Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Χαμένη ψυχή. α’

Το χλωμό φως του φεγγαριού, ίσα που φώτιζε τον λασπωμένο δρόμο. Λακκούβες γεμάτες νερό και σκουπίδια. Χαλασμένα πεζοδρόμια, με ατροφικά δεντράκια, να προσπαθούν να πιουν από τη λάσπη, να ξεδιψάσουν. Τα σπίτια βρώμικα, μισογκρεμισμένα, με πόρτες, άλλες κλειστές, άλλες ανοιχτές, να χάσκουν σαν γερόντια, που πασχίζουν να πάρουν τις τελευταίες τους ανάσες, πριν τον θάνατο.
Η ώρα περασμένη κατά πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Το κρύο τσουχτερό. Ο αέρας να χτυπά με δύναμη τα ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλλα και μες τη σκοτεινιά ένα ξεχασμένο κορμί, από Θεούς κι ανθρώπους, να ψάχνει ένα ζεστό μέρος για να κοιμηθεί. Να κουρνιάσει μερικές ώρες, μέχρι να έρθει το πρωί για να συνεχίσει το ταξίδι του, σε ένα κόσμο γεμάτο μοναξιά και απομόνωση. 
Η Πέρσα, βρήκε αυτό που έψαχνε. Μια ανοιχτή πόρτα που την οδήγησε σε ένα δωμάτιο, γεμάτο από άχρηστα πράγματα και βρωμιά. Πράγματα που οι «κανονικοί άνθρωποι», δεν χρειάζονταν πια, αλλά τα πέταξαν εκεί, ένας Θεός ξέρει, γιατί. Γυαλιά σκορπισμένα εδώ κι εκεί από σπασμένα μπουκάλια, απ’ τα παράθυρα, χαρτιά, ρούχα σκισμένα, παπούτσια. Και μια μυρωδιά να πλανιέται. Ένα συνονθύλευμα από μούχλα, περιττώματα ποντικιών, ανθρώπων, σκύλων..... 
Το ασημένιο φως του φεγγαριού, τρύπωνε κλεφτά από μια σπασμένη γρίλια, πάνω σε έναν άθλιο καναπέ, που το χρώμα του, ούτε οι παλιοί ιδιοκτήτες του δεν θα μπορούσαν πια να ξεχωρίσουν, φαίνονταν γκρι μαύρο. Σπασμένος από την μια πλευρά, χωρίς μαξιλάρια, με κουρελιασμένα τα μπράτσα και την πλάτη από τα αδέσποτα, που κούρνιαζαν σε αυτόν για να ξεκουραστούν. Εκεί, πλησίασε η Πέρσα και άπλωσε το ταλαιπωρημένο της κορμί, να το ξεκουράσει από τις άσκοπες περιπλανήσεις της, μέσα στην αδιαφορία και τη σκαιότητα των ανθρώπων. 
Τα ρούχα που φόραγε δεν την προστάτευαν πολύ από το κρύο. Ένα πουλόβερ, χιλιοτρυπημένο. Ένα καλοκαιρινό μπουφάν, βρώμικο, σκισμένο κι αυτό. Ένα παντελόνι, που τρίφτηκε επάνω της, από τον χρόνο. Οι κάλτσες κουρέλια πια και τα παπούτσια με φαγωμένες σόλες, από τα αμέτρητα χιλιόμετρα που έκανε κάθε μέρα σε διάφορες γειτονιές, ζητιανεύοντας ένα κομμάτι ψωμί ή κανένα σεντ, για να συμπληρώσει το ποσό που θα της εξασφάλιζε, ένα μπουκάλι φθηνό κρασί. Μια εξάρτηση που δεν ξεκίνησε τη δεδομένη στιγμή, αλλά από μια άλλη ζωή, δήθεν ευτυχισμένη.
Ένας απρόσμενος επισκέπτης πήδηξε μέσα, από το σπασμένο παράθυρο, κουνώντας την ουρά του. Χαζολόγησε για λίγο, μήπως βρει κανένα ποντίκι, αλλά εκείνα είχαν τρομάξει από τον προηγούμενο εισβολέα και χάθηκαν από το δωμάτιο. 
«Δεν έχει τίποτα απόψε εδώ για φαγητό. Τι κρίμα!», μονολόγησε η γάτα.
Η Πέρσα την είχε δει να μπαίνει, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Εξάλλου, ένα γατί ήταν. Τίποτα σπουδαίο, τίποτα επικίνδυνο. Έκλεισε τα μάτια της, κύρτωσε το κορμί της σε εμβρυική στάση για να μην κρυώνει και προσπάθησε να κοιμηθεί. Η γάτα όμως είχε άλλα σχέδια. Αφού ζύγισε την κατάσταση, έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε στην αγκαλιά της. 
Η Πέρσα τη δέχτηκε. Άλλωστε θα βοηθούσε ένα ζεστό σώμα κάτω από αυτές τις συνθήκες και κράτησε τη γάτα τρυφερά ανάμεσα στα χέρια και το στήθος της. 
«Κρυώνεις κι εσύ, απόψε;», είπε η Πέρσα στη γάτα και τη χάιδεψε. Εκείνη γουργούρισε ευχαριστημένη και έγειρε πιο κοντά της.
«Δεν έχεις άδικο. Αλλά σταθήκαμε τυχερές που βρήκαμε η μια την άλλη.».
«Ξέρεις... Κάποτε... Σε μια άλλη ζωή, δεν μου άρεσαν οι γάτες. Χωρίς λόγο. Δεν χρειάζεται να σκέφτεται κανείς γιατί  υπάρχετε στον πλανήτη...... Και να που τώρα είσαι εδώ, μαζί μου, να με ζεσταίνεις και να μου κρατάς συντροφιά......».
Η γάτα γουργούρισε ξανά και κατέβασε τα αυτιά της να δεχθεί ένα ακόμη χάδι, από το κρύο και βρώμικο χέρι της Πέρσας. 
«Δεν έμεινε κανείς για μένα πια. Όλοι έκλεισαν τις πόρτες τους και κάνουν ότι δεν με ξέρουν..... Αν και η αλήθεια είναι ότι, δεν με ξέρουν. Δεν προσπάθησαν καν να με γνωρίσουν. Δεν με αγάπησαν ποτέ....... Ενώ εγώ έκανα απεγνωσμένες προσπάθειες να με δουν, να με ακούσουν.... Αλλά δεν βαριέσαι; Έτσι είναι οι άνθρωποι. Όταν έχεις να δώσεις έρχονται να πάρουν, κολακεύοντάς σε. Όταν δεν έχεις να δώσεις.....σου γυρίζουν την πλάτη και σου κλείνουν την πόρτα στα μούτρα.....
Πως έφτασα εδώ; Δεν το κατάλαβα στην αρχή ότι κατρακύλησα. Μετά... ήταν πολύ αργά και δεν υπήρχε γυρισμός. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω όταν δεν μένει τίποτα. Όταν δεν υπάρχει κάποιος να σου απλώσει το χέρι για να σε σηκώσει, να σε συγχωρήσει..... Μόνο ο Θεός συγχωρεί.... αλλά μάλλον εμένα δεν με βλέπει. Είμαι πολύ κάτω.... στον πάτο του βαρελιού, εκεί, που δεν φτάνουν οι ακτίνες του ήλιου. Είναι πολύ σκοτεινά......
Δεν πειράζει. Ίσως πήρα ακριβώς αυτό που άξιζα......».
Η γάτα αναδεύτηκε, σαν να είχε αντίρρηση σε αυτό. «Κανένα πλάσμα του Θεού, όσο βασανισμένο κι αν είναι δεν αξίζει να παραιτηθεί από τον αγώνα για επιβίωση και αγάπη!», ήταν σαν να της έλεγε. «Μην το βάζεις κάτω! Κάτι θα υπάρχει για σένα που δεν το βρήκες ακόμη!».
Η Πέρσα γέλασε ειρωνικά. «Δεν ξέρεις.... Γι’ αυτό.... Τα είχα όλα.... Όλα!!! Και τα πέταξα.... Εγώ φταίω! Δεν καταλαβαίνεις; Εγώ!!!! Μόνο Εγώ!!!!», ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Ξαφνιάστηκε κάπως.... Νόμιζε ότι μετά από τόσο καιρό είχαν πια στερέψει......

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ευτυχώς όχι κάτι σοβαρό.

Ένα θέμα υγείας, σε οικογενειακό πρόσωπο, με κρατάει για λίγες μέρες μακριά από την μπλογκόσφαιρα, αλλά θέλω να σας πω ότι δεν είναι κάτι σοβαρό και ότι είναι από τα προβλήματα που λύνονται. Τώρα είμαστε σε φάση ανάρρωσης και όλα μέχρι στιγμής βαίνουν καλώς.
Ετοιμάζω όμως και μια ιστορία, με ένα θέμα, που δεν έχω πιάσει άλλη φορά..... Αυτό, τώρα, θα δείξει.... δεν ξέρω. 
Να είστε όλοι καλά!!!!

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Τι να κάνω;

Αναρωτιέμαι μερικές φορές.
Μπορεί και να κάνω λάθος, ίσως. Συνήθως, όταν άνθρωποι χρειάζονται τη βοήθειά μου ή κάτι από μένα, πολύ ευχαρίστως, να βοηθήσω. Τι γίνετε, όμως, στην περίπτωση που αυτό γίνεται συνέχεια; Εννοώ, ότι , εντάξει κι εγώ χρειάστηκα βοήθεια, πολλές φορές, δεν λέω, αλλά προσέχω. Προσέχω να μην γίνω φόρτωμα στους άλλους. Δεν μου αρέσει και επειδή δεν μου αρέσει να μου το κάνουν, δεν το κάνω..... 
Ναι υπάρχει ένα, αλλά, εδώ..... Τι τους κάνει τελικά να πιστεύουν ότι μπορούν να με κάνουν ότι θέλουν;;;;;;
Πείτε μου ένα τρόπο να ξεφύγω, γιατί κουράστηκα και επειδή είμαι πολύ οξύθυμη, αν το κάνω μόνη μου........ Θα πάρει και θα σηκώσει πολύ κόσμο...... Την αγελάδα που δίνει γάλα και μετά δίνει κλοτσιά στον κουβά και το χύνει την ξέρετε;;;;; Αυτή ακριβώς είμαι......

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η σελίδα.

Ένα τσιγάρο σιγόκαιγε στο τασάκι. Ο καπνός του, μια λωρίδα που άνοιγε σαν πέπλο, κάνοντας δαχτυλίδια, για να χαθεί έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Μια λάμπα, έριχνε το χλωμό της φως πάνω σε μια λευκή άδεια σελίδα, που περίμενε καρτερικά να γεμίσει, από λέξεις. Λέξεις, που ποτέ δεν γράφτηκαν. 
Ο Αντρέας, έσβησε το τσιγάρο, αφού πρώτα τράβηξε την τελευταία τζούρα, πριν φτάσει η καύτρα στο φίλτρο. Έκλεισε το φως, αφήνοντας το σκοτάδι στο δωμάτιο να τον τυλίξει. Είχε γίνει φίλος πια με τις σκιές. Κουβέντιαζε μαζί τους. Ένιωθε άνετα, απογυμνώνοντας την ψυχή του σε αυτές. Οι σκιές, δεν μπορούσαν να τον προδώσουν. Το φως, ήταν ανελέητο. Τον άφηνε εκτεθειμένο, χωρίς να νοιάζεται για αυτόν.
Προχώρησε προς το παράθυρο κοιτώντας έξω τα φώτα της πόλης, που λαμπύριζαν, σαν μικρές φωτεινές κουκίδες διάσπαρτες στο σκοτάδι. Ο θόρυβος από ένα ξεχασμένο αυτοκίνητο, που κινούνταν στους έρημους δρόμους, έσπασε την σιωπή της νύχτας, όπως το βότσαλο που πέφτει στη λίμνη και διαταράσσει τα ήσυχα νερά της. Για λίγο.
Αρκετό όμως να κάνει κακό. Μια κακοφωνία στην τελειότητα του σύμπαντος που κινείται αέναα, στον χώρο και τον χρόνο. Χρόνος. Πλασματικός. Δημιούργημα του ανθρώπου, για να δικαιολογήσει το πριν, το τώρα, το μετά. Δεν υπήρχε χρόνος για τον Αντρέα. Είχε σταματήσει να γυρνά, όπως το ρολόι σταματά την ώρα του ατυχήματος. Βίαια. 
Βίαιος κι ο τρόπος που έφυγε εκείνη. Δεν ήθελε να θυμάται. Το μυαλό, όμως, είχε τη δική του βούληση. Οι θύμησες πετάγονταν από το πουθενά μπροστά του, βάζοντας τον, να ξανά ζήσει τα πάντα από την αρχή. 
Βράδυ, μαζί στο αυτοκίνητο. Η ευτυχία, ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Γύριζαν από τον γιατρό. Για τους επόμενους μήνες, η Χλόη, έπρεπε να προσέχει την δίαιτά της. Δεν έπρεπε να κουράζετε..... Μια μικρή καρδούλα χτυπούσε μέσα της, στο δικό της ξεχωριστό ρυθμό. Μια ακόμη ζωή έπαιρνε σχήμα, μορφή. Ένα μικρό πλασματάκι, τόσο δα, που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο που θα έβλεπαν τον κόσμο γύρω τους. 
Δεν πρόλαβε να δει τίποτα, εκτός από τα φώτα. Δυνατά φώτα, που τον τύφλωσαν. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, χάθηκαν όλα. Ένα μπαμ, που στοίχειωνε ακόμη τον ύπνο του, τον ξύπνιο του..... 
Η λευκή σελίδα περίμενε εκεί, πάνω στο παλιό βρώμικο τραπέζι, άσπιλη. Κάθισε στην μοναδική καρέκλα, πάνω από την σελίδα κι έκλαψε, για τελευταία φορά. Τα δάκρυα έπεσαν επάνω της σχηματίζοντας κυματιστούς κύκλους. Άνοιξε το συρτάρι και πήρε το μπουκαλάκι με τα χάπια. Του τα ’χε γράψει ένας γιατρός. Αντικαταθλιπτικά.... για να ξεχνάει, να κοιμάται.... να ζει. Να ζει μια ζωή, χωρίς νόημα. Χωρίς εκείνη.... χωρίς την ψυχή που μεγάλωνε μέσα της. 
Ο εισαγγελέας έδωσε την εντολή να ανοιχτεί το διαμέρισμα. Ένας άνθρωπος κείτονταν νεκρός σε μια καρέκλα, πάνω από μια σελίδα διάστικτη από κυματιστούς κύκλους και μια μοναδική λέξη, γραμμένη πάνω της.....«Έρχομαι.»

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Το δώρο του!

Ιωάννινα, Ηγουμενίτσα, Πλαταριά, Σύβοτα!
Μια μονοήμερη εκδρομούλα, για να ξεφύγουμε από τα τετριμμένα.
Εγνατία οδός



Ιωάννινα






Πλαταριά



Σύβοτα





Επιστροφή με ηλιοβασίλεμα

 
Κάτι λέγαμε για αγαπημένα μέρη..... Άντε να διαλέξεις τώρα! Περάσαμε πολύ όμορφα. Κουραστήκαμε βέβαια, λίγο, αλλά άξιζε τον κόπο!!! Είναι όμορφη η Ελλαδίτσα μας.... Αλλού είναι τα άσχημά της.... Αλλά δεν βαριέστε.....
 
 

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Είπα κι εγώ να μπω στο παιχνίδι!

Όπως θέλετε πείτε την,
Armenaki,  Zoyzoy, το ίδιο είναι. Αυτό, το γλυκό κορίτσι, που μας βάζει μέσα στη βάρκα της και μας ταξιδεύει σε ανοιχτές θάλασσες και μας ταΐζει φρέσκο ψαράκι, με έβαλε να παίξω ένα παιχνιδάκι και δέχτηκα. Έτσι, για αλλαγή, να διασκεδάσουμε λίγο. Ξεκινώ, λοιπόν. 

1. Η ηλικία των επόμενων γενεθλίων σου.
Να σας πω κάτι..... Είδατε, τι έπαθα πέρυσι; Θέλετε να έχουμε πάλι, δράματα;;;;; Αααα..... είπα.... μήπως!!!!!


2. Ένα μέρος που θα ήθελες να επισκεφτείς.
Το μέρος που θα ήθελα να επισκεφτώ....... Για να δούμε... Λοιπόν...... Τι είχα μέσα στο μυαλό μου, σαν απωθημένο;;;;..... Την Νέα Υόρκη..... Ε, πήγα...... Και;;;;; Δεν έχω προορισμόοοοοο....... Δεν έχω προορισμόοοοοο...... (Πάρε βαθιές ανάσες.... Έτσι.... Έτσι.... Δεν είναι τίποτα..... Θα σου περάσει, σε λίγο.....).

3. Το αγαπημένο σου αντικείμενο. 
Εδώ πρέπει να σκεφτώ! Αντικείμενο,ε; Το Mπρελόκ; Όχι, όχι.... Αυτό το  είπαμε, σε προηγούμενο παιχνίδι.... Άλλο, άλλο.... Εεεε, λοιπόν, το αγαπημένο μου αντικείμενο, είναι η τσάντα μου.  Τι θα πει: «Παίρνει πολλά αντικείμενα μέσα;». Όλα είναι αγαπημένα! Πορτοφόλι! Άδειο. Δεν έχει σημασία..... Κλειδιά. Πως; Απ’ έξω θα μείνω; Τον καρκίνο μου. Δεν καταλάβατε; Τα τσιγάρα, ντε. Κατσαβιδάκια. Τι; Όχι, δεν παίρνω και την εργαλειοθήκη μαζί μου.... Δεν με αφήνει ο Γιώργος, αλλιώς.... Είπαμε...... Κραγιόν. Τσιμπιδάκι για τα φρύδια. Χαρτομάντιλα. Δύο στικάκια για τον υπολογιστή.........
Ξέφυγα;;;;; Άντε καλέ! Κι αυτά; Ούτε τα μισά, δεν είναι!!!!! 

4. Το αγαπημένο σου μέρος.
Η Ελευθερία. Ορίστε; Εγώ, δεν μπερδεύτηκα καθόλου! Εσείς, έχετε μπερδέψει τα πράγματα. Ναι, η Ελευθερία! Και τι μέρος είναι αυτό; Έλεγα να μην σας το αποκαλύψω, γιατί τον χειμώνα θα με βρείτε συχνά εκεί..... Αλλά.... Τέλος πάντων. Είναι το καφενεδάκι που πάω, να πιω το καφεδάκι μου και να διαβάσω, την εφημερίδα μου. Εντάξει;;;;

5. Το αγαπημένο σου φαγητό.
Αυτό, τώρα, δεν είναι δίκαιο! Τι θα πει: «Ένα αγαπημένο;». Έπρεπε, η ερώτηση, να είναι αλλιώς. Ποιό φαγητό, ΔΕΝ σας αρέσει. Αυτή την ερώτηση, να την δεχτώ και πολύ ευχαρίστως να την απαντήσω....... Τη φασολάδα..... Εντάξει το παραδέχομαι ότι δεν τρώω έντομα, φίδια και τα συναφή, αλλά αυτά δε είναι Ελληνική κουζίνα, εξηγηθήκαμε;;;;; (Τι θα πει εθνικό φαγητό; Αφού με πειράζει......).

 6. Το αγαπημένο σου ζώο.
Η νυφίτσα! Τι έχει το ζωντανό; Που τρώει από καμιά κοτούλα; Πως θα ζήσει, το καημένο; Ας ασφαλίσουν οι νοικοκυραίοι,  τα κοτέτσια τους, με καλύτερο τρόπο.  Γιατί, όχι; Κάτι δίποδες νυφίτσες,  να φοβάσαι... Που μπαίνουν μέσα στα σπίτια και κάνουν, χειρότερο, κακό στους νοικοκυραίους...... Άντε, να μην συγχυστώ και είμαι σε δύσκολη ηλικία..... Ρωτήστε τον Χριστόφορο.... Εκείνος ξέρει, ότι, είμαι μεγάλη γυναίκα.... και πρέπει να προσέχω πολύ την υγεία μου.... 

7. Το αγαπημένο σου χρώμα.
Ααα, εδώ δεν υπάρχει μυστήριο. Σας το έχω ξαναπεί και οι περισσότεροι το θυμάστε. Αν μπορούσα να ζω, μέσα σε ένα μοβ πλανήτη...... θα ήμουν απόλυτα ευτυχισμένη. Τώρα.... μου λείπει αυτό.... Καταλάβατε; Αλλιώς θα πέταγα μέσα σε μοβ συννεφάκια...... (Τι της λες, τώρα; Λες κι έχει λύσει όλα, τα άλλα, προβλήματά της.... Τι να πω;..... Είναι μακριά το τρελοκομείο;).
8. Το μέρος που γεννήθηκες.
Πολύ θα ήθελα, να είχα φυτρώσει. Τουλάχιστον έτσι, δεν θα πόναγε ο χαμός του γονιού.... Αλλά, ας κρατήσουμε το κλίμα στον χαρούμενο τόνο και να σας πω ότι το μέρος που γεννήθηκα...... δεν μπορώ να το προφέρω σωστά. Δεν έχω δυσλεξία. Αμάν!!!! Όλη την ώρα με κατηγορείτε, χωρίς να φταίω. Γιατί βιάζεστε, μου λέτε;;;; Τώρα ή Άνσπαχ το λένε ή Άντσμπαχ.... Θα σας γελάσω..... Με αυτά τα γερμανικά, δεν βγάζεις άκρη. Δέκα σύμφωνα στη σειρά, σε μια λέξη;;; Συγγνώμη, έχω άδικο;;;; Δεν είναι σαν να στραμπουλάς την γλώσσα σου;;;;; Όσες φιλότιμες προσπάθειες και να κάνεις, δεν θα καταφέρεις να τα πεις όλα μαζί! Αυτοί είναι δυσλεκτικοί, όχι εγώ!!!!
 9. Το μέρος που ζεις.
Αυτό κι αν το ξέρετε!!!!! Ο μικρός μου παράδεισος..... Η Δράμα. Ποιός είπε: «Δράμα η κατάσταση;;;;». Να ανακαλέσει, Τώρα!!!!!
10. Το όνομα ενός κατοικίδιου ζώου που είχες.
Δεν είχα. Ήμουν δυστυχισμένο παιδί; Μετράνε τα καναρίνια που είχε ο μπαμπάς, στο μπαλκόνι;;;; Τι κατοικίδιο άλλο να είχαμε;;; Δεν είναι κρίμα να αιχμαλωτίζεις ένα ζώο, μέσα στο διαμέρισμα; Και τα πουλιά ζώα είναι; Αλήθεια; Εγώ νόμιζα ότι άλλο είναι τα πουλιά και άλλο τα σκυλιά. Ε; Γιατί; Γιατί η μαμά, μπορούσε να ανεχτεί τα πρώτα..... δεν άντεχε τα δεύτερα.... Ούτε κι εγώ κατάλαβα ποτέ..... Δεν την ρώτησα κιόλας... Τώρα, όμως, έχω ένα υπέροχο κάνε κόρσο, τον Τζο, που ζει στο χωριό, στην αυλή και είναι πολύ ευτυχισμένος! 
11. Το ψευδώνυμο σου στο μπλογκ. 
Δεν τα πάω καλά με τα ψευδώνυμα...... Το ονοματάκι μου έχω...... Κι επειδή; Τι θα πάθω; Επιλογή μου ήταν. Δεν έχω να κρύψω κάτι. Καθαρός ουρανός, αστραπές δεν φοβάται!!!! Όχι, όχι.... Όταν λέω κάτι, θέλω να ξέρουν, ότι, το είπα Εγώ!!!! 
12. Το πραγματικό σου όνομα.
Σταυρούλα. Κάποτε, δεν μου άρεσε.... Όταν ήμουν μικρή, ήθελα να το αλλάξω..... Αλλά, ένα παράξενο πράγμα..... Νομίζω ότι τελικά τα ονόματά μας, μας ταιριάζουν.... Δεν θα ήθελα να με λένε διαφορετικά, τώρα..... 
13. Το όνομα της γιαγιάς σου από την πλευρά της μητέρας σου.
Θα σας το πω όπως την φώναζαν στα ποντιακά. Ανάστα!!!!! Η τρομερή γιαγιά, που μπήκε με το δίκαννο στην αστυνομία, γιατί κατηγόρησαν, χωρίς να φταίει, τον γιο της για κλοπή...... Δεν της μοιάζω τόσο..... αλλά έχω κι εγώ τις μέρες μου......
14. Το όνομα της γιαγιάς σου από την πλευρά του πατέρα σου.
Τώρα νομίζω, ότι, δεν χρειάζεται και πολύ φιλοσοφία......  Έλληνες είμαστε..... Παραδόσεις.... κρατάμε..... Τι άλλο από.... Σταυρούλα.....

15. Μια κακή σου συνήθεια.
Το κάπνισμα. Το ξέρω...... Έχετε δίκιο..... Ίσως και να το κόψω κάποτε..... Αλλά, δεν είμαι έτοιμη ακόμη.....
16. Οι αγαπημένες σου διακοπές.
Δεν μπορώ να διαλέξω..... Κάθε φορά πάω σε διαφορετικά μέρη....... Αυτό, μπορείτε να το ξαναρωτήσετε την μέρα που θα πεθάνω; Μόνο τότε θα ξέρω σίγουρα.... Αν και πιστεύω, ότι, εκείνη την ώρα θα σας έλεγα.... «Οι διακοπές μου στο νησί που λέγεται, ΖΩΗ!».
17. Ένα προτέρημά σου.
Δεν έχω. Θα σας έλεγα ότι είμαι γεμάτη προτερήματα..... αλλά δεν μου αρέσουν τα ψέμματα. Είναι προτέρημα αυτό; Ποιο; Η ειλικρίνεια;;;;;; Δεν πάτε καλά, μου φαίνεται...... Ξέρετε τι μου ’χει στοιχίσει αυτό;;;;;;
18. Ένα ελάττωμά σου.
Είμαι σκληρή. Δεν κλαίω εύκολα. Πολύ θα ήθελα, έστω μια φορά στη ζωή μου, να κλάψω τόσο πολύ, για όλα αυτά που πέρασα κι έχασα, ώσπου να γίνω ένα με το πάτωμα και να μην σηκωθώ από ’κει, μέχρι να λυτρωθώ.....  Σας ψυχοπλάκωσα;;;;;  Δεν θα το κάνω..... Δεν είναι του χαρακτήρα μου. Κάποιος πρέπει να κρατάει τα μπόσικα και το λαχείο.... Έπεσε σε μένα......
19. Ένα αγαπημένο σου αμάρτημα.
Να μην νηστεύω την ημέρα της γιορτής μου...... Αδικία δεν είναι;;;;;; Ο αδελφός μου, την μέρα που γιορτάζει, τρώμε τον άμπακα....... Γιατί; Εγώ στο πηγάδι κατούρησα;;;;;
20. Ένα άτομο που θαυμάζεις.  
Τον Γιώργο. Δεν τον ξέρετε;;;;; Τον συμβίο μου, καλέ! Ναι, ναι, αυτόν τον άνθρωπο, που θα ήθελα να μπορούσα να του μοιάσω. Για το θάρρος του, την υπομονή του, την μεγάλη του καρδιά, που χωράει όλο τον κόσμο, για την επιμονή του στο να πετύχει τους στόχους του (με την καλή έννοια)..... και όλα τα υπόλοιπα που εγώ δεν έχω και τα εισπράττω απλόχερα από εκείνον! Το προσέξατε, ε;;;;; 
Δεν είναι στρουμφάκι!!!! Τα στρουμφάκια είναι μπλε.........όχι μοβ.......

 Κι επειδή δεν πρόλαβα να σας κεράσω την ημέρα της γιορτής και των γενεθλίων μου θα το κάνω σήμερα. Δεν λένε ότι η γιορτή κρατά σαράντα μέρες;;;; Μέσα στα όρια είμαι, λοιπόν.
Πηγή φωτογραφίας:Ζαχαροπλαστεία Oriental
Για να πω την αλήθεια, το κατά διασκέδασα γράφοντας αυτή την ανάρτηση. Δεν μπορώ όμως να διαλέξω μερικούς από σας για να παίξετε. Ας παίξει όποιος θέλει, εντάξει;

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες. η’

Ο Φώτης, πήγε στο Λιμενικό σταθμό, γεμάτος αγωνία. Είχε παρακολουθήσει το ζευγάρι, με το αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει -γι’ αυτό δεν τον πήραν χαμπάρι- και τους είδε που μπήκαν στην βάρκα. Δεν είχε σκοπό να το κουνήσει από ’κει μέσα, μέχρι να έκαναν τα αδύνατα δυνατά,  να τους βρουν. Ούτε μέσα από τον ασύρματο μπορούσαν να τους πιάσουν, ούτε να βγάλουν, βάρκα ή ελικόπτερο, με τέτοιο καιρό. Δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε πανικοβληθεί.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, μέχρι να καλμάρει ο καιρός. Ελικόπτερο, δεν σηκώνετε, γιατί ήδη έχει νυχτώσει έξω.....», δεν άφησε τον λιμενικό να συνεχίσει.
«Τι μου λέτε, δηλαδή; Ότι είμαστε υποχρεωμένοι, να κάτσουμε με τα χέρια σταυρωμένα; Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε; Τι στο καλό; Θα τους αφήσουμε στο έλεος του Θεού;».
«Κοιτάξτε.....Καταλαβαίνω ότι ανησυχείτε. Κι εμείς, το ίδιο με εσάς αισθανόμαστε, αλλά ο πανικός, δεν βοηθά. Προσπαθούμε με τον ασύρματο, να βρούμε, έστω, το στίγμα τους, αλλά μάλλον θα έχουν κάποιο πρόβλημα. Να ξέρετε, όμως, ότι ο καπετάνιος της βάρκας είναι άνθρωπος έμπειρος. Ξέρει κάθε πόντο αυτού του νησιού, το ίδιο και τη θάλασσα. Είμαστε σίγουροι ότι μέχρι τώρα, θα τους έχει πάει σε κάποιον από τους ασφαλείς ορμίσκους.».
«Αυτό, είναι μόνο εικασία......».
«Όχι, κύριε, είναι το πιο σίγουρο. Ο καιρός είναι απρόβλεπτος στη θάλασσα και αυτές οι βάρκες δεν βγαίνουν πολύ στα ανοιχτά. Μόνο τον γύρω του νησιού κάνουν, επειδή είναι για τους τουρίστες.», προσπαθούσε να τον καθησυχάσει ο λιμενικός. 
Στην άλλη άκρη του νησιού, ο Στέφανος, δεν είχε την δύναμη να σταματήσει. Αν συνέχιζε να τη φιλά, σίγουρα η κατάληξη θα ήταν, να την πάρει εκεί, μέσα στην καμπίνα. Την κατάσταση  έσωσε ο καπετάνιος, μπαίνοντας μέσα για καφέ. 
«Ωω... Συγγνώμη.... που διακόπτω......», είπε.
Ο Στέφανος πετάχτηκε στην άλλη πλευρά από την έκπληξη και η Μαργαρίτα κοκκίνισε ως τα αφτιά. 
«Εεεε..... Όχι.... εεεε.... εντάξει.... περάστε....», τραύλισε ο Στέφανος. Η Μαργαρίτα, δεν έβγαλε μιλιά. Κάθισε στον καναπέ και κοίταζε τα παπούτσια της. «Τι ντροπή..... Τώρα όλοι θα πιστεύουν ότι είμαι εύκολη...... Από την άλλη...... Παραδέξου το! Σου άρεσε...... Το περίμενες και το ’θελες.....», οι σκέψεις της μπερδεύτηκαν. Δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώθει ενοχές ή όχι.
Ο καπετάνιος, συνέχισε να κάνει τη δουλειά του, χαμογελώντας κάτω από τα μουστάκια του. Είχε δει πολλές φορές, ζευγάρια, να φιλιούνται πάνω σε αυτήν εδώ την βάρκα. Πολλά από αυτά είχαν επέτειο, άλλα ήταν νιόπαντρα, άλλα παράνομα. Το συγκεκριμένο ζευγάρι, του ’χε κάνει εντύπωση. Δεν είχαν την οικειότητα που έχουν τα ζευγάρια συνήθως, άρα, θα πρέπει να γνωρίστηκαν τώρα. Από τον τρόπο που χώρισαν, μάλλον αυτό, θα ήταν το πρώτο τους φιλί. 
«Αχ, αυτός ο έρωτας! Τι γλυκό πράγμα που είναι! Και δείχνουν να ταιριάζουν, τόσο πολύ!», σκέφτηκε. Όπως εκείνος και η κυρά Χαρίκλεια, που μετρούσαν σαράντα χρόνια γάμου, πια.
«Λέτε να κρατήσει πολύ, η κοσμοχαλασιά;», τον ρώτησε ο Στέφανος.
«Συνήθως, επειδή είναι ακόμη καλοκαίρι, δεν κρατάει τόσο, αλλά εξαρτάται. Τώρα, προσπαθώ να επισκευάσω τον ασύρματο, αλλά δεν βλέπω να γίνεται κάτι. Πάντως, μην ανησυχείτε. Όσο είμαστε εδώ, δεν υπάρχει κίνδυνος για τίποτα.», του απάντησε.
«Αυτό το λες εσύ....γιατί δεν ξέρεις.......», μονολόγησε ο Στέφανος.
«Πάω να συνεχίσω. Μπορεί και να το φτιάξω τελικά.», τους είπε κι έφυγε.
Ο Στέφανος πήγε κοντά στην Μαργαρίτα. 
«Κοίτα.... Το ξέρω, ότι, δεν ήταν καθόλου σωστό αυτό που έκανα, αλλά..... μου αρέσεις. Μου αρέσεις πάρα πολύ και δεν μπορώ να αντισταθώ. Δεν είμαι άνθρωπος που κάνει τέτοια πράγματα. Είχα μια σχέση ατέλειωτα χρόνια, η οποία τελείωσε κάπως άδοξα και είμαι λίγο μπερδεμένος, αλλά σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελα να κάνω κάτι, για να σε πληγώσω. Από την μέρα που σε γνώρισα, δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου.... Το ξέρω ότι ακούγομαι σαν ηλίθιος, αλλά το θεωρώ πρέπον να σου το πω, να το γνωρίζεις..... Νομίζω, ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου!», τα είπε όλα με μιας.
Η Μαργαρίτα δεν τον κοίταζε, όση ώρα εκείνος της έκανε ερωτική εξομολόγηση. 
«Πες κάτι, σε παρακαλώ...... Πες μου, οτιδήποτε..... Πες μου ότι, δεν σε ενδιαφέρω...... Ότι είμαι ηλίθιος, που πίστεψα ότι ίσως και να.......», σήκωσε το κεφάλι της και κάρφωσε το βλέμμα της στα μάτια του.
«Σταμάτα να μιλάς και φίλα με πάλι!», τον διέταξε.
Τη φίλησε. Τη φίλαγε, ως την ώρα που ακούστηκε η σειρήνα του λιμενικού, που έμπαινε στον όρμο. Ξέπνοοι βγήκαν από την καμπίνα και είδαν το φως του προβολέα να πέφτει επάνω τους. Στην πλώρη όρθιος, γεμάτος ανάμεικτα συναισθήματα ο Φώτης, φωνάζοντας από χαρά και ανακούφιση. Όταν πια βρέθηκαν πάνω στο πλοίο, ο Φώτης, τους αγκάλιασε και είπε:
«Μην το ξανακάνετε, ποτέ αυτό! Δεν ξέρετε, τι τράβηξα μέχρι να φτάσουμε ως εδώ και να δω, με τα ίδια μου τα μάτια, ότι είστε καλά...... Για τιμωρία μόλις γυρίσουμε, θέλω να μάθω τα πάντα, με όλες τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες.....», γέλασαν και οι τρεις και ο λιμενικός κούνησε το κεφάλι του. 
«Μην το ξανακάνετε, γιατί αυτός ο τύπος, δεν αντέχετε ούτε δευτερόλεπτο.....», μονολόγησε.
 ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες. ζ’

Τίποτα απ΄ ότι έγινε δεν το είχε σχεδιάσει. Και το ταξιδάκι με την βάρκα, δική του ιδέα ήταν. Προσπαθούσε μια εβδομάδα τώρα, να τον πλησιάσει περισσότερο, αλλά εκείνος ήταν αρκετά απόμακρος. Το πρώτο βράδυ που έμεινε μαζί του στο δωμάτιο, μέσα στον ύπνο του παραμιλούσε. Το μόνο που ξεχώρισε ήταν ένα όνομα: "Μαρία". Η γυναίκα του να ήταν; Δεν τον είδε να φορά βέρα. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε απαραίτητα το αντίθετο, αλλά αν ήταν παντρεμένος, δεν θα έκανε διακοπές με την γυναίκα του και τα παιδιά του;  Πάντα με την προυπόθεση ότι, είχαν παιδιά.
"Που πας και μπερδεύεσαι; Όλο στους λάθος άντρες πέφτεις", σκέφτηκε. Πόσο λάθος άντρας να ήταν ο Στέφανος; Με την γκαντεμιά που την έδερνε; Όλα ήταν δυνατά. Έξι μήνες πριν, δεν έδιωξε τον Ηλία από το σπίτι, γιατί τον έπιασε να την απατά με την γραμματέα του;
"Δεν ήταν τίποτα, αγάπη μου!!!! Εσένα αγαπώ και θέλω να παντρευτώ!!!!!".
Ο γελοίος. Εκείνη ονειρεύονταν τον γάμο τους και τα παιδιά που θα έκαναν κι αυτός πήδαγε την γραμματέα του, τις ατέλειωτες ώρες που έλειπε, στα δήθεν meetings της εταιρείας. Πόσο κορόιδο είχε πιαστεί.....
Όση ώρα ο Στέφανος χάζευε το απέραντο γαλάζιο κι εκείνη έκανε τις συγκεκριμένες σκέψεις, ο ουρανός άλλαξε. Βαριά σύννεφα συγκεντρώνονταν στον ουράνιο θόλο και το φως της μέρας χάνονταν. Αέρας βγήκε από το πουθενά και η βάρκα άρχισε να ταλαντεύεται επικίνδυνα. Μια αστραπή έσκισε τον ορίζοντα και ο κεραυνός έπεσε μακριά μέσα στη θάλασσα. Ο καπετάνιος εμφανίστηκε από την καμπίνα με το τιμόνι και τους ανακοίνωσε ότι γύριζαν πίσω. Ο ασύρματος είχε κάποιο πρόβλημα, προσπαθούσε να το λύσει, αλλά πίστευε ότι θα προλάβαιναν να μπουν στο λιμάνι, πριν χειροτερέψει το μπουρίνι. Τίποτα δεν πήγε κατ' ευχήν από εκεί και μετά. Ο άνεμος δυνάμωσε, η βροχή επίσης και οι κεραυνοί έπεφταν ο ένας πίσω από τον άλλον με εκκωφαντικό θόρυβο.
Η Μαργαρίτα είχε πανιάσει από τον φόβο της.
"Γιατί δεν του 'πες του ανθρώπου, ότι, φοβάσαι τις βάρκες; Το βρήκες και θαυμάσια ιδέα, βλαμμένη. Άντε τώρα, να δούμε, ποιος θα σε σώσει από τον πάτο της θάλασσας που θα βρεθείς και θα σε φάνε τα ψάρια;", μονολόγησε. 
Ο Στέφανος την πλησίασε και την τράβηξε μέσα στην καμπίνα. Είδε τον φόβο που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της και προσπάθησε να την καλμάρει, αλλά εκείνη είχε πάθει κρίση πανικού.
"Άσε με!!!! Δεν μπαίνω εκεί μέσα!!!! Αν βουλιάξουμε δεν θα προλάβουμε να βγούμε στην επιφάνεια......", δεν την άφησε να συνεχίσει. Την άρπαξε και τη φίλησε με πάθος. Στην αρχή αντιστάθηκε, αλλά όσο το φιλί βάθαινε, τόσο χάνονταν στην γλύκα του. Έχασε την γη κάτω από τα πόδια της. Έχασε κάθε επαφή με το περιβάλλον. Άρχισε να ακούει άρπες να παίζουν και να βλέπει ροζ πεταλούδες να πετούν γύρω τους, ως στην στιγμή που την ξεκόλλησε από πάνω του.
"Καλύτερα τώρα;", την ρώτησε.
Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα έξυπνο να του πει. Αλλιώς είχε φανταστεί το πρώτο φιλί μεταξύ τους. Μετά από δείπνο με κεριά, βιολιά, λουλούδια..... Ήταν ρομαντική ψυχή, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν όλα αυτά πια στον εικοστό πρώτο αιώνα. Οι γυναίκες σήμερα κάνουν πρώτα καριέρα, χρήματα και μετά βρίσκουν έναν δότη, κάνουν ένα παιδί και το μεγαλώνουν μόνες. Η Μαργαρίτα δεν ήθελε να είναι έτσι. Ίσως είχε γεννηθεί σε λάθος εποχή, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Αν ήταν να μείνει μόνη το προτιμούσε, από το να γίνει ένα με τα σημερινά πρότυπα. Δεν της ταίριαζαν......
"Ναι, είμαι καλύτερα, τώρα...", ένας Θεός ξέρει γιατί......
"Τι θα κάνουμε;", τον ρώτησε
"Θα είσαι εντάξει να πεταχτώ μέχρι τον καπετάνιο, να μάθω τι γίνεται;".
"Νομίζω, πως ναι.".
Άνοιξε την πόρτα και ο αέρας σφύριξε μανιασμένα. Η βροχή έφτασε μέχρι τον καναπέ που κάθονταν, αλλά ο Στέφανος έκλεισε έγκαιρα την πόρτα πίσω του. Τον είδε από το φινιστρίνι να πηγαίνει πέρα-δώθε και με το καλό του χέρι να κρατά σφιχτά την κουπαστή, κάνοντας μελετημένα βήματα για να μην γλιστρήσει και και τον τραβήξει η θάλασσα στην αγκαλιά της. Σε λίγο χάθηκε από το οπτικό της πεδίο, άρα είχε φτάσει στον προορισμό του. 
Ευτυχώς, δεν την άφησε πολύ ώρα μόνη. Λίγο ήθελε να την ξανά πιάσει κρίση πανικού. Έσταζε ολόκληρος βροχή και θάλασσα. Αυτό την έκανε να ξεχάσει για ακόμη μια φορά τον φόβο της.
"Ο καπετάνιος λέει ότι θα μπούμε σε έναν όρμο, εδώ πιο πέρα, αλλά η περιοχή δεν είναι βατή από την στεριά. Είναι απάγκιο και δεν θα έχουμε πρόβλημα. Δεν ξέρει πόση ώρα θα κρατήσει το μπουρίνι. Σίγουρα, όμως, θα περάσει γρήγορα.".
Μέχρι να τελειώσει την κουβέντα του, ήταν ήδη μέσα στον όρμο. Η βροχή και οι βροντές ακούγονταν από πολύ μακριά, πια. Η άγκυρα κατέβηκε και η βάρκα έμεινε αραγμένη δίπλα σε μια πανέμορφη παραλία.
Ο καπετάνιος τους ανακοίνωσε ότι από εδώ και πέρα βρίσκονταν σε αναμονή. Ο ασύρματος, δεν μπορούσε να επισκευαστεί, αλλά το μέρος ήταν ασφαλές από καιρό και θάλασσα. Δεν είχε κύματα. Τους άφησε μόνους και πήγε στην καμπίνα του, αφού προηγουμένως τους έδειξε τα απαραίτητα για φαγητό, νερό και ροφήματα. 
"Πεινάς;", την ρώτησε ο Στέφανος.
"Όχι. Το στομάχι μου είναι κάπως. Λίγο νερό θα ήταν εντάξει.".
Ο Στέφανος την πλησίασε. 
"Μαργαρίτα.... Συγγνώμη για πριν.... Δεν ήξερα με ποιο τρόπο να σε ηρεμίσω.... Φοβήθηκα μην πάθεις κάτι.....και....", πέρασε το καλό  χέρι του, μέσα από τα βρεγμένα του μαλλιά.
"Εντάξει..... Είμαι.... Εντάξει... τώρα. Εγώ φταίω που δεν είπα από την αρχή, αλλά που να φανταστώ...... Δεν φταις εσύ.... Ποτέ δεν φταις εσύ.....".
"Θα την ξανά φιλήσω και δεν έχω καμιά δικαιολογία πια...... Αλλά.... δεν πάει άλλο......", σκέφτηκε ο Στέφανος και την φίλησε..... ξανά και ξανά......

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες. στ’

Αν υπήρχε δυνατότητα, ένα μόνο βλέμμα να σκοτώσει, τότε σίγουρα του Στέφανου, θα έκανε μεγαλύτερη ζημιά. Θα ανατίναζε ολόκληρο τετράγωνο. Πολύ ευχαρίστως θα σηκωνόταν από το τραπέζι και θα τύλιγε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του Φώτη.
Ποτέ δεν υπήρχε περίπτωση να ζηλέψει τον κολλητό του, αλλά τη δεδομένη στιγμή μόνο φιλικά δεν ήταν τα αισθήματά του, απέναντι σε εκείνον. Ήταν ευρέως γνωστή η γοητεία που ασκούσε ο Φώτης στο γυναικείο φύλο. Δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά. Μόνο η εμφάνισή του τα έλεγε όλα. Γωνίες στα σωστά σημεία. Αθλητικό σώμα, μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια. Δεν μπορούσε να τον συναγωνιστεί ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. 
Ο Στέφανος, σε αντίθεση, δεν ήταν πολύ ψηλός. Τα ξανθά του μαλλιά, είχαν αρχίσει ήδη να γκριζάρουν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν πιο απαλά. Τα μάτια του είχαν το μπλε της θάλασσας, αλλά οι πρώτες μικρές ανεπαίσθητες ρυτίδες, γύρω από αυτά, είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους. Η άθληση δεν ήταν το φόρτε του, έκανε όμως τρέξιμο και ποδήλατο συχνά. Αυτά κρατούσαν το σώμα του σε μια καλή φόρμα και τον βοηθούσαν να μην παίρνει κιλά. Μέχρι εκεί.
«Τι ευχάριστη έκπληξη να είσαι κι εσύ εδώ!», είπε ο Φώτης στον Στέφανο, κοιτώντας την Μαργαρίτα. «Ε, λοιπόν, είδες τι είναι οι συμπτώσεις;», συνέχισε στον ίδιο περιπαικτικό τόνο. 
Όσο μίλαγε τόσο πιο πολύ εκνευριζόταν ο Στέφανος. «Τι σύμπτωση, ρε ηλίθιε; Εχθές μιλάγαμε στο τηλέφωνο....», σκέφτηκε, αλλά δεν τόλμησε να το πει. Έπρεπε, τώρα, να παίξει το παιχνίδι του. Μετά θα τον σκότωνε! Θα πέταγε το κουφάρι του στον πάτο της θάλασσας να ξεβραστεί στον Βόριο Πόλο.... για να τον φάνε οι λευκές αρκούδες. Να μην μείνει ούτε κοκαλάκι.......
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω....», γρύλισε μέσα από τα δόντια του. «Πως από ’δω;».
«Πήρα μερικές μέρες άδεια, από τη δουλειά. Ένας φίλος, μου είπε ότι έχει πολύ ωραίες παραλίες, είναι όμορφα..... και ήρθα....», είπε σοβαρά ο Φώτης, τα μάτια του όμως έδειχναν ότι το διασκέδαζε αφάνταστα.
«Δεν θα με συστήσεις στην συντροφιά σου;», συνέχισε.
«Από δω η Μαργαρίτα.», είπε κοφτά ο Στέφανος.
«Χαίρω πολύ! Φώτης.»,  το βλέμμα του σπίθισε καθώς άπλωσε το χέρι του.
«Και ’γω χαίρομαι που σας γνωρίζω.», είπε εκείνη και κοίταξε μια τον Φώτη και μια τον Στέφανο. Ένιωθε ηλεκτρισμένη την ατμόσφαιρα ανάμεσα στους δύο άντρες, αλλά δεν ήξερε τι μπορεί να συμβαίνει μεταξύ τους. Δεν την αφορούσε και δεν την ένοιαζε ούτως ή άλλως.
«Ωραία, αφού χαρήκαμε όλοι, καιρός είναι εμείς να φεύγουμε!», είπε ο Στέφανος, καθώς σηκωνόταν, στην Μαργαρίτα. Σηκώθηκε κι εκείνη με τη σειρά της και άφησαν τον Φώτη στα κρύα του λουτρού να τους κοιτά, καθώς απομακρύνονταν, χαμογελώντας.
Ο Στέφανος δεν μπορούσε να ηρεμίσει. Μπήκαν στο αυτοκίνητο της Μαργαρίτας, έβαλε μπροστά και του είπε, γυρνώντας το κεφάλι της σε αυτόν.
«Που πάμε τώρα;»
«Δεν ξέρω. Όπου θέλεις, αρκεί να είναι μακριά από ’δώ!». της απάντησε.
«Δεν τον πολύ συμπαθείς αυτόν, ε;».
«Πως της εξηγείς τώρα;», σκέφτηκε.
«Κοίτα.... Ο Φώτης κι εγώ.... δηλαδή..... Ο Φώτης είναι φίλος μου.... Αλλά δεν είναι..... Δεν θέλω να ανακατεύεται, κατάλαβες!».
«Δεν κατάλαβα. Αλλά δεν έχει σημασία. Ότι είναι πρέπει να το λύσετε οι δύο σας. Δώσε του μια ευκαιρία. Δεν ξέρω τι μπορεί να σου έχει κάνει, αλλά αφού είναι φίλος την δικαιούται, νομίζω.».
«Ευτυχώς που δεν κατάλαβες. Γιατί αν ήξερες, μάλλον θα με πέταγες έξω από το αμάξι αυτή τη στιγμή.», ξανασκέφτηκε.
«Ας τα αφήσουμε αυτά τώρα. Τι λες να πάμε στο λιμάνι, με τα ψαροκάικα, να νοικιάσουμε ένα βαρκάκι και να κάνουμε το γύρω του νησιού;», της πρότεινε.
«Θαυμάσια ιδέα!». Του χαμογέλασε κι εκείνος έλιωσε στο χαμόγελό της. 
Παρκάρισαν το αυτοκίνητο στον ειδικό χώρο του λιμανιού και νοίκιασαν ένα μικρό άσπρο βαρκάκι με το όνομα «Αγκίστρι». Το «αγκίστρι» που πιάστηκε, ο ίδιος και δεν υπήρχε περίπτωση να απαγκιστρωθεί. 
Η ειρωνεία της τύχης.....
Όσες ώρες ήταν μαζί, ξέχασε τα πάντα. Τη Μαρία, τη ζωή του, τον Φώτη. Η θάλασσα ήταν τόσο γαλήνια, το αεράκι δροσερό και οι παραλίες που έβλεπαν από μακριά, μαγευτικές. Εκείνη είχε καθίσει στην πλώρη, και χάζευε τους γλάρους και τα δελφίνια. Κάθε φορά που έβλεπε ένα, φώναζε εκστασιασμένη. Σαν μικρό παιδί που ξετυλίγει ένα πακέτο και βρίσκει μέσα το αγαπημένο του παιχνίδι. Κοντά της ένιωθε κι εκείνος σαν παιδί. Ανέμελος, ευτυχισμένος και απίστευτα ερωτευμένος. 
«Ερωτευμένος;! Πότε πρόλαβες, σε δυο τρεις μέρες;! Και όταν τελειώσουν οι μέρες, τι γίνεται; Φεύγει ο καθένας μόνος του και πάει σπίτι του;», σκέφτηκε. Είχε ακούσει πολλές φορές από διάφορους ανθρώπους, από μερικούς ασθενείς του, ότι οι καλοκαιρινοί έρωτες δεν κρατάνε. Μόλις έρθουν οι πρώτες βροχές, διαλύεται η σχέση όπως τα κάστρα που χτίζεις στην αμμουδιά και τα παίρνει το κύμα. 
Το ίδιο ήταν κι αυτό; Δεν είχε την πείρα σε τέτοιες σχέσεις. Δεν γνώριζε τα σημάδια. Και.... υπήρχε σχέση, ανάμεσα σε εκείνον και τη Μαργαρίτα; Η Μαργαρίτα έδειχνε να διασκεδάζει, αλλά τίποτα παραπάνω.  Θα μπορούσε, άραγε να ανακαλύψει, αν έτρεφε αισθήματα, για εκείνον; Με αυτές τις σκέψεις, το βλέμμα του χάθηκε στο απέραντο γαλάζιο και οι ρυτίδες βάθυναν, γύρω από τα μάτια του. 
Η Μαργαρίτα είχε πολύ ώρα που τον κοίταζε. Έβλεπε τις εναλλαγές στις εκφράσεις του προσώπου του και προσπαθούσε να ζυγίσει την κατάσταση. Τον είχε προσέξει που βρίσκονταν μέσα στη θάλασσα και κολυμπούσε με μανία, από την πρώτη κιόλας μέρα. Όταν βγήκε από το νερό, εκείνη έπαιζε ρακέτες με μια φίλη, ρίχνοντάς του κλεφτές ματιές..... Αυτό έφταιγε. Δεν κοίταγε που πάταγε και όταν της ήρθε το μπαλάκι στη μούρη και προσπάθησε να το αποφύγει, ήταν ήδη από πάνω του. Δεν το είχε σχεδιάσει. Ατύχημα ήταν, εν μέρει....

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες. ε’

«Είναι λίγο κρύο το νερό απόψε, δεν νομίζεις;», είπε η Μαργαρίτα.
«Μακάρι να ήταν παγωμένο!», σκέφτηκε ο Στέφανος, αλλά δεν το ξεστόμισε. 
«Σε λίγες μέρες τελειώνει το καλοκαίρι. Αλλάζει ο καιρός....», ήταν αυτό που είπε.
«Ναι. Άλλαξε, πράγματι.», συμπλήρωσε εκείνη.
Ώστε αυτή ήταν η κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, όταν άλλα σκέφτεσαι κι άλλα λες.
Συνήθως ήταν ετοιμόλογος, συγκροτημένος, λογικός. Μέσα σε λίγες μέρες τίποτα από αυτά δεν τον χαρακτήριζε πια. 
Η Μαργαρίτα τον πλησίασε πιο πολύ. 
«Ξέρεις, Στέφανε. Μου αρέσεις πάρα πολύ..... Εννοώ.... η παρέα σου.... και.... θα ήθελα να συνεχίσουμε να ..... Ωωωω.... Θα με περνάς για χαζή, τώρα.....». Έφταιγε η έκφραση που είχε το πρόσωπό του.  Κάτι ανάμεσα σε έκπληξη και τρόμο.
Ένιωθε και τα δύο. 
Παλιά, οι άντρες είχαν τα ηνία σε αυτόν τον τομέα. Ο άντρας ήταν ο κυνηγός και η γυναίκα το θήραμα. Πότε άλλαξαν οι ρόλοι; Αυτό, δεν μπορούσε να το χειριστεί. Μπορούσε; Ας προσπαθούσε, τουλάχιστον. Ίσως άξιζε τον κόπο να γίνει λίγο παρορμητικός και αυθόρμητος. Τι είχε να χάσει; Η όψη του άλλαξε σε χαρούμενη, μετά από αυτές τις σκέψεις και πρόλαβε να πει:
«Όχι! Σε καμιά περίπτωση. Και μένα μου αρέσει η παρέα σου. Ας βγούμε να κάτσουμε στις σεζλόνγκ.».
Όταν βρέθηκε ξανά μόνος στο μπαλκόνι του δωματίου του, έκανε μια αναδρομή σε ότι διαδραματίστηκε στην παραλία. Αφού βγήκαν και κάθισαν, η κουβέντα τους ξεκίνησε για το τι δουλειά έκανε ο καθένας τους. Εκείνη είχε ένα, μικρό, συνοικιακό βιβλιοπωλείο,  κάπου στο Περιστέρι. Που του είχε πει; Δεν θυμόταν ακριβώς την οδό. Ίσως την ξαναρωτούσε. 
Μίλησαν για βιβλία. Ο αγαπημένος της συγγραφέας ήταν ο King. Όχι και πολύ λογοτεχνικός, αρκετά σκληρός σε λόγο και πλοκή, λυτρωτικός στο τέλος. Γενικότερα, της άρεσαν τα βιβλία μυστηρίου. Μετά στράφηκαν στην λογοτεχνία, την μουσική, την τηλεόραση....... Τι άλλο; Δεν θυμόταν. Αυτό που σίγουρα θυμόταν, όμως, ήταν  οι εναλλαγές στην έκφραση του προσώπου της κάθε φορά που διαφωνούσαν για τις προτιμήσεις τους. Το συνοφρύωμα των φρυδιών, η περιπαιχτική διάθεση της να τον ειρωνευτεί σε κάτι, η έκπληξή της όταν συνέπιπταν τα γούστα τους.
Όσο προχωρούσε η νύχτα, τόσο ένιωθε την ανάγκη να την πάρει στην αγκαλιά του και να κάνει το στόμα της να πάψει να μιλά πια. Την έσωσε η κοπέλα της ρεσεψιόν, όταν ήρθε να της ανακοινώσει ότι είχε ένα επείγον τηλεφώνημα. 
Τώρα ποιος την πήρε τηλέφωνο μέσα στην νύχτα, ήταν κάτι που λογικά, δεν έπρεπε να τον ενδιαφέρει, αλλά κόντεψε να γίνει πράσινος σαν βάτραχος.  Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του σφίχτηκαν και το κεφάλι του κόντευε να εκραγεί. Νόμιζε ότι έβγαζε καπνούς από τα αυτιά. Ήταν πολύ τυχερός που ήταν σκοτάδι και η Μαργαρίτα ζήτησε συγνώμη και εξαφανίστηκε με την ρεσεψιονίστ μέσα στην υποδοχή του συγκροτήματος. 
Μπήκε ξανά στο δωμάτιο και πήρε το κινητό στα χέρια του. Έψαξε το τηλέφωνο του Φώτη. Μόλις εμφανίστηκε στην οθόνη, το έκλεισε και το πέταξε στο κομοδίνο. Μόνο που δεν τον είχε βρίσει, μερικές ώρες πριν. Πως θα ζητούσε τη βοήθειά του, τώρα; Ήταν, όμως, ο μόνος που μπορούσε να τον συμβουλεύσει. Ο Φώτης, ήταν εργένης εκ πεποιθήσεως. Ήξερε για τις γυναίκες πολλά παραπάνω, από ότι ο ίδιος. Αυτός, μια γυναίκα είχε αγαπήσει, όλο κι όλο και έζησε μαζί της, χρόνια. Ούτε βλέφαρο δεν έριξε σε άλλη. Πως να γνωρίζει, την ψυχοσύνθεση της γυναίκας του εικοστού πρώτου αιώνα; «Απορώ πως πήρες πτυχίο, στην ψυχολογία, όταν δεν μπορείς να λύσεις, ούτε το δικό σου το πρόβλημα!», μονολόγησε.
Προσπάθησε να φέρει την Μαρία, στην ηλικία της Μαργαρίτας. Η Μαρία στα είκοσι πέντε.....ήταν..... «Τι την ανακατεύεις τώρα; Πάψε να κάνεις πισωγυρίσματα! Δεν βγάζουν πουθενά. Το μόνο που κάνουν είναι να πληγώνουν πολύ.....», το να μιλά στους τοίχους ήταν κάπως περίεργο, δεν το συνήθιζε, αλλά εκείνη τη στιγμή, ήταν κάτι που δεν τον απασχολούσε καθόλου. Το έβρισκε αρκετά λυτρωτικό, στο κάτω κάτω.
Το πρωί, ευτυχώς, η διάθεσή του ήταν καλύτερη. Έκανε ένα ντουζ, ντύθηκε και κατέβηκε για καφέ. Εκεί που απολάμβανε την ηρεμία του πρωινού, είδε την Μαργαρίτα να τον πλησιάζει. Μόλις έφτασε στο τραπέζι του, τράβηξε την καρέκλα, κάθισε και παρήγγειλε χυμό. 
«Τελικά, δεν θα μάθουν ποτέ τι μπορεί να είναι επείγον και τι όχι. Ααα, καλημέρα πρώτα!!!! Με συγχωρείς, αλλά είμαι ακόμη πολύ... θυμωμένη.», λες και δεν πέρασε δευτερόλεπτο από την χθεσινοβραδινή τους συνάντηση. 
«Καλημέρα!», απάντησε ο Στέφανος και περίμενε. Αν κάτι είχε καταλάβει μέχρι τώρα ήταν το εξής: Ήταν απρόβλεπτη. 
«Μα να με πάρουν τηλέφωνο, για να μου πουν, ότι, δεν θα γίνει η παραλαβή των βιβλίων στις δεκαπέντε του μηνός;;;; Μες την νύχτα; Δεν υπήρχε άλλη ώρα να μου το ανακοινώσουν;;;;; Είναι δυνατόν; Ποιος λογικός άνθρωπος;;;; Αλλά ξέρω, εγώ!! Ήθελε να με εκνευρίσει η ηλίθια.... Φταίω, αν την διώξω, μόλις γυρίσω πίσω;», ρούφηξε μια γουλιά από τον χυμό της και κόντεψε να πνιγεί.
«Όπα, όπα!!! Μην κάνεις έτσι! Θα πάθεις τίποτα, για κάτι που δεν αξίζει καν τον κόπο!», της πήρε το ποτήρι από τα χέρια και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
«Μα ούτε στις διακοπές δεν με αφήνουν να ηρεμίσω..... », ο θυμός διαδέχθηκε την λύπη.
«Κοίτα, δεν έχεις λόγο να είσαι ακόμη θυμωμένη και λυπημένη. Βρίσκεσαι εδώ ακριβώς που σου αρέσει. Μην αφήνεις αυτό το ατυχές γεγονός να χαλάει τη διάθεσή σου. Ας τελειώσουμε, τον καφέ μου εγώ κι εσύ το χυμό σου και πάμε να.......», έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Από που στο καλό βρέθηκε αυτός, εδώ; «Όχι ρε γαμώτο..... τώρα..... την έκατσα.....», το σκέφτηκε ή το είπε δυνατά; Η Μαργαρίτα γύρισε το κεφάλι στην κατεύθυνση που κοίταζε ο Στέφανος. Είδε ένα ψηλό, μελαχρινό άντρα να τους πλησιάζει με χαμόγελο. 
«Τον γνωρίζεις αυτόν που χαμογελάει προς το μέρος μας;», τον ρώτησε.
«Δυστυχώς!», της απάντησε και έκλεισε το στόμα του.

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες. δ’

Σήκωσε το κινητό, χωρίς να δει το νούμερο. 
«Ναι;»
«Έλα, ρε Στέφανε, που είσαι;», ακούστηκε μια γνώριμη φωνή μέσα από το τηλέφωνο, αλλά από τη θολούρα του ύπνου δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει σε ποιον ανήκε. 
«Ποιος είναι;»
«Τι ποιος είναι ρε. Το νούμερο δεν το ’δες;.... Κοιμάσαι; Εφτά η ώρα τ’ απόγευμα..... και κοιμάσαι;», είπε η φωνή περιπαιχτικά.
«Ωχ, όρεξη έχεις, ρε Φώτη και εγώ δεν έχω καμία διάθεση......», ο κολλητός του ήταν. Tι έκπληξη.......Μόνο αυτός του έλειπε τώρα να αρχίσει το δούλεμα.
«Καλά, έτσι κάνουν οι φίλοι; Ούτε ένα τηλέφωνο; Ζεις, πέθανες..... Να μην ξέρω;».
«Μην ανησυχείς και τα δυσάρεστα, γρήγορα μαθαίνονται.....».
«Αν εννοείς για σένα και τη Μαρία..... Την είδα χθες. Τυχαία. Μου έκανε εντύπωση που ήταν μόνη. Υποτίθεται ότι είστε μαζί διακοπές, αλλά δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτος....».
«Και βγάζεις όλη την αδιακρισία σου σε μένα τώρα, έτσι;», τον διέκοψε ο Στέφανος.
«Γι’ αυτό είναι οι φίλοι!!!!! Έλα, πες τα όλα στον θείο Φώτη. Βγάλε τα από μέσα σου.», συνέχισε ο Φώτης στον ίδιο ευδιάθετο τόνο.
«Σταμάτα τις βλακείες κι άσε με ήσυχο..... Ωχ!», βόγκηξε ο Στέφανος, επειδή στρίμωξε το χέρι του, ανάμεσα στο μαξιλάρι και το κομοδίνο.
«Τι έγινε;», είπε σοβαρά αυτή τη φορά. «Τελείωσε οριστικά; Γιατί βογκάς;;;;», όλες οι ερωτήσεις μονορούφι.
Είχε ένα τρόπο, αυτός ο άνθρωπος ώρες ώρες, να τον εκνευρίζει αφάνταστα.
«Δεν είχες καμιά άλλη δουλειά να κάνεις και με πήρες να με ζαλίσεις;», ακούστηκε αρκετά θυμωμένος.
«Εσύ κάτι έκανες, δεν μου το βγάζεις από το μυαλό. Όταν έχεις τόσα νεύρα, μόνο ένα μπορεί να συμβαίνει...... Λέρωσες τη φωλιά σου....».
Αυτό είναι το κακό με τους ανθρώπους που σε ξέρουν τόσο καλά. Δεν χρειάζεται να σε κοιτάξουν στα μάτια για να καταλάβουν ότι κάτι συμβαίνει. Το μυρίζονται..... στον αέρα.
«Δεν έκανα τίποτα. Αν θες να ξέρεις, ήμουν κύριος...», Όοχι πως του ξέφυγε τώρα αυτό;
«Στέφανε; Τι εννοείς ότι ήσουν κύριος; Δεν παρεκτράπηκες, έτσι;  Εννοώ.....», δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Από το κακό στο χειρότερο πήγαινε η κουβέντα, αλλά την έσωσε.
«Να μην εννοείς τίποτα. Μιλήσαμε, δεν καταλήξαμε κάπου και αποφασίσαμε να τραβήξουμε ο καθένας τον δρόμο του. Αυτό ήταν όλο.»
«Με συγχωρείς, Στέφανε. Το ξέρω ότι σου είναι αρκετά δύσκολο. Αλλά δεν χάθηκε ο κόσμος, βρε αδελφέ. Ίσως να είναι καλύτερα και για τους δυο σας, έτσι. Τι θα κάνεις τώρα; Θα μείνεις κι άλλο εκεί ή θα γυρίσεις;».
Τώρα τι του λένε; Αν έλεγε την αλήθεια, δεν τον γλύτωνε κανείς από την καζούρα που θα έτρωγε. Αν έλεγε ψέματα...... Θα έλεγε την μισή αλήθεια.
«Θα μείνω  δυο βδομάδες ακόμη..... Εξάλλου, δεν μπορώ να οδηγήσω.....»
«Γιατί δεν μπορείς να οδηγήσεις;», ακούστηκε τρομαγμένος ο Φώτης.
«Σταμάτα να κάνεις λες και είμαι μωρό. Εγώ είμαι μεγαλύτερος, θυμάσαι; Στραμπούλιξα το χέρι μου στην παραλία και θα είναι δεμένο για δυο εβδομάδες ακόμη.», τον καθησύχασε.
«Μόνο εσύ θα πήγαινες διακοπές και θα τα πάθαινες όλα μαζί..... Πως ακριβώς έγινε αυτό;».
«Να..... Ένα κορίτσι με τη ρακέτα..... Δεν με είδε, με έριξε στην άμμο, το χέρι μου διπλώθηκε και.....»
«Για στάσου ένα λεπτό. Τι κορίτσι με ρακέτα;»
«Ένα κορίτσι, όπως όλα τα άλλα. Δεν κατάλαβα, δηλαδή!!!! Υπονοείς κάτι;»
«Εγώ; Τίποτα! Εσύ, θα μου πεις! Για λέγε λοιπόν, παρακάτω!».
«Δεν έχω να σου πω τίποτα!!! Όσο γουστάρω θα κάτσω και μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο, γιατί δεν θα το σηκώσω. Θα το πετάξω στη θάλασσα..... Κατάλαβες;».
«Εγώ κατάλαβα! Εσύ να δω πως θα ξεμπλέξεις εκεί που πήγες κι έμπλεξες. Κορίτσι είπες, ε; Την έβαψες αγαπητέ μου!», του είπε και συμπλήρωσε.
«Αν με χρειαστείς -που θα με χρειαστείς σίγουρα- το νούμερο το ξέρεις. Εγώ θα περιμένω!»
«Και θα περιμένεις, μέχρι να παγώσει η κόλαση!!!», είπε ο Στέφανος, πάτησε με μανία το πλήκτρο της αποσύνδεσης και πέταξε το τηλέφωνο στην άλλη άκρη του κρεβατιού. 
Ήταν θυμωμένος. Πολύ θυμωμένος. Όχι με τον Φώτη. Με τον εαυτό του ήταν. Ο Φώτης είχε δίκιο αυτή τη φορά.
Τι είχε συμβεί, τελικά, με την Μαργαρίτα; Πως το καλό η καρδιά του έχανε ένα χτύπο και μόνο στη σκέψη της; Τι τρελή επιθυμία ήταν αυτή, το πρωί, να τη φιλήσει; Έτσι είναι ο έρωτας; Μετά από τόσα χρόνια, δεν θυμόταν πια. Έπρεπε να συγκεντρώσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Όσο τα άφηνε, τόσο έμπλεκε το κουβάρι πιο πολύ κι έχανε την άκρη του νήματος. Πως θα την έβγαζε από το μυαλό του, όταν ήξερε ότι τους χώριζαν μόνο μερικά δωμάτια;
Φόρεσε το μαγιό του. Κατέβηκε στην έρημη παραλία και μπήκε στη θάλασσα μέχρι εκεί που μπορούσε να πατάει. Η αρμύρα της και η δροσιά της τον έκαναν να νιώσει καλύτερα. Μόνο για πέντε λεπτά. Δεν την είχε δει να κατεβαίνει, γιατί ήταν γυρισμένος και χαμένος προς την απεραντοσύνη του ορίζοντα. Την ένιωσε την ώρα που πλησίασε πια αρκετά και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να εξαφανιστεί.
«Σε είδα που ήρθες και είπα να έρθω να σου κάνω παρέα. Ενοχλώ;», του χαμογέλασε.
«Τώρα τι της λες; Όλο το απόγευμα προσπαθώ να την ξεσφηνώσω από το μυαλό μου και αυτή λες και το κάνει επίτηδες. Ενοχλώ;;;;», μειδίασε.
Ευτυχώς που βρισκόταν μέσα σε κρύο νερό. Έπρεπε να υπάρχει νόμος που να μην την αφήνει να σκορπάει χαμόγελα εδώ κι εκεί. Ειδικά σε εκείνον. Ήταν αδικία. 
«Όχι, βέβαια.». Ψέματα ή αλήθεια, δεν είχε αποφασίσει ακόμη. Από την μια την ήθελε να είναι ακριβώς εκεί που ήταν και από την άλλη δεν ήθελε να την ξαναδεί ποτέ μπροστά του.