιόντουσαν, που να πάρει η οργή, ήταν πολύ εύκολο να χαθεί αυτό και να αρχίσουν να μισούν ο ένας τον άλλο. Το είχε δει να συμβαίνει σε πολλά ζευγάρια και δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να το βιώσει και η ίδια. 
Γύρισε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για το δρόμο του γυρισμού. Τριγύριζε και άλλη σκέψη στο κεφάλι της....... Αυτή τη διαδρομή να την έκανε συχνότερα από ’δω και πέρα!

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Η ώρα της αλήθειας.

Η βροχή είχε δυναμώσει. Η Μάρθα έντυσε τα παιδιά με ζεστά ρούχα, τα έβαλε στο αυτοκίνητο και τα πήγε στο σχολείο. Στο γυρισμό, οι σκέψεις της βυθίστηκαν πάλι στα γεγονότα των τελευταίων ωρών.  Ήταν πολύ δύσκολο να δεχτεί την κατάσταση. Ο Ορφέας, σε καμιά περίπτωση δεν θα έκανε κάτι τέτοιο, αλλά πόσο σίγουρη ήταν; Οι αποδείξεις ήταν απτές, δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο  γραφικός χαρακτήρας στην κάρτα ήταν γυναικείος. Να απευθύνονταν σε κάποιον άλλον; Να βρέθηκε τυχαία, στο δικό του παντελόνι;
Τι προσπαθούσε να κάνει τώρα; Να βρει μια δικαιολογία, να πιαστεί από αυτή, για να πονάει λιγότερο; Όχι δεν έπρεπε. Τώρα συμπεριφερόταν  σαν απελπισμένη.... και μήπως δεν ήταν;  Χωρίς να το καταλάβει, είχε ήδη φτάσει στο σπίτι. Έβαλε το αυτοκίνητο στο πάρκιν και μόλις έκλεισε τη μηχανή, την πήραν τα κλάματα πάλι. 
Ο Ορφέας, ήταν ήδη στο γραφείο του. Σήμερα δεν είχε διάθεση να δουλέψει. Όσο σκεφτόταν τι είχε κάνει, τόσες περισσότερες τύψεις ένοιωθε. Από τη μια της άξιζε, από την άλλη την αγαπούσε πάρα πολύ για να τη βλέπει να υποφέρει. Το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε σπίτι και θα την αντιμετώπιζε στα ίσια. Ας γινόταν ότι ήταν γραφτό να γίνει.......
Η Μάρθα, μπήκε στο σπίτι με μάτια πρησμένα και κατακόκκινα. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα, ούτε καν να μαγειρέψει, αλλά έπρεπε. Θα τελείωνε τον καφέ της, που άφησε μισό και θα άρχιζε την διαδικασία πιο μετά. Δεν μπορούσε να αφήσει τα παιδιά χωρίς φαγητό, όταν θα γύριζαν από το σχολείο. Άλλωστε, τι έφταιγαν εκείνα για τα δικά τους τα λάθη; 
Σκεπτόμενη όλα αυτά, δεν άκουσε το κλειδί στην πόρτα. Ο Ορφέας, μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Τη βρήκε μπροστά στο παράθυρο να χαζεύει τη βροχή. Για αρκετή ώρα δεν έκανε αισθητή την παρουσία του, για να μη χαλάσει την εικόνα που έβλεπε. Ήθελε να την κρατήσει  μέσα του, έστω και αν ήταν η τελευταία όμορφη εικόνα που θα είχε από την γυναίκα του.
«Μάρθα;», ψιθύρισε τελικά.
Δεν γύρισε το κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια της, που ήταν γεμάτα δάκρυα και περίμενε την επόμενη κίνησή του.
«Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με....», της είπε καθώς την πλησίασε. Έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και έσκυψε το κεφάλι του στη βάση του λαιμού της. 
«Δεν έπρεπε να κάνω κάτι τόσο, χαζό, αλλά πίστεψέ με..... ήταν κίνηση απελπισίας......», συμπλήρωσε. 
Η Μάρθα αγκάλιασε με τα χέρια της το κορμί της, σε θέση άμυνας. «Ποιά είναι;», ρώτησε, έτοιμη να δει τον χειρότερο εφιάλτη της, να γίνεται πραγματικότητα.
Ο Ορφέας τινάχτηκε πίσω. Τι θα της έλεγε τώρα; Πως θα την έπειθε ότι δεν υπήρχε καμιά άλλη γυναίκα στη ζωή του; Πέρασε το χέρι μέσα από τα μαλλιά του. Χαρακτηριστική κίνηση όταν έχανε τον έλεγχο των πραγμάτων. 
«Δεν υπάρχει καμιά. Δεν ξέρω αν θα με πιστέψεις, αλλά πράγματι δεν υπάρχει άλλη γυναίκα ανάμεσά μας. Το σημείωμα ήταν έμπνευση μιας και μόνο στιγμής.....», άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω.
«Δεν αντέχω άλλο, Μάρθα.... Κουράστηκα να είμαι αόρατος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ούτε τα παιδιά καλά καλά δεν μου δίνουν σημασία. Είμαι δεν είμαι εδώ, δεν σημαίνει τίποτα για εσάς....... Τι να την κάνω μια άλλη γυναίκα όταν δεν μπορώ να διεκδικήσω τη δική μου γυναίκα; Την οικογένειά μου.....», κάγχασε.
«Θα φύγω. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Εξάλλου, δεν με αγαπάς πια. Αν με αγάπησες και ποτέ δηλαδή..... Ένα να ξέρεις μόνο. Ήσουν πάντα η Μία. Λεπτομέρειες θα συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή, τώρα δεν είμαι σε θέση να σκεφτώ ούτε εγώ, αλλά ούτε και εσύ, αν και πιστεύω ότι μόνο ο εγωισμός σου πληγώθηκε και τίποτα άλλο....», είπε και γύρισε προς την έξοδο.
Όση ώρα εκείνος έλεγε όλα αυτά, η Μάρθα ένοιωθε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Είχε έρθει η ώρα της αλήθειας. «Ορκίσου σε παρακαλώ ότι δεν υπάρχει άλλη. Ότι πράγματι είμαι η μοναδική γυναίκα στη ζωή σου.», γύρισε και του φώναξε. 
Εκείνος κοντοστάθηκε: «Αν θες να γυρίσεις το μαχαίρι κι άλλο στην πληγή κάντο, αλλά τουλάχιστον άφησέ με να φύγω με το κεφάλι ψηλά. Αυτό μου έμεινε μόνο, σε παρακαλώ.....», είπε λυπημένα. 
Τον πλησίασε και τον γύρισε έτσι ώστε να κοιτάζονται κατάματα. «Έχω ανάγκη να σε πιστέψω, Ορφέα. Πέρασαν δέκα χρόνια και μόλις χθες κατάλαβα πόσο πολύ σε αγαπώ..... Μόλις συνειδητοποίησα ότι σε χάνω. Δεν πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Η καρδιά και η ψυχή μου πληγώθηκαν. Δεν αντέχω στη σκέψη ότι θα μπορεί μια άλλη γυναίκα να είναι μαζί σου και όχι εγώ. Το λάθος μου είναι που σε θεώρησα δεδομένο....... Καλά να πάθω.......», είπε.
«Πολλές φορές σκέφτηκα να φύγω, Μάρθα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα βρω το κουράγιο να το κάνω. Δεν μπορώ να μένω εκεί που δεν υπάρχει τίποτα πια για μένα. Είναι πολύς καιρός που......», δεν πρόλαβε να συνεχίσει.
 Η Μάρθα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε. «Μη λες τίποτα άλλο σε παρακαλώ...... Ας δώσουμε στους εαυτούς μας μια ευκαιρία..... Ίσως να αξίζει τον κόπο να προσπαθήσουμε. Ας αφήσουμε τα παιδιά στους γονείς μας, το Σαββατοκύριακο που έρχεται.......και να πάμε κάπου οι δυο μας.......», τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και περίμενε.......
«Εντάξει.... θα το κανονίσω....», είπε, την αγκάλιασε και την φίλησε και εκείνος.......

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Ορφέας

Ο Ορφέας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου προβληματισμένος. Καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή, ένιωθε όλο και πιο πολύ το βάρος στο στήθος του να μεγαλώνει. Δεν  ήταν σίγουρος αν είχε πράξει σωστά. Της χρειαζόταν, βέβαια, ένα μάθημα, αλλά μήπως το είχε παρατραβήξει το σκοινί; Όλη την νύχτα την ένιωθε, να κλαίει και να στριφογυρνάει στο πλάι του και έπιασε τον εαυτό του πολλές φορές έτοιμο να της τα ξεφουρνίσει όλα. Κρατήθηκε με νύχια και με δόντια. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτός ήταν το τελευταίο του χαρτί. Αν δεν κατάφερνε τίποτα και με αυτό, τότε θα ήταν καλύτερα να χωρίσουν. 
Ήταν πολύ δύσκολο να προσποιείται ότι δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του. Έπρεπε να δράσει άμεσα. Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα να την φέρει κοντά του και το μόνο που είχε καταφέρει μέχρι τώρα ήταν, εκείνη να φύγει ακόμη πιο μακριά. Στην αρχή, του φάνηκε φυσιολογικό να αφοσιωθεί η γυναίκα του τόσο πολύ στα παιδιά. Ήταν και τα δύο τόσο μικρά και ανήμπορα. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα μόνα τους και πάντα κάποιος έπρεπε να είναι δίπλα τους να τα προσέχει. Και ο ίδιος προσπάθησε να βοηθήσει, αλλά κάθε φορά του έπαιρνε τα ηνία και του έλεγε: " Άσε, δεν ξέρεις εσύ. Θα ταΐσω εγώ τη μικρή.", ή, "Μη κρατάς έτσι τον μπέμπη. Θα τον αλλάξω εγώ." και ένα σωρό άλλα παρόμοια. Ένιωθε σαν να ήταν μέσα σε ένα γυάλινο κουτί και παρακολουθούσε από εκεί την οικογένεια του να ζει.... χωρίς αυτόν. 
Άρχισε σιγά σιγά να αποξενώνεται, να κάθεται περισσότερες ώρες στο γραφείο του και να μη θέλει να γυρίσει στο σπίτι. Φαίνονταν σαν να μην τον έχουν καν ανάγκη. Είχαν γίνει οι τρεις τους ένα και δεν μπορούσε κανείς και τίποτα να μπει ανάμεσά τους.... μέχρι που ο γιος του μια μέρα, όταν τον μάλωσε για κάτι, γύρισε θυμωμένος και του είπε: " Και τι σε νοιάζει εσένα; Εσύ όλο λείπεις! Μόνο η δουλειά σου σε ενδιαφέρει, τίποτα άλλο!!!!".
Αυτό κι αν χτύπημα κάτω από τη μέση. Και πως να εξηγήσει σε ένα αγοράκι, μόλις έξι χρόνων, ότι δεν ήταν έτσι; Ότι το πρόβλημα ήταν πιο βαθύ. Η δουλειά ήταν μια διέξοδος σε αυτό που διαδραματιζόταν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ότι και να έλεγε, σίγουρα το μυαλουδάκι του δεν θα μπορούσε να το επεξεργαστεί, γι' αυτό αποφάσισε να δράσει. Ήθελε την οικογένειά του πίσω και θα έκανε τα πάντα για να γίνουν τα πράγματα, όπως έπρεπε να είναι, εδώ και πολύ καιρό.
Έτσι, προχθές, όταν πήγε στην καφετέρια δίπλα στη δουλειά του για να σκεφτεί τι θα κάνει, η ιδέα του ήρθε μαζί με την κοπέλα που του σέρβιρερε τον καφέ. Πετάχτηκε στο γραφείο, έφερε την καρτούλα και έβαλε την σερβιτόρα να του γράψει το κείμενο. Ήταν πολύ σκληρό αυτό που έκανε, αλλά τότε του είχε φανεί καλή ιδέα. Η μόνη που ίσως να είχε αποτέλεσμα......Τουλάχιστον αυτό έδειχναν οι μέχρι τώρα, εξελίξεις.





Υ.Γ. Βλέπω ότι γίνεται μεγάλο. Δεν είχα τέτοια πρόθεση, αλλά το τι λέω εγώ και τι η φαντασία μου, είναι δύο πράγματα που ποτέ δεν συμβαδίζουν......... Οπότε, συνεχίζεται σε επόμενη ανάρτηση.


Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Μάρθα

Το ρολόι στο κομοδίνο έδειξε έξι π.μ. και το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπά δυνατά. Ο Ορφέας, άπλωσε το χέρι του να το κλείσει, πριν ξυπνήσει ο ήχος τη Μάρθα.
Σηκώθηκε σιγά σιγά και πατώντας στις μύτες των ποδιών του μπήκε στο μπάνιο. Η Μάρθα, άνοιξε τα μάτια της, αφού σιγουρεύτηκε ότι εκείνος δεν ήταν στο δωμάτιο. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Οι σκέψεις που την βασάνιζαν της είχαν είχαν δημιουργήσει πονοκέφαλο. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, πρησμένα και έτσουζαν από τα δάκρυα. Τα ξανάκλεισε και συνέχισε να προσποιείται ότι κοιμάται για να μην την δει ο Ορφέας. Η πηγή της στεναγχώρια της ήταν εκείνος, αλλά δεν ήθελε να ξεκινήσει καυγά πρωί πρωί. Έπρεπε να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις της και να δει πως θα χειριστεί το όλο θέμα.
Όταν πια εκείνος έφυγε για τη δουλειά, σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Άνοιξε το παράθυρο και χάζεψε για λίγο τη θέα που της προσέφερε. Ένας όμορφος κήπος, πράσινος, με όμορφα λουλούδια στολισμένος και με διάφορα μικρά δεντράκια. Μόνη της τον είχε φτιάξει και ήταν πολύ περήφανη για το αποτέλεσμα. Ο αέρας που έμπαινε στην κουζίνα είχε μυριωδιές ανάμεικτες, από τα φυτά, το χώμα και τη βροχή που είχε ξεκινήσει.... Άφησε το παράθυρο ανοιχτό και κάθισε στο τραπέζι, απέναντι, για να μπορεί να βλέπει έξω.  
Άρχισε πάλι να κλαίει. Είχε και η ίδια μερίδιο ευθύνης σε αυτό και έπρεπε να σκεφτεί σοβαρά τα λάθη της. Δεν ήταν ο Ορφέας από τους άντρες που εύκολα υποκύπτουν σε πειρασμούς. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Μάρθα άρχισε να φοβάται για το μέλλον του γάμου τους.  Στα δέκα χρόνια που ήταν παντρεμένοι, δεν ήταν όλα εύκολα, για κανέναν από τους δύο. Ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο παιδί σε προχωρημένο μήνα, όταν παντρεύτηκαν. Σε λιγότερο από δύο μήνες ήρθε το κοριτσάκι τους. Ένα γλυκό πλασματάκι, πλαισιωμένο με μαύρα μαλλάκια και δυο μαύρα ματάκια. Έμοιαζε πολύ με τον μπαμπά της. Την λάτρεψαν και οι δύο. Έσκυβαν με τρυφερότητα από πάνω της όταν κοιμόταν, ανησυχούσαν με το παραμικρό βηχαλάκι της και τηλεφωνούσαν στο γιατρό κάθε φορά που το μωρό φταρνιζόταν. Όταν η μικρή έγινε τριών χρονών έμεινε ξανά έγκυος. Έτσι ήρθε στον κόσμο και ο μικρούλης της άγγελος. Ένα αγοράκι πανέμορφο, ροδαλό.... αξιαγάπητο. Η ευτυχία τους είχε συμπληρωθεί. Νόμιζε ότι τα πράγματα θα ήταν πάντα όπως ήταν τότε, αλλά είχε πέσει έξω.
Το λάθος της ήταν που είχε αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι  στα παιδιά, λες και ο Ορφέας δεν υπήρχε πουθενά στη ζωή της πια. Είχε εκπληρώσει τον προορισμό του, της έδωσε αυτό που ήθελε. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει; Ούτε μια στιγμή δεν της πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να είχε και εκείνος κάποια ανάγκη. Υπήρχαν στιγμές που προσπαθούσε απεγνωσμένα να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όλες οι κινήσεις του ήταν μια απελπισμένη κραυγή για να του δώσει λίγη από την προσοχή της. Είχε γίνει μια τέλεια μητέρα, είχε ξεχάσει, όμως, να είναι σύζυγος. Ένας ρόλος, εξίσου βασικός στη ζωή μιας γυναίκας. Αφού, δεν έβρισκε τη γυναίκα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, την αναζήτησε αλλού.
Δεν ήταν θυμωμένη τόσο μαζί του. Πιο πολύ ήταν με τον εαυτό της. Άφησε τα πράγματα να πάρουν το δικό τους δρόμο. Μόλις χθες ήταν που βρήκε τη μικρή κάρτα στο παντελόνι του. Έβαζε μπουγάδα και για πρώτη φορά έψαξε τις τσέπες, μην τυχόν και έχουν κάτι μέσα. Είχε πλύνει πολλές φορές ρούχα, χωρίς να ψάξει και πάντα στο τέλος του πλυσίματος, έβρισκε διάφορα μικροπράγματα στον κάδο. Ποτέ δεν ήταν αδιάκριτη, αλλά μόλις έπιασε την καρτούλα στα χέρια της, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι της. Ξαφνικά, ήταν σαν να έφυγε ένα πέπλο μπροστά από τα μάτια της. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τη πετάξει  και να μη την ανοίξει καν, αλλά δεν το ’κανε,  έπρεπε να ξέρει. 
«Σε ευχαριστώ, μωρό μου!!!!! Όπως πάντα, ήσουν υπέροχος!!!!». Ένα μαχαίρι καρφώθηκε στην καρδιά της και άρχισε να αιμορραγεί........ Τον έχανε και δεν ήξερε καν αν μπορούσε να τον κερδίσει πάλι πίσω.  Έπρεπε να προσπαθήσει να γίνει η γυναίκα που ο Ορφέας, μια φορά και ένα καιρό, είχε αγαπήσει και είχε παντρευτεί. Έπρεπε να ξεχωρίσει τους ρόλους της και να τους διανείμει ανάλογα. Έπρεπε να του μιλήσει, να βρουν μαζί μια άκρη, ελπίζοντας να μην είναι ήδη πολύ αργά. 
«Μαμά;», η κόρη της εμφανίστηκε νυσταγμένη, στην πόρτα της κουζίνας......
«Καλημέρα, γλυκιά μου. Άντε να ετοιμαστείς σιγά σιγά για το σχολείο, όσο εγώ θα ετοιμάζω το πρωινό σας.», είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα.......

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Το μικρό καφενεδάκι

Η ώρα πέρασε για τα καλά. Το σκοτάδι απλώθηκε σταδιακά και τα αστέρια, δειλά δειλά, ξεπρόβαλαν στον ουράνιο θόλο. Η θερμοκρασία, έπεσε αισθητά και η Λένα κατευθύνθηκε στον καυστήρα, για να τον γεμίσει ξύλα. Είχε δει νωρίτερα στις ειδήσεις τον καιρό, που έλεγε ότι τη νύχτα στην περιοχή, θα επικρατούσε παγετός. Όλη την εβδομάδα έκανε κρύο, αλλά απόψε ήταν σαφώς πιο διαπεραστικό. Αφού τελείωσε με αυτή τη δουλειά, γύρισε στο μικρό καφενεδάκι της και συνέχισε να σερβίρει ζεστό καφέ και τσάι στους θαμώνες.  
Είχε το μαγαζί αρκετά χρόνια, σε αυτό τον ξεχασμένο από τον Θεό τόπο και γνώριζε πια όλους τους κατοίκους του μικρού χωριού. Της φέρθηκαν καλά και τους ευγνωμονούσε γι’ αυτό. Ήταν πια οι δικοί της άνθρωποι. Η οικογένεια που δεν είχε ποτέ. 
Ένας πατέρας αλκοολικός, μια μάνα που ήταν απούσα. Το ότι μεγάλωσε, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι κάτι που και η ίδια ακόμη, αναρωτιέται.  Η μεγαλύτερη καταστροφή της, όμως υπήρξε ο γάμος της. Το πως γνώρισε αυτό τον άνθρωπο, το πως τον παντρεύτηκε, είναι ακόμη θολό στη μνήμη της. Ένα ρεμάλι, που δεν ήξερε τίποτα άλλο από τζόγο, απατεωνιές και ξύλο. Η τελευταία φορά που βρέθηκε στο νοσοκομείο, με σπασμένη γνάθο, πλευρά και μώλωπες στο κορμί της, ήταν καθοριστική. Έπρεπε να φύγει από τον κλοιό αυτού του ανθρώπου. Η βοήθεια ήρθε από τη νοσοκόμα που έκανε βάρδια, εκείνο το βράδυ. Της μίλησε γι’αυτό τον τόπο, τους ανθρώπους του και της έδωσε χρήματα.... Το εισιτήριο προς τη ζωή και την ελευθερία.
Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και μέσα μπήκε ένας άντρας ψηλός, γεροδεμένος. Τα μουρμουρητά σταμάτησαν και όλοι γύρισαν να κοιτάξουν τον νεοφερμένο. Η Λένα, ξαφνιασμένη γύρισε τη ματιά της προς την πόρτα. Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν αυτό που φοβόταν ότι αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Δεν το έδειξε, όμως. Όρθωσε το ανάστημά της και με φωνή σταθερή ρώτησε: «Τι θες εσύ εδώ;». 
«Θέλω αυτό που μου ανήκει.», απάντησε ο άντρας σαρκαστικά και έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της. Χωρίς να το περιμένει, όλοι οι θαμώνες του μαγαζιού σηκώθηκαν και συγκεντρώθηκαν γύρω από τη Λένα. Τα βλέμματά τους είχαν αλλάξει και από γαλήνια και καλοσυνάτα έγιναν σκοτεινά και γεμάτα μίσος. 
Ο άντρας έκανε ένα βήμα πίσω. «Σε παρακαλώ, να μιλήσουμε θέλω μόνο. Έχω πολύ καιρό που σε ψάχνω...... Σε αγαπώ....», είπε με τρεμάμενη φωνή. Όλη η αυτοπεποίθηση που είχε όταν μπήκε, εξαφανίστηκε εν ριπή οφθαλμού. 
«Δεν έχουμε τίποτα να πούμε! Μου τα είπες μαζεμένα, εκείνο το βράδυ που μ’ έσπασες στο ξύλο....... Να φύγεις θέλω και να μη σε ξαναδώ ποτέ πια στα μάτια μου!», του απάντησε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. 
Χωρίς δεύτερη κουβέντα, αφού είδε ότι δεν είχε ελπίδες να την πάρει από εκεί, βγήκε και χάθηκε στο σκοτάδι.