Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Πιο σημαντικό.... Τέλος....

....Δεν τον άκουσε που μπήκε στο σπίτι. Ήταν τόσο απορροφημένη από τις σκέψεις της, που δεν κατάλαβε ότι βγήκε στην αυλή και στάθηκε πίσω της. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν έκανε γνωστή την παρουσία του. Κοίταξε τη γυναίκα του από πίσω και το μυαλό του γέμισε από εικόνες. 
Εκείνη, στην ίδια αυλή, ένα ηλιόλουστο πρωινό, με τις σαγιονάρες, φορώντας ένα κοντό παντελόνι και μια άσπρη φανέλα, να ποτίζει τα λουλούδια της. Η ίδια πάλι, με τον καφέ ακουμπισμένο δίπλα της στο τραπέζι και το τσιγάρο στο στόμα, απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος έδυε, έχοντας τα πόδια της ανεβασμένα στο σκαμπό, να ξεκουράζεται από τη δουλειά της ημέρας που πέρασε..... Μαζί αγκαλιασμένοι, ένα ξημέρωμα, να παρακολουθούν τον ήλιο να σκαρφαλώνει στον ορίζοντα, μαγεμένοι από τα χρώματα, την πάχνη, τα τιτιβίσματα των πουλιών και την αναγγελία της ημέρας που έρχονταν.......
Έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά μετάνιωσε. Γύρισε να μπει στο σπίτι, όταν η φωνή της ακούστηκε να του λέει, άχρωμα: «Γύρισες; Το φαγητό είναι έτοιμο στο τραπέζι, αν πεινάς.».
«Δεν πεινάω, είμαι πολύ κουρασμένος. Λέω να κάνω ένα ντους και να ξαπλώσω.», της απάντησε στον ίδιο τόνο και μπήκε μέσα. Εκείνη τον ακολούθησε, με την προϋπόθεση, να κάτσει πάλι στον ίδιο καναπέ, να πάρει το κοντρόλ στα χέρια και να αρχίσει έναν άσκοπο αγώνα με τα κανάλια. Την ώρα που έκανε να τον προσπεράσει, εκείνος άπλωσε το χέρι του και τη σταμάτησε. «Αφροδίτη..... μην το κάνεις αυτό σε παρακαλώ!».
«Τι να μην κάνω;», τον ρώτησε. Το βλέμμα της έπεσε επάνω του στην αρχή γεμάτο απορία, αλλά όσο εκείνος την κράταγε και  την ανάγκαζε να δει περισσότερα, όλο γινόταν και πιο εξεταστικό. Μισόκλεισε τα μάτια της και τον κοίταξε καλύτερα.  Ο Κώστας, ο δικός της ο Κώστας, είχε γκριζάρει; Τα μαλλιά του που άλλοτε ήταν σκούρα και πολλά, τώρα είχαν αραιώσει και ασπρίσει. Στο πρόσωπό του, είχε μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το μέτωπο. Αυτά τα μάτια που ήταν γεμάτα ζωηράδα και καθαρότητα τώρα είχαν χάσει την λάμψη τους.  Της ήρθε να ταρακουνήσει αυτόν τον άνθρωπο που ήταν δίπλα της και να τον ρωτήσει τι είχε κάνει τον άντρα που κάποτε αγάπησε. Που τον είχε κρύψει και εμφανίζονταν αυτός στη θέση του. Αλλά τότε κατάλαβε. 
Και εκείνη είχε ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Τις έβλεπε κάθε πρωί στον καθρέφτη. Και τα μάτια της. Δεν είχαν καθόλου τη σπίθα που είχαν παλιά..... Και τα μαλλιά της; Πότε τα έβαψε τελευταία φορά; Πριν ένα μήνα.....Γιατί;....Γιατί η ρίζα της ήταν γκρίζα....... Πότε πέρασαν τόσα χρόνια;;;;; Πως από δύο ερωτευμένα παιδιά κατέληξαν να είναι δύο μεσήλικες χωρίς ζωή;;;; Αυτή τη φορά άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν. Δεν είχε νόημα να συνεχίσει να τα κρατάει. 
Ο Κώστας την αγκάλιασε τρυφερά και την οδήγησε στον καναπέ. «Γλυκιά μου, μεγαλώσαμε. Ξεχάσαμε ότι κάποτε ξεκινήσαμε τη ζωή μας ορκιζόμενοι ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ να γίνουμε συμβατικό ζευγάρι. Έγινε τώρα, αλλά είναι στο χέρι μας να το αλλάξουμε.»,της είπε.
Η Αφροδίτη σήκωσε το δακρυσμένο βλέμμα της και αντίκρισε το δικό του. Είχαν βουρκώσει και τα δικά του μάτια. «Πως θα γίνει αυτό; Κοίτα πως καταντήσαμε. Εσύ να δουλεύεις τόσες ώρες μόνο και μόνο για να λείπεις από εδώ κι εγώ να βυθίζομαι άσκοπα στην μονοτονία μιας τηλεόρασης για να ξεχνιέμαι.... τώρα που τα παιδιά τράβηξαν τον δρόμο τους.....», είπε μέσα στα αναφιλητά της. 
«Μην κλαις, σε παρακαλώ. Το σκέφτηκα πολύ αυτές τις μέρες. Θα κλείσω το μαγαζί για μια εβδομάδα. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει πολύ δουλειά τελευταία. Έχουμε λίγες οικονομίες στην άκρη, για να αντέξουμε την απώλεια και θα πάμε στη Θάσο. Θα πάμε εκεί, που είχαμε πάει ταξίδι του μέλιτος. Στην πραγματικότητα, θα ξανακάνουμε ταξίδι του μέλιτος, να είσαι σίγουρη. Γιατί, το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου, είσαι εσύ. Μαζί θα τα καταφέρουμε, όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα. Όταν γυρίσουμε, θα πορευτούμε όπως όλοι. Δεν αλλάζει τίποτα στα θέματα δουλειάς. Το βασικότερο όλων είναι να είμαστε εμείς ευτυχισμένοι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Σε αγαπώ, Αφροδίτη, δεν μπορώ να αφήσω τα πράγματα να γίνουν χειρότερα για μας.», κατέληξε.
Η Αφροδίτη τον αγκάλιασε και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. Τον φίλησε πρώτη. Είχε πολύ καιρό να το κάνει, έτσι, με την ίδια ένταση όπως παλιά.......
Το ξημέρωμα τους βρήκε καθισμένους στις βρεγμένες καρέκλες της αυλής.... να χαζεύουν την ανατολή, αγκαλιά όπως κάποτε, μετά από μια ατέλειωτη νύχτα έρωτα.......
Τέλος

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Πιο σημαντικό. συνέχεια

....Τελείωσε με το πλύσιμο των πιάτων, σκούπισε τα χέρια της, πήρε τον καφέ της και βγήκε στην αυλή. Η βροχή είχε σταματήσει αρκετή ώρα πριν, αλλά η μυρωδιά του χώματος και του πράσινου πλανιόταν, πολύ έντονα στον αέρα, ακόμη. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα. Την κράτησε κάμποσα δευτερόλεπτα πριν την αφήσει να βγει από τα πνευμόνια της. Νόμιζε ότι αυτό θα την ανακούφιζε, αλλά μάταιος κόπος. Το σφίξιμο στο στήθος δεν άφηνε το σώμα της να χαλαρώσει. 
Άνοιξε τα μάτια της και άφησε την κούπα της στο τραπέζι. Οι καρέκλες είχαν βραχεί, αλλά δεν είχε σκοπό να καθίσει, έτσι κι αλλιώς. Είχε βγει ένα αεράκι κι έκανε ψύχρα. Ανατρίχιασε, αλλά δεν μπήκε ξανά στο σπίτι. Έμεινε εκεί να κοιτά απέναντι, το βουνό. Για λίγο ξεχάστηκε, γιατί ήταν τόσο όμορφα εκεί πάνω. Είχε αρχίσει να πέφτει το σούρουπο, τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και το φεγγάρι, φαινόταν αμυδρά να ξεπροβάλλει πίσω από την κορυφή του βουνού. Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμη, αλλά τα φώτα στο δρόμο άναψαν. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ και άναψε ένα τσιγάρο. 
Είχε πολλές φορές σκεφτεί να το κόψει ή τουλάχιστον να το ελαττώσει, αλλά άδικος κόπος. Έπιασε αρκετές φορές τον εαυτό της να το ανάβει χωρίς να το θέλει ή να το σκέφτεται. Μια κακή συνήθεια, που δεν ήθελε πραγματικά να παρατήσει. Άλλωστε, έκοψε όλα τα άλλα. Όλα. Ακόμη και το σεξ. Δεν έβρισκε πια, καμία ευχαρίστηση σε αυτό όπως παλιότερα. Δεν είχε νόημα. Έτσι, κάθε φορά που εκείνος ήθελε, αυτή έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να το αποφύγει. Τις περισσότερες φορές το κατάφερνε, αλλά όταν δεν είχε άλλη επιλογή καθόταν πειθήνια και περίμενε να τελειώσει το μαρτύριο......
Στις αρχές του γάμου τους ήταν όμορφα. Υπήρχε το πάθος, η αγάπη, η έντονη επιθυμία. Έψαχναν να βρουν χρόνο να το κάνουν όσο πιο συχνά γινόταν, ακόμη και όταν τα παιδιά ήταν αρκετά μεγάλα, πάντα με το φόβο μην τους πιάσουν στα πράσα. Το διασκέδαζαν. Ώρες μετά κάθονταν ξύπνιοι στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι χωρίς να λένε τίποτα. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Ότι είχαν να πουν, τα είχαν πει τα κορμιά τους λίγο νωρίτερα......
Το πότε άρχισε η κατρακύλα, ούτε και η ίδια ήταν σε θέση να το πει. Λίγο μετά το θάνατο της μητέρας της, τις μέρες που ξεκίνησε η μείωση του μισθού στη δουλειά της ή την εποχή που το μαγαζί του δεν πήγαινε καλά; Ίσως όλα μαζί, να επηρέασαν τη σχέση τους. Εκείνος άρχισε να γίνεται ευερέθιστος, να μην μιλάει πολύ, να αργεί να γυρίσει στο σπίτι κι εκείνη άρχισε να βυθίζεται στην σιωπή. Δεν ήθελε κανέναν. Ούτε στα παιδιά ήθελε να μιλάει. Κλείστηκε στον εαυτό της. Πήγαινε το πρωί στη δουλειά της, που από ανάγκη την έκανε. Γύρναγε στο σπίτι το μεσημέρι για να προλάβει να μαζέψει και να μαγειρέψει για όλους και μετά καθόταν μπροστά στο χαζοκούτι, αλλάζοντας άσκοπα κανάλια. Δεν έβλεπε τηλεόραση, δικαιολογία ήταν για να μην ασχολείται με κανέναν. Έτσι, την άφηναν όλοι στην ησυχία της, νομίζοντας ότι αυτό ήταν που ήθελε και εκείνη.  
Έκανε μια φορά νύξη προσπαθώντας να ανοίξει μια κουβέντα μαζί του, μήπως και λύσουν το πρόβλημα και εκείνος έβαλε τις φωνές. Ότι δεν τον καταλάβαινε που σκοτώνεται στη δουλειά για να σώσει το μαγαζί, ότι όλοι από εκείνον περίμεναν να φροντίσει τα οικονομικά του σπιτιού, γιατί σιγά την δουλειά που έκανε εκείνη και σιγά τα χρήματα που έβγαζε. Και όλη την ημέρα στην τηλεόραση την έβγαζε, λες και το φαγητό, το σκούπισμα, το ξεσκόνισμα, το σφουγγάρισμα, το σιδέρωμα..... γίνονταν δια μαγείας από μόνα τους......  Αυτό θα σταμάταγε σήμερα κιόλας. Δεν είχε το δικαίωμα να της φέρεται με αυτό τον τρόπο και να μην αναγνωρίζει και τον δικό της τον αγώνα, όλα αυτά τα χρόνια.  Το λιγότερο που είχε να κάνει ήταν να την ακούσει.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Πιο σημαντικό.

Ο κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα που απειλούσαν να κατηφορίσουν στα μάγουλα. Ο κόσμος της έγινε θολός, αλλά κρατήθηκε. Δεν άξιζε τον κόπο να αφήσει την αυτοκυριαρχία της και να αρχίσει να μυξοκλαίει, γιατί δεν πήγαιναν τα πράγματα όπως τα είχε σχεδιάσει. Είχε κάνει τις επιλογές της. Κάποια στιγμή κάτι θα στράβωνε, αλλά γιατί τώρα και γιατί όλα μαζί;
Ένα ένα, μικρά πραγματάκια. Όλα μαζί, όμως, γίνονταν βουνό. Εξαιτίας της κρίσης η δουλειά δεν πήγαινε καλά. Εντάξει, αυτό μπορούσε να το αντέξει. Όλοι στα ίδια σκατά ήταν βουτηγμένοι. Μια κατάσταση, η οποία για αρκετά χρόνια δεν θα άλλαζε, για κανένα. Η σχέση της άρχισε κι αυτή να βουλιάζει. Αυτό ίσως μπορούσε να το αλλάξει, αλλά δεν είχε το κουράγιο. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να πέφτει πάντα μπροστά σε ένα τοίχο. 
Οι φίλοι, εξαφανίστηκαν σιγά σιγά. Όταν δεν έχεις διάθεση και κλείνεσαι στον εαυτό σου, πόσο να προσπαθήσουν κι αυτοί; Αφού η ίδια τους είχε βγάλει από τη ζωή της. Δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και αν κάποιος πέρναγε από το σπίτι, προσποιούνταν ότι λείπει. Τώρα τι ήθελε; Να γυρίσουν πίσω; Γιατί; 
Είχε φτάσει η στιγμή που δεν άντεχε άλλο. Τα δάκρυα δεν θα βοηθούσαν όμως. Έπρεπε να κάνει μια καινούρια αρχή. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της. Να προχωρήσει μπροστά. Σκέφτηκε πολλές φορές να χωρίσει. Να πετάξει τη βέρα στα μούτρα του και να κλείσει την πόρτα πίσω της χωρίς να ρίξει ξανά ούτε μια ματιά, αλλά ήταν δειλή. Δεν σκεφτόταν τον εαυτό της, αλλά τι θα πουν οι άλλοι.
Πάντα οι άλλοι. Γονείς, συγγενείς, φίλοι..... Αφού αυτή ζούσε μαζί του. Αυτή τον παντρεύτηκε, αυτή ήταν δυστυχισμένη. Οι άλλοι ήταν στα σπίτια τους.  Έκλειναν τις πόρτες τους στα μούτρα της και άνοιγαν μόνο όταν είχαν να πουν τι πρέπει και τι δεν πρέπει, κομμένα και ραμμένα στα δικά τους μέτρα...... Σαν να φόραγε παπούτσια δυο νούμερα μικρότερα. Μπορούσε να περπατήσει με τέτοια παπούτσια και να ανέβει το βουνό που λέγεται ζωή;;;;; Όχι βέβαια. Κάθε βήμα θα ήταν κι ένα μαρτύριο. Θα έσπαγαν τα κόκκαλα, θα γέμιζε πληγές και η κορυφή θα φαίνονταν  Γολγοθάς...... Δεν άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν. Δάγκωσε τα χείλη της μέχρι να ματώσουν, αλλά δεν έκλαψε. 
Παραιτήθηκε από τη δουλειά της. Εξάλλου, τα λεφτά που έπαιρνε ήταν λιγότερα και από ψίχουλα. Θα έψαχνε για μια δουλειά που να άξιζε τον κόπο και ας έπαιρνε λιγότερα χρήματα. Αρκεί να την ευχαριστούσε. Θα του το ’λεγε απόψε που θα γύριζε από τη δική του τη δουλειά και μετά θα καθόταν να του μιλήσει και για τη σχέση τους. Θα τον έβαζε κάτω με το ζόρι και θα του ’λεγε τι την ενοχλούσε και τι τη βασάνιζε. Τέλος η τέλεια σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά. 
Ήταν άνθρωπος και είχε την απαίτηση να της φέρονται ανάλογα. Αυτός και τα παιδιά. Ο καθένας θα αναλάμβανε το μερίδιο ευθύνης που είχε αλλιώς θα τους παράταγε και θα ’φεύγε.  Δεν θα έκανε ξανά το ίδιο λάθος. Απόψε θα άνοιγε τα χαρτιά της, όλα. 
Το πιο σημαντικό της ζωής της ήταν η ίδια, πια. Έπρεπε να πετάξει από πάνω της τις προκαταλήψεις και να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση. Αν ήθελε να ανήκει κάπου, έπρεπε να παλέψει και να εδραιωθεί, αλλιώς θα άνοιγε τα πανιά της και θα πήγαινε σε καινούριες θάλασσες. Όποιος ήθελε ας ακολουθούσε.......