Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Καλοκαίρι στη Χαλκιδική. γ’

Σαν οπτικές ίνες. Έτσι φαίνονταν τα αστέρια απλωμένα στον απέραντο σκοτεινό θόλο. Λες και κάποιος, επίτηδες, έσβησε το φως από το φεγγάρι, άναψε τις ίνες, μόνο και μόνο για να φτιάξει την ατμόσφαιρα. Μάλλον, το σύμπαν είχε αποφασίσει τελικά για τις τύχες τους, ερήμην τους.
Είχαν κατέβει στην παραλία, μαζί με μια παρέα από καμιά δεκαριά άτομα. Μάζεψαν ότι ξύλα βρήκαν κι άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Η κιθάρα εμφανίστηκε, οι μπύρες βγήκαν από το ψυγειάκι και το γλέντι ξεκίνησε. Ανέκδοτα, τραγούδια, βουτιές μέχρι που το πρώτο φως άρχισε να φαίνεται από την κορυφογραμμή στα αριστερά.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ακριβώς έλεγαν. Δεν είχε, βέβαια, ιδιαίτερη σημασία. Αυτό, όμως, που σίγουρα θυμόταν, ήταν η αύρα από τη θάλασσα που τους είχε τυλίξει λες και ήταν πέπλο. Τα μάτια της που γυάλιζαν και αντικατόπτριζαν τις φλόγες της φωτιάς, σαν να έβγαινε η ίδια η φωτιά από μέσα τους. Τον ψίθυρο της φωνής της που έφτανε στα αυτιά του σαν μουσική. Σαν ουράνια μελωδία. 
Το ’ξερε. Την είχε πατήσει. Ήταν, αυτό ακριβώς, που παθαίνει κάποιος, όταν συνειδητοποιήσει ότι μόλις γνώρισε τον έρωτα της ζωής του. Δεν είχε αυταπάτες, γιατί αυτό το συναίσθημα, δεν το είχε νιώσει ποτέ και για καμιά από τις κοπέλες που  είχε γνωρίσει ως τότε. 
Δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να το ζήσει. Όσο κράταγε. Μια βραδιά; Μια βδομάδα; Ένα μήνα;
Ήρθε στο μυαλό του, μια στιγμή, που παραλίγο να νιώσει τύψεις εξαιτίας του Μάκη. Η αδελφή του φίλου του ήταν στο κάτω κάτω, αλλά δεν ήταν παιδαρέλια. Σε αυτές τις ηλικίες οι αποφάσεις παίρνονται ανάμεσα στους δύο και ο τρίτος δεν χωράει κι ας είναι ο ίδιος ο αδελφός σου. Ποτέ δεν ήταν άνθρωπος με χαλαρούς ηθικούς φραγμούς, αλλά γι’ αυτή την γυναίκα δεν τον ένοιαζαν οι συνέπειες. Είχε αλλάξει, μέσα σε λίγες ώρες. Είχε γίνει, άλλος άνθρωπος.  Το πόσο σωστό ή λάθος ήταν αυτό, ο χρόνος το απέδειξε και μέτρησε υπέρ τους. 
Από τη δική της μεριά, δεν είδε και πολλά σημάδια. Φαινόταν να της αρέσει η παρέα του, αλλά ώρες ώρες ήταν απόμακρη. Άλλωστε ο λόγος ήταν προφανής, άσχετα που είχε ήδη περάσει ένας ολόκληρος χρόνος. Έπρεπε να την κάνει να ανοιχτεί. Έπρεπε να μάθει πως σκεφτόταν και το κατάφερε. Το έφερε η κουβέντα ένα πρωινό που ο Μάκης είχε πάει στο διπλανό χωριό για μια δουλειά και αυτοί κατέβηκαν μόνοι τους στην παραλία για να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα.
Άπλωσαν τις πετσέτες τους στις ξαπλώστρες  και βούτηξαν στα γαλάζια νερά μέσα σε γέλια. Ανοίχτηκαν στα βαθιά και την ώρα που γύριζαν προς τα έξω, η Δανάη, έπαθε κράμπα. Μέσα στον πανικό της, κόντεψε να πνιγεί. Ευτυχώς που ήταν δίπλα της. Την έπιασε σφιχτά και σιγά σιγά την έβγαλε έξω. Την απέθεσε πάνω στην άμμο και έτριψε με δύναμη το πόδι της που πόναγε. 
«Φτάνει! Φτάνει!!! Μου πέρασε!!!», του είπε και τράβηξε το πόδι της από τα χέρια του λες και είχε καεί.
Ο Σταύρος την κοίταξε σαν δαρμένο κουτάβι. «Συγγνώμη», ψιθύρισε. Σηκώθηκε και ξαναβούτηξε στο νερό. Ένιωθε σαν να τον είχε χαστουκίσει στο πρόσωπο. Έκανε ακόμη μια βουτιά, όταν την ένιωσε δίπλα του, μέσα στο νερό. Βγήκαν μαζί στην επιφάνεια.
«Σταύρο, με συγχωρείς για την συμπεριφορά μου. Είμαι αχάριστη, το ξέρω. Αντί να σε ευχαριστήσω.....», αλλά εκείνος την διέκοψε.
«Άστο! Δεν έγινε και τίποτα. Καταλαβαίνω...».
«Όχι! Δεν καταλαβαίνεις! Ένα χρόνο τώρα δεν βρέθηκε κανένας άλλος άντρας τόσο κοντά μου. Όταν μια γυναίκα είναι αρκετά χρόνια παντρεμένη έχει ξεχάσει πως είναι να την φλερτάρουν. Έχει και η ίδια ξεχάσει πως να το κάνει. Μέσα στον γάμο είναι πιο απλά τα πράγματα.... κι εγώ... έμαθα να είμαι παντρεμένη..... Τώρα μου φαίνεται πολύ δύσκολο όλο αυτό... αλλά μου αρέσεις.....και......», δεν πρόλαβε να αρθρώσει άλλη λέξη. Την αγκάλιασε και τη φίλησε μέχρι που και οι δύο ξέπνοοι απομακρύνθηκαν για να πάρουν ανάσα. 
Όταν γύρισε ο Μάκης, τους βρήκε στις ξαπλώστρες να συζητούν. Δεν του έδωσαν καμία σημασία. Λες και δεν υπήρχε. Τους άφησε στην ησυχία τους και κατευθύνθηκε στη θάλασσα με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Τον αγαπούσε τον Σταύρο και ήξερε ότι ήταν εντάξει παιδί. Άλλωστε, εδώ και μέρες είχε καταλάβει, ότι, δεν θα μπορούσαν να το αποφύγουν αυτό που τους συνέβαινε, γι’ αυτό βρήκε πρόφαση το πρωί και την έκανε για το διπλανό χωρίο.
Τις επόμενες δυο μέρες, μέχρι να τελειώσει η άδεια του Σταύρου, ήταν αυτοκόλλητοι. Σαν δυο έφηβοι που μόλις ανακάλυψαν τι θα πει έρωτας. Το ’ξεραν ότι ο Μάκης γέλαγε μαζί τους, αλλά δεν του κρατούσαν κακία γιατί είχαν μάθει στο μεταξύ και τα δικά του. Για το διπλανό χωριό.....γιατί πήγαινε εκεί κάθε τρεις και λίγο...... Ο λόγος; Η όμορφη Ειρήνη που σήμερα ήταν η γυναίκα του και μαζί είχαν αποκτήσει δυο πανέμορφα αγοράκια.
Την έβγαλε στο μπαλκόνι όλη την νύχτα, τελικά. Η ανατολή έδωσε το φως της δεξιά στον ορίζοντα πέρα από τις πολυκατοικίες. Το ανοιχτό γαλάζιο, νοθευμένο από πορτοκαλί και κίτρινο άρχισε σιγά σιγά να απλώνεται. Καινούρια μέρα ξημέρωνε πάνω από την πόλη. «Καινούρια αρχή!», σκέφτηκε ο Σταύρος. Σαν χθες, είχαν περάσει οκτώ χρόνια κι εκείνη το είχε ξεχάσει, αλλά δεν της είχε θυμώσει. Ήξερε τι ζόρια τράβαγε στη δουλειά τον τελευταίο καιρό, γι’ αυτό της ετοίμασε το ταξίδι. Θα της έλεγε που θα πάνε, την μέρα που έπαιρνε την άδειά της. Εξάλλου, τρεις μέρες απέμεναν. Προλάβαινε να διευθετήσει τις τελευταίες λεπτομέρειες, ως την μεγάλη μέρα της αναχώρησης. Προορισμός ήθελε να είναι τα άστρα, αλλά αυτή την τεχνολογία δεν την προλάβαιναν οι ίδιοι.... Τα παιδιά τους ίσως.... ή τα εγγόνια τους......
ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Καλοκαίρι στην Χαλκιδική. β’

Εφτά ώρες ταξίδι. Αρκετά μεγάλο, αλλά άξιζε τον κόπο. Το χωριό του Μάκη, ήταν χτισμένο από τους πρόποδες του βουνού ως την θάλασσα. Τα σπίτια, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, είχαν αυλές με λουλούδια και μπαξέδες μπροστά ή πίσω από αυτά. Ντοματιές, πιπεριές, μελιτζάνες, βερικοκιές, ροδακινιές, τριαντάφυλλα, πανσέδες όλα μαζί συνέθεταν ένα απίστευτο τοπίο. 
Ζώντας στην πόλη, μέσα στο καυσαέριο και το τσιμέντο, αυτός εδώ ο τόπος φάνταζε σαν τον Παράδεισο. Από την μια μεριά το βουνό, από την άλλη η θάλασσα. Ο ιδανικός συνδυασμός για καλοκαίρι. Είχε δίκιο ο φίλος του που τον παρακαλούσε τόσο καιρό και του ’λεγε: «Αν έρθεις μια φορά, θα θες να έρχεσαι συνέχεια!!!! Όχι τίποτε άλλο, δηλαδή, δεν θα μπορώ και να σε στείλω σπίτι σου μετά!!!!!».  
Ο Μάκης τον περίμενε στην είσοδο του χωριού με το μηχανάκι. Χαιρετήθηκαν και πηγαίνοντας μπροστά τον οδήγησε σε μια μονοκατοικία ακριβώς στη θάλασσα. Ένα άσπρο κτίσμα, με μεγάλα μπλε παράθυρα και σκεπή από κεραμίδια. Η αυλή του ήταν μεγάλη, καταπράσινη, με διαφόρων λογιών λουλούδια και δέντρα. Ένα μικρό δρομάκι από βότσαλα στρωμένο, οδηγούσε στην εξώπορτα. Από εκεί, μπήκαν στο εσωτερικό του σπιτιού. Ο Μάκης του έδειξε που ήταν το δωμάτιό του, τους υπόλοιπους χώρους και μόλις τακτοποιήθηκε, βγήκαν στη αυλή στο μεγάλο μαρμάρινο τραπέζι, να πιουν καφέ και να τα πουν. Οι γονείς του Μάκη έλειπαν σε ταξίδι στη Σαμοθράκη κι έτσι όλο το σπίτι ήταν στη διάθεση τη δική τους και όχι μόνο.
Έκανε την εμφάνισή της λίγη ώρα αφότου ξεκίνησαν να πίνουν καφέ. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή, ήταν όμως πανέμορφη ή, τουλάχιστον, έτσι του φάνηκε.  Σαν να έρχονταν καταπάνω τους ένας άγγελος, χωρίς φτερά. Το παρεό της ανέμιζε γύρω της καθώς πλησίαζε κι εκείνος κράτησε την αναπνοή του, λες και από το επόμενο βήμα της εξαρτιόταν η ζωή του. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του. Αυτή ήταν η μικρή αδελφή του Μάκη; Το κοριτσάκι με τις κοτσίδες που κουβάλαγε στο πορτοφόλι του και έδειχνε με τόση υπερηφάνεια; Είχε μείνει με την εντύπωση, κάθε φορά που μίλαγε για αυτή με τον φίλο του, ότι θα γνώριζε ένα πλασματάκι με φακίδες, κοτσίδες και σιδεράκια στα δόντια. Δεν έτυχε να συναντηθούν ποτέ. Ήξερε ότι ζει σε κάποιο προάστιο, ήταν παντρεμένη, αλλά όταν δεν τον δεις τον άλλο από κοντά, σου μένει στο μυαλό, το πρόσωπο από την φωτογραφία. Πόσο να ήταν τώρα; Από αυτά που κατά καιρούς έλεγε ο Μάκης, θα ήταν λίγο πάνω από τα τριάντα.  
«Ώστε εσύ είσαι ο Σταύρος!», είπε μόλις έφτασε κοντά τους, χαμογέλασε και έτεινε το χέρι της για χειραψία.
«Εεεε.... ναι!», βγήκε η φωνή του με δυσκολία και σηκώθηκε για να την χαιρετήσει. «Εσύ πρέπει να είσαι η Δανάη, σωστά;», της χαμογέλασε με τη σειρά του. «Περίμενα να δω τις κοτσίδες, ξέρεις....», της είπε κι εκείνη γύρισε δήθεν θυμωμένη στον αδελφό της λέγοντάς του: «Ακόμη εκείνη την άθλια φωτογραφία κουβαλάς μαζί σου;».
«Τι έχει, δηλαδή, η φωτογραφία, δεν κατάλαβα;», έκανε πως θίχτηκε εκείνος. 
Οι επόμενες ώρες πέρασαν, μέσα σε πολύ ευχάριστο κλίμα, εκτός από την στιγμή που η κουβέντα γύρισε στον άντρα της Δανάης. Του είχε πει ο Μάκης ότι είχε πεθάνει από καρκίνο, τον προηγούμενο χρόνο, αλλά το ’χε ξεχάσει. Αμέσως, η θλίψη, έκανε την εμφάνισή της στο πρόσωπο της κοπέλας και τα μάτια της σκοτείνιασαν. Πόσο ήθελε, εκείνη ακριβώς την στιγμή, να την πάρει στην αγκαλιά του και να εξαφανίσει με μιας, οτιδήποτε  την έκανε δυστυχισμένη, αλλά αυτό έμελλε να γίνει αργότερα.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Καλοκαίρι στη Χαλκιδική

Άνοιξε το ψυγείο για να βάλει κρύο νερό στο ποτήρι του, το ήπιε λαίμαργα και ξαναγέμισε το ποτήρι. Έβαλε το μπουκάλι στη θέση του και το ’κλεισε. Η μεταλλική επιφάνεια του ήταν διάσπαρτη από φωτογραφίες κολλημένες με μαγνητάκια. 
Μαζί σε μια παραλία στη Ρόδο, την ώρα που δύει ο ήλιος,  εκείνη να κάθεται σε ένα τραπεζάκι στην 8η λεωφόρο της Νέας Υόρκης, να διαβάζει εφημερίδα, εκείνος να φορά το αλεξίπτωτο, να κατευθύνεται στο μικρό αεροπλάνο παραπέρα, για να κάνει το άλμα από τον ουρανό, στη Βουλγαρία, μαζί στο Dubai, μπροστά στο Burj al Arab. Όλες, από τις καλύτερες στιγμές που πέρασαν,  όσα χρόνια είναι μαζί. Και κάπου, ανάμεσα, υπήρχε  ένα μήνυμα γραμμένο πάνω σε ένα χαρτί, κομμένο από τις σελίδες του ημερολογίου. Η ημερομηνία ήταν παλιά, αλλά το μήνυμα είχε γραφτεί την προηγούμενη μέρα. 
«Μωρό μου! Το φαγητό είναι στο φούρνο. Μόλις φας μπορείς  να το βάλεις στο ψυγείο να μην χαλάσει; Μην ξεχάσεις το θερμοσίφωνο αναμμένο πάλι, καλά; Εγώ θα αργήσω σήμερα λίγο, μην με περιμένεις. Θα σε πάρω αργότερα να μιλήσουμε. 
Σε αγαπώ πολύ! Μου λείπεις!! Φιλιά!!!!»
Κοίταξε το ρολόι στην κουζίνα. Δύο παρά τέταρτο. Μα τι στο καλό; Γιατί δεν είχε γυρίσει ακόμα; Άγρια μεσάνυχτα κι εκείνη ήταν ακόμη στη δουλειά; Έψαξε το κινητό του. Δεν θυμόταν που το είχε παρατήσει, όταν μίλησαν μαζί νωρίτερα κατά τις δέκα. Γύρισε όλα τα δωμάτια, όταν τελικά το βρήκε πάνω στο μαξιλάρι της στην κρεβατοκάμαρα. Σωστά. Εκεί το άφησε όταν τον πήρε, να του πει, ότι ήθελε ακόμη κανά δυο ωρίτσες να τελειώσει πριν γυρίσει στο σπίτι.
Πάτησε το πλήκτρο και εμφανίστηκε το όνομά της. Την ώρα που άρχισε να καλεί, άκουσε το κλειδί στην πόρτα. Έκλεισε το τηλέφωνο και βγήκε από το δωμάτιο. Εκείνη είχε ήδη μπει στο σαλόνι, άφησε την τσάντα της και τους φακέλους πάνω στο τραπέζι και έκατσε με φόρα πάνω στον καναπέ. 
«Δεν αντέχω άλλο...... Είμαι κομμάτια!», είπε, έγειρε το κεφάλι της στην πλάτη του καναπέ κι έκλεισε τα μάτια της. «Τι θα γίνει με αυτό το πράγμα, δεν ξέρω. Άσε που δεν πληρώνομαι τις υπερωρίες, δεν με αφήνει και να φύγω, η σκύλα.....», συνέχισε.
«Έλα γλυκιά μου! Τώρα είσαι εδώ, όχι στη δουλειά. Έφαγες τίποτα;», τη ρώτησε τρυφερά και την αγκάλιασε. «Έφτιαξα, μερικά σάντουιτς το απόγευμα να φάω κι έμειναν δυο. Πάω στην κουζίνα να σου τα φέρω.», σηκώθηκε και πήγε μέσα. Μέχρι να γυρίσει, τη βρήκε ξαπλωμένη, σε εμβρυική στάση να κοιμάται βαθιά. 
Τη σήκωσε μαλακά στα χέρια του, εκείνη άπλωσε τα δικά της και αγκάλιασε τον λαιμό του. Την πήγε στο κρεβάτι, την απέθεσε πάνω στα δροσερά σεντόνια, της έβγαλε τα παπούτσια, το παντελόνι, την μπλούζα και την σκέπασε. Την άφησε να κοιμηθεί και βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει ένα τσιγάρο πριν πάει να ξαπλώσει δίπλα της. Έπρεπε να σηκωθεί το πρωί να πάει για δουλειά, αν και ήξερε ότι δύσκολα θα τον έπιανε ο ύπνος μέχρι το πρωί. 
Η νύχτα ήταν αρκετά ζεστή και ανέφελη. Τα αστέρια δεν φαίνονταν, εξαιτίας των φώτων της πόλης. Μικροί, μικροί πλανήτες, χωρίς ατμόσφαιρα, χωρίς ζωή, να παίρνουν φως από τον ήλιο και να το αντανακλούν στο διάστημα. Ήταν κρίμα που δεν μπορούσε να τα δει. Έκλεισε τα μάτια του ταξιδεύοντας μακριά, στην παραλία της Χαλκιδικής, το βράδυ που τη γνώρισε. Ένα βράδυ, ακριβώς σαν το αποψινό.
Ο φίλος του ο Μάκης, τον είχε προσκαλέσει στο πατρικό του, για μια εβδομάδα. Δεν είχε σχέση εκείνο το διάστημα, γιατί ο χειμώνας απαιτούσε όλη την του την προσοχή στη δουλειά. Που καιρός για γνωριμίες; Όλη την ημέρα στο μαγαζί, να κάνει προσπάθειες να εδραιωθεί σε μια δύσκολη αγορά. Οι κόποι του όμως ανταμείφθηκαν και μέχρι το καλοκαίρι, όλα ήταν υπό έλεγχο.
Η αδελφή του τον βοήθησε πολύ, τότε. Μαζί του σε όλα τα δύσκολα και όταν ήρθε το καλοκαίρι, άρχισε τη «μουρμούρα».... «Άντε! Ακόμη να βρεις που θα πας για μια εβδομάδα; Επιβάλλεται να ξεκουραστείς! Δεν βγαίνει χειμώνας, χωρίς να πας κάπου και να αλλάξεις παραστάσεις. Να πας εσύ τώρα, για να μπορέσω να πάω κι εγώ μετά με τον Ηλία, μόλις πάρει την άδειά του......». Για να γλυτώσει από την επιμονή της έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα. Δεν τα έβγαζε πέρα, παρόλο που ήταν αδελφή του..... Πωπω, ούτε ήθελε να ξέρει τι τράβαγε ο γαμπρός του...
Αν και... υποψιάζονταν με πιο τρόπο τα κατάφερνε. Την λάτρευε, δεν της χάλαγε χατίρι και έκανε πράγματα για εκείνη πριν η ίδια συνειδητοποιήσει ότι τα ήθελε.  Ζήλευε αυτό που είχαν μεταξύ τους. Ήταν αμοιβαίο και φανερό σε όλους. Τους είχε πρότυπο μες το μυαλό του. Ίσως γι’ αυτό να μην έβρισκε την κατάλληλη. Άσε που δεν το’ χε ψάξει κιόλας.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Ένα βλέμμα

Οι αναμνήσεις άρχισαν να κατακλύζουν το μυαλό της. 
Από αυτό το στενάκι κατέβαινε στολισμένη, τον Δεκαπενταύγουστο να πάει στην πλατεία του χωριού, αλλά πριν φτάσει εκεί, πάντα έκανε μια μικρή στάση στο σπίτι που βρίσκονταν στο τέλος του σοκακιού. Εκεί, την περίμενε η Μαρία να της πει, ότι ο Μίλτος ήταν ήδη στο χωριό, από το προηγούμενο βράδυ. 
Για πολλά χρόνια, την εποχή που η Ελπίδα ήταν έφηβη, πήγαινε με τους γονείς της σε αυτόν το τόπο, για το πανηγύρι της Παναγιάς. Το χωριό, χτισμένο πάνω στο βουνό, ακόμη και τώρα, δεν είχε αλλάξει καθόλου. Δέντρα καταπράσινα παντού, ο ήλιος να παίζει με τις σκιές και το νερό από το ποτάμι, κρυστάλλινο και κρύο όπως τότε. Ο αέρας γεμάτος από τα αρώματα των λουλουδιών έφτασε ως τα πνευμόνια της, γεμίζοντάς την αναζωογόνηση. Ποτέ δεν είχε ζέστη εδώ πάνω.  Η μέρα ήταν ευχάριστα φωτεινή και δροσερή, για Ιούλιο μήνα.
Φτάνοντας στο τέλος του δρόμου, δεν ήταν η Μαρία εκεί να την περιμένει. Είχε πολλά χρόνια που είχε παντρευτεί και ζούσε στην Αθήνα με τον άντρα της και τα παιδιά της. Και ο Μίλτος; Ο Μίλτος ήταν κι αυτός στην πρωτεύουσα για μερικά χρόνια, είχε παντρευτεί, είχε δύο παιδιά, αλλά τώρα είχε χωρίσει και ζούσε στο χωριό μόνιμα πια.  Πως τα ’ξερε όλα αυτά; Ποτέ δεν είχε κόψει τις επαφές με την Μαρία, αλλά και τα άλλα κορίτσια που έκαναν τότε παρέα. 
Εκείνο τον καιρό όλοι είχαν φανταστεί ότι η Ελπίδα και ο Μίλτος θα καταλήξουν μαζί. Παιδικά όνειρα, που δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα, σαν τα παραμύθια. Εκείνη παντρεύτηκε τον Θοδωρή και έκανε μαζί του τον Κώστα. Το καμάρι της. Τον αγαπούσε τον άντρα της. Είχε όλα εκείνα τα χαρίσματα που μπορούν να κάνουν μια γυναίκα ευτυχισμένη, γεμάτη πληρότητα, ολοκληρωμένη. Να την κάνουν να νιώθει ήρεμη και ασφαλής. 
Δεν στάθηκε καθόλου, παρά συνέχισε τον δρόμο της προς την πλατεία. Ο Θοδωρής της κράταγε το χέρι κι ένιωθε την ζεστασιά του να περνάει μέσα της και να φτάνει ως την ψυχή της. Ένιωθε όμορφα. Ήταν πολύ καλά τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί και τώρα που το μωρό τους είχε μεγαλώσει και ζούσε μόνο του, είχαν όλο τον χρόνο δικό τους να τον εκμεταλλεύονται όπως τους αρέσει. 
Δεν ήταν δική της ιδέα να έρθουν εδώ. Ο άντρας της ήθελε να δει το μέρος, που πάντα η Ελπίδα του μίλαγε, με τόση αγάπη. Άλλωστε γνώριζε και τη Μαρία. Είχαν συναντηθεί κάποιες φορές για φαγητό ή για κανένα καφέ. Δεν του είχε πει, όμως, για τον Μίλτο.  Δεν ήταν κάτι σημαντικό. Ήταν εκείνο το πρώτο χτυποκάρδι, που νιώθει ο άνθρωπος για πρώτη φορά. Εκείνο που ποτέ δεν ξεχνάς, που το έχεις μυθοποιήσει στο μυαλό σου και το θυμάσαι με γλύκα και ζεστασιά. Που κοιτάζεσαι στον καθρέφτη κι αναρωτιέσαι που πήγαν η νιότη και η αθωότητά σου......
Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό της, ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Είχαν ήδη φτάσει στην πλατεία και κατευθύνονταν στην καφετέρια με τον μεγάλο Πλάτανο. Ξαφνικά ένας ψηλός, γκριζομάλλης άντρας γύρω στα 50 την κοίταξε στα μάτια, προσπερνώντας την. Για μια στιγμή, μόνο μια στιγμή και μετά κατάλαβε..... Αυτό το πράσινο βλέμμα το ήξερε....... αλλά δεν γύρισε το κεφάλι της..... Το είχαν υποσχεθεί άλλωστε, στους εαυτούς τους κάποτε..... Κάποια μέρα μπορεί να ξανασυναντηθούμε, παντρεμένοι πια με άλλους ανθρώπους, δεν θα ανταλλάξουμε κουβέντες, αλλά όταν συναντηθούν τα βλέμματά μας θα έχουμε πει τα πάντα!!!!! 
ΤΕΛΟΣ