Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. γ’

«Δεν είναι δυνατόν να το κάνω, εγώ, αυτό! Σίγουρα θα πρέπει να τρελάθηκα!», σκέφτηκε η Νικολέτα, έκλεισε το βιβλίο με δύναμη και σηκώθηκε από την καρέκλα. Κατευθύνονταν προς την μηχανή της,  έτοιμη να βάλει το κράνος στο κεφάλι της, όταν στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα, το ξανασκέφτηκε και το τοποθέτησε, ξανά, πίσω στον αγκώνα της.
Ο Ηλίας την παρακολουθούσε μέσα από το μπαρ, διακριτικά, όταν ξαφνικά, την είδε να γυρνά πίσω στο μαγαζί και να πηγαίνει κατά πάνω του. «Ωχ! Τι έγινε τώρα;», ήταν η μοναδική σκέψη που πέρασε από το μυαλό του, γιατί το επόμενο δευτερόλεπτο, το κράνος της στέκονταν, μπροστά, στα μούτρα του. 
«Κοίτα.... Δεν μου αρέσουν τα παιχνίδια και θέλω να είμαι εντάξει μαζί σου. Πες το βλακεία, ανωριμότητα, χαζομάρα, όπως θες... πες το.... αλλά δεν ήταν δική μου ιδέα. Στην αρχή μου φάνηκε αστείο.... Γαμώτο!!! Άστο δεν έχει σημασία!  Άλλωστε, δεν φταις εσύ!.... Με συγχωρείς! Ξέχνα το!!!».
Πήρε πάλι το κράνος στα χέρια της και του γύρισε την πλάτη φεύγοντας.
«Εεε.... Μια στιγμή..... Τι εννοείς; Εεεε.... περίμενε λίγο.....», βγήκε άρον άρον από το μπαρ, την ακολούθησε μέχρι έξω και την έπιασε από το μπράτσο, σταματώντας την.
«Ένα λεπτό; Τι συμβαίνει, εδώ πέρα;», την ρώτησε, ανασηκώνοντας τα φρύδια του.
Η Νικολέτα, τράβηξε το χέρι της από τη λαβή του και τον κοίταξε.
«Ο Ηλίας δεν είσαι;».
«Ο Ηλίας είμαι, αλλά δεν καταλαβαίνω..... Τι σημαίνουν, όλα αυτά;», άρχισε να θυμώνει.
«Τίποτα δεν συμβαίνει! Ξέχνα το, σου λέω! Άσε με να φύγω!», άρχισε να θυμώνει κι εκείνη.
«Δεν έχεις να πας πουθενά, αν δεν μου πεις.... Τώρα!!!».
«Ορίστε; Δεν είμαι υποχρεωμένη να σου πω τίποτα! Παράτα με!», έβαλε το κράνος της, καβάλησε τη μηχανή, γύρισε τη μίζα  κι εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο, αφήνοντάς τον με την απορία, ζωγραφισμένη, στο πρόσωπό του.
Η Νικολέτα, έκανε μερικά χιλιόμετρα με το μυαλό της γεμάτο σκέψεις, χωρίς να συνειδητοποιεί, που ακριβώς πήγαινε. Όταν έφτασε στο τελευταίο σπίτι της Κηπούπολης, τότε κατάλαβε ότι είχε ανέβει, τόσο, ψηλά. Σταμάτησε την μηχανή σε ένα πλάτωμα, κατέβηκε και άφησε τα μάτια της να πλανηθούν στην Αθήνα, που ανοίγονταν σαν πιάτο, μπροστά, στα πόδια της. Μια πόλη ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, γκρίζα, με τον ναό της Αθηνάς να στέκεται περήφανος στο κέντρο της, σημάδι μιας ένδοξης εποχής που πέρασε, αλλά άφησε τα σημάδια της, σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια πόλη, που πάλευε να επιβιώσει με νύχια και με δόντια, να αποδείξει την αξία της, τη δύναμή της, το κουράγιο της. Στην άλλη πλευρά, η θάλασσα. Γαλάζια, απέραντη, ήρεμη.....
Κάθισε στην σέλα και άφησε το βλέμμα της, να αγκαλιάσει με αγάπη, κάθε της γωνιά. Της είχε λείψει. Δέκα χρόνια στην Νέα Υόρκη, ήταν πάρα πολλά. Είχε φύγει, λίγο πριν παντρευτεί η Ιουλία, τον Γεράσιμο. 
Η Ιουλία και ο Γεράσιμος. Πως τους άφησε να την παρασύρουν σε αυτή την φαρσοκωμωδία; Τι ήταν; Κανένα κοριτσάκι; Άλλες στην ηλικία της απέκτησαν το πρώτο τους εγγόνι.... που λέει ο λόγος, δηλαδή...... Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση, η ίδια, να προλάβει να δει εγγόνια. Πάντα στην ζωή της, η προτεραιότητά της, ήταν να ανεβαίνει στην μηχανή, να μην έχει δεσμεύσεις και να γυρίζει.....
Παρόλα αυτά, δεν έμεινε χωρίς σύντροφο. Μόνιμη σχέση, πάντα είχε.  Οι άντρες, δεν έλειψαν από την ζωή της, αν και τώρα που το σκέφτονταν, δύο ήταν όλοι κι όλοι. Ήθελε  μόνο να περνάει καλά, αλλά όταν άρχιζαν τα περί γάμου και τέτοια, της έδιναν στα νεύρα. Δεν ήταν ποτέ η γυναίκα, κάθομαι-σπίτι-και-φροντίζει-ο-άντρας-για-τα-υπόλοιπα,  ούτε η γυναίκα «μαμά», αλλά... από τότε που χώρισε με τον Jason, ένιωθε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω. Ότι στην Αθήνα, ήταν το πεπρωμένο της και όχι εκεί. Μπορεί να έφταιγαν οι ορμόνες της, που τον τελευταίο καιρό, έπαιρναν την κατιούσα..... και την έβαζαν να σκέφτεται ότι πρέπει, να προλάβει, να αποκτήσει  ένα παιδί.... Ηλίθιο, βιολογικό, ρολόι...... 
Ο Jason την αγαπούσε και ήθελε να κάνουν οικογένεια. Ήταν καλός άνθρωπος, αλλά είχε, ήδη, δύο διαζύγια και τρία παιδιά. Αισθάνονταν ότι, δεν χωράει ανάμεσά τους. Για σύντροφος ήταν εντάξει, αλλά.... Δεν τον αγαπούσε, όσο έπρεπε. Γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της, για να αρχίσει, σε αυτή την ηλικία, να ζει με αυταπάτες. Και τώρα, τι έψαχνε; Την αγάπη; Όταν είχε την ευκαιρία, τότε, πριν πάρει το αεροπλάνο και βρεθεί στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, την κλώτσησε. Δεν ένιωθε έτοιμη. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο. Να ζήσει ελεύθερη...... και μόνη....
Αλλά, δεν ήθελε, άλλο, να είναι μόνη. Δεν άντεχε στην σκέψη, ότι θα βρίσκονταν μια μέρα, γριά, σε μια γκαρσονιέρα, με μοναδική συντροφιά, τις γάτες. Και τις γάτες, τις σιχαίνονταν, που να πάρει ο διάολος. Έτσι, πήρε την απόφαση, να γυρίσει πίσω. Και να την εδώ, να κάνει πράγματα, που, ούτε στην εφηβεία της, δεν έκανε. 
Όταν δέχτηκε την πρόταση του Γεράσιμου και της Ιουλίας, δεν υπολόγισε, ότι κάποιος, ίσως να πληγώνονταν από την ιστορία αυτή. Μεγάλοι άνθρωποι ήταν. Ήξεραν να κουμαντάρουν τα συναισθήματά τους. Ήξεραν; Γιατί, η Ιουλία, της τηλεφώνησε το προηγούμενο βράδυ, για να της πει ότι, το πρώτο τοίχος, έπεσε. Ο τύπος, είχε καταπιεί το δόλωμα, αμάσητο. 
Είχε σκοπό, προηγουμένως, να του τα πει όλα. Την τελευταία στιγμή κρατήθηκε, γιατί σκέφτηκε ότι, το μόνο που θα κατάφερνε, θα ήταν να γελοιοποιηθεί. Δεν θα ξανά πήγαινε. Θα τελείωνε εκεί, αν και... δεν πρόλαβε να γίνει κάτι, για να τελειώσει......
Κούμπωσε το μπουφάν, έβαλε το κράνος, ξεκίνησε την μηχανή και χάθηκε στα στενά της Κηπούπολης. Όταν κατέβηκε στο Περιστέρι, είχε νυχτώσει. Ανέβηκε στο διαμέρισμά της κι ετοιμάστηκε να κάνει ένα ντουζ, όταν το κινητό της άρχισε να χτυπά. Το αγνόησε επιδεικτικά, μέχρι που έπαψε. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει. Εξάλλου, τον τελευταίο χρόνο, όλα τα βράδια, δεν κουβέντιαζε με κανέναν. Της είχε γίνει συνήθεια πια.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. β’

Τις τελευταίες μέρες, ο Ηλίας, είχε χάσει τον ύπνο του. Δεν έφταιγε, ακριβώς, ο Γεράσιμος, για την αϋπνία του. Φρόντιζε, βέβαια, να τον κουρδίζει ανακοινώνοντάς του, συνεχώς, ότι είναι κότα και ότι δεν έχει τα κότσια να της μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία, από τη στιγμή που στα λόγια του, υπήρχε κάποια βάση.  Πράγματι, δεν ήξερε πως, να αρχίσει μια κουβέντα μαζί της. 
Μέχρι πριν από λίγο καιρό, τα πράγματα με τις γυναίκες, ήταν εύκολα, γι’ αυτόν. Δεν έβλεπε  τον εαυτό του σαν γόη ή ακαταμάχητο, είχε ήδη σαρανταρίσει, οι κρόταφοί του είχαν γκριζάρει -αυτό το θεωρούσε ατού-, οι πρώτες ανεπαίσθητες ρυτίδες έκαναν την εμφάνισή τους γύρω από τα μάτια και το μέτωπο, αλλά είχε τον τρόπο του. Χρησιμοποιούσε απλές μεθόδους, προσπαθώντας να καταλάβει την ιδιοσυγκρασία τους,  το πως σκέφτονταν, τι ήταν αυτό που ήθελαν από εκείνον και ανάλογα κινούνταν. Δεν ήταν τυχαίο που, ήταν φίλος με τις περισσότερες, από τις πρώην του.
Αυτή η γυναίκα, όμως, ήταν διαφορετική. Το διαισθάνονταν. Πλανιόταν στο αέρα γύρω της, κάθε φορά που έκανε την εμφάνισή της, στο μαγαζί. Συνήθως, ερχόταν κατά τις εφτά το απόγευμα, ζήταγε τον καφέ της και όση ώρα κάθονταν, δεν σήκωνε το κεφάλι της, από το βιβλίο που διάβαζε. Τι διάβαζε με τόση προσήλωση, δεν μπορούσε να δει πίσω από το μπαρ. Για να πάει κοντά, ούτε συζήτηση.  Κρύβονταν στις σκιές του μαγαζιού, σαν να ήταν έφηβος. Μια φορά, έπεσε η ματιά της επάνω του, όταν δεν έβρισκε την σερβιτόρα να πληρώσει και κοκκίνισε μέχρι τα αφτιά. Έψαξε την Όλγα άρον άρον και την έστειλε. Αν πήγαινε ο ίδιος, σίγουρα θα τραύλιζε.....
Του είχε κάνει εντύπωση που ήταν μοναχική σαν άνθρωπος, -τουλάχιστον, σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε, αφού, πάντα μόνη της πήγαινε- και ήταν μεγαλύτερη, από το μέσο όρο των γυναικών που συναναστρέφονταν. Φρόντιζε, μάλιστα, να είναι μικρότερές του, τόσο, όσο έπρεπε, με προσωπικό ζήλο.  Δεν είχε καταδεχτεί να ρίξει ούτε βλέφαρο, σε κάποια, που ήταν πάνω από τριάντα πέντε κι αυτή εδώ, πρέπει να τα είχε περάσει τα σαράντα. Δεν της φαίνονταν. Όχι! Είχε ψαρέψει τον Γεράσιμο, ο οποίος, του τα μάσαγε λέγοντάς του ότι, δεν ήξερε, αλλά τελικά του αποκάλυψε ότι, πρέπει να ήταν σαράντα και κάτι..... λίγο.....  Δηλαδή.... μεγαλύτερη..... Αν ήταν ποτέ δυνατόν!!!!!
Η μηχανή έφταιγε. Αν δεν οδηγούσε, αυτή την καταραμένη Harley κι εμφανίζονταν, με κανένα αυτοκίνητο ή κανένα παπί, όλα θα ήταν μια χαρά. Ούτε που θα την είχε προσέξει, μάλλον. Δεν ήταν όμορφη, με την καθαρή έννοια του όρου. Απλά, είχε κάτι. Ίσως γοητεία; Ίσως τύπο; Να ήταν το στυλ της; Μπορεί το ύψος; Ποιος ξέρει; Αυτό που ήξερε ήταν, ότι είχε βρει τον μπελά του και ήταν πολύ εγωιστής για να ζητήσει βοήθεια. Από καθαρό εγωισμό, δεν ρώτησε τον Γεράσιμο, από που την γνώριζε. Τόσα χρόνια που έκαναν παρέα, μέχρι και οι συγγενείς τους είχαν γνωριστεί μεταξύ τους. Αν ο Γεράσιμος την ήξερε από παλιά θα την ήξερε κι εκείνος. Τότε ίσως, στη δουλειά του; Να ήταν καμιά συνάδελφος; Πολύ πιθανό.... Αλλά δεν είχε πέσει, ούτε στο ελάχιστο, κοντά στη σωστή πιθανότητα. 
Η Ιουλία, ετοίμασε ένα πιάτο με μεζέδες και ακολούθησε τον άντρα της στο σαλόνι. Έβαλε το πιάτο πάνω στο γυάλινο τραπέζι, όσο ο Γεράσιμος ετοίμαζε δυο ποτηράκια με κρασί, ένα για τον καθένα τους.
«Νομίζω, ότι δεν είναι πολύ σωστό αυτό που κάνουμε στον Ηλία, βρε μωρό μου.....», του είπε.
«Είναι και παρά είναι!!!», της απάντησε δήθεν εκνευρισμένος. 
«Ξέχασες τι έκανε εκείνος, με μας;».
«Όχι, δεν ξέχασα!!! Αλλά μας βγήκε σε καλό ή μήπως έχεις αντίθετη άποψη;», είπε τάχα ειρωνικά, εκείνη.
«Αφού δούλεψε για μας, θα δουλέψει και για ’κείνον. Η Νικολέτα είναι η γυναίκα που του ταιριάζει. Εξάλλου, μας είπε η κοπέλα, ότι αν δεν της αρέσει ο Ηλίας, δεν θα το κάνει. Για να συνεχίζει, να πηγαίνει......».
«Δεν λέω.... Εντάξει μέχρι εδώ, αλλά αν δεν ταιριάζουν; Αν κάνουμε λάθος και πληγωθούν δυο άνθρωποι που αγαπάμε τόσο πολύ;».
«Μην γίνεσαι μελοδραματική, τώρα.... Αυτό που λες, είναι αστείο. Τι είναι; Έφηβοι; Μικρά παιδιά; Εμείς το μόνο που κάναμε, ήταν να τους φέρουμε στο σημείο, να δουν ο ένας τον άλλο. Δεν τους σπρώξαμε να κάνουν κάτι που δεν θέλουν.....».
«Εγώ απορώ με την ξαδέλφη μου, πάντως. Να φύγει από την Νέα Υόρκη.... να έρθει στην Ελλάδα, για να δουλέψει στο μαγαζί με τις μηχανές, σαν γενικός αντιπρόσωπος..... Ολόκληρος κόσμος στα πόδια της.... για να καταλήξει στο Περιστέρι και να πηγαινοέρχεται με την μηχανή στο Μαρούσι..... Απλά.... δεν το καταλαβαίνω....».
«Να σου πω την αλήθεια, ούτε κι εγώ το καταλαβαίνω, αλλά ίσως να κουράστηκε να είναι μόνη της εκεί. Όσο για τη δουλειά της.... Δεν άλλαξε κάτι. Αντιπρόσωπος της Harley στην Αμερική ήταν, αντιπρόσωπος της Harley εξακολουθεί να είναι, αλλά στην Ελλάδα. Ο μισθός της είναι ικανοποιητικός. Μπορεί να ζήσει άνετα..... εδώ....».
«Ίσως να έχεις δίκιο.... Τι να πω; Θα δούμε....».
«Ωωωωω, μην με στεναγχωρείς... Σε παρακαλώ.... Για καλό τους είναι. Είμαι σίγουρος! Να είσαι αισιόδοξη και όλα θα πάνε καλά! Έλα, ’δω.....», της είπε κι εκείνη πήγε πιο κοντά του, στον καναπέ. Εκείνος, έβαλε το χέρι του γύρω από το λαιμό της, την τράβηξε απαλά, τη φίλησε τρυφερά στο στόμα και τους διέκοψε το κουδούνι της πόρτας. 
Η Ιουλία σηκώθηκε να ανοίξει. Όταν άνοιξε την πόρτα ο Ηλίας μπούκαρε στο σπίτι, σαν ταύρος μαινόμενος. 
«Που είναι ο Μάκης;», τη ρώτησε
«Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, Ηλία!», του είπε εκείνη.
«Με συγχωρείς, βρε Λία, αλλά είμαι λίγο.....», δεν ήξερε πως να το περιγράψει.
«Δεν πειράζει. Μέσα στο σαλόνι....», του έδειξε και τον ακολούθησε.
Ο Γεράσιμος μόλις τον είδε, από την μια ξαφνιάστηκε λίγο, επειδή τέτοια ώρα ο Ηλίας έπρεπε να είναι στο μαγαζί, από την άλλη, το περίμενε ότι δεν θα άντεχε και πολύ, χωρίς να τον περάσει από Ιερά Εξέταση. Παρόλα αυτά, κράτησε την ψυχραιμία του κι έκανε τον έκπληκτο.
«Πως τέτοια ώρα από ’δω;», τον ρώτησε.
«Πρέπει να σου μιλήσω.», κοίταξε την Ιουλία.
Εκείνη χαμογέλασε. 
«Να σου φέρω ένα ποτήρι, να πιεις λίγο κρασί;», του είπε.
«Ναι σε ευχαριστώ!», της απάντησε. 
Αφού του έφερε το ποτήρι, αποσύρθηκε διακριτικά στο μπαλκόνι του σπιτιού, για να ασχοληθεί με τα λουλούδια της.
«Ορίστε, μόνοι μας είμαστε. Τι έπαθες εσύ;».
Ο Ηλίας από την ώρα που μπήκε στο σπίτι δεν κάθισε. Βημάτιζε πάνω κάτω στο σαλόνι, μπροστά από την τηλεόραση με αποτέλεσμα να εκνευρίσει τον Γεράσιμο. 
«Θα μου πεις τι συμβαίνει; Και σταμάτα να πας πάνω κάτω με ζάλισες! Κατέβασες το δάπεδο δέκα πόντους!!!!».
«Δεν ξέρω πως να αρχίσω..... Είμαστε φίλοι, έτσι;».
«Καλά, ρε..... Ήρθες εδώ σε αυτή την κατάσταση, για να με ρωτήσεις, αν είμαστε φίλοι; Πας καλά;».
«Όχι....όχι!!! Η ερώτηση ήταν ρητορική.....»
«Άσε τις βλακείες και μπες στο θέμα, γιατί αρχίζεις και μου δίνεις στα νεύρα!!!!», μάλλον το διασκέδαζε.... αλλά αυτό, δεν ήταν χαζός, να το αποκαλύψει. 
«Βάλε μου λίγο κρασί, μπας και καταφέρω και σου πω, χωρίς να νιώθω ηλίθιος. Γιατί και θα γελάσεις και θα με κοροϊδέψεις και ξενέρωτος... Δεν θα το αντέξω......».
Ο Γεράσιμος του έδωσε το ποτήρι, γεμάτο. Ο Ηλίας κάθισε στην πολυθρόνα, ήπιε το κρασί μονορούφι και έτεινε το ποτήρι, ξανά, στον Γεράσιμο.
«Εεεε, να σου πω..... Αυτό δεν είναι νερό.....».
«Έλα, βάλε άλλο ένα.....»
«Εντάξει, αλλά αυτό θα το πιεις με ρέγουλα, αλλιώς δεν έχει άλλο..... και μην ξεφεύγεις από το θέμα.....».
«Λοιπόν.....», πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.
«Από την ημέρα που μπήκε στο μαγαζί, τα έχω δει όλα.....»,
«Όπα, περίμενε, δεν σε πιάνω..... Ποιος μπήκε στο μαγαζί;», έκανε πως δεν καταλαβαίνει, ο Γεράσιμος.
«Αυτή, ρε.... Αυτή! Που να πάρει και να σηκώσει! Και δεν είναι ότι μου αρέσει.... Όχι! Δεν μου αρέσει.!!! Αυτή η..η...η ανεκδιήγητη Harley, αυτή φταίει για όλα, γαμώτο!!!!», ακούμπησε τους αγκώνες του στα πόδια και έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του.
Ο Γεράσιμος δεν κρατήθηκε άλλο κι έβαλε τα γέλια.
«Το ήξερα! Ρεζίλι έγινα! Η αναθεματισμένη! Μακάρι να πάρει το πράγμα της(Harley) και να σηκωθεί να φύγει και να μην ξαναπατήσει το πόδι της στο μαγαζί!».
Ο Γεράσιμος σταμάτησε να γελάει. Για να φτάσει ο Ηλίας να είναι σε αυτή την κατάσταση, τα πράγματα, ήταν πιο σοβαρά από όσο νόμιζε.
«Σε παρακαλώ, σταμάτα τώρα! Τι χαζομάρες είναι αυτές! Τι σου φταίει η γυναίκα; Πελάτισσα είναι! Δεν μπορείς να την διώξεις.....»
«Δεν θέλω να την διώξω....... Να τη βάλω κάτω θέλω και να την φιλήσω μέχρι να γίνει μπλε από την ασφυξία!!!!! Αυτό θέλω και δεν ξέρω πως να το κάνω.......».
Ο Γεράσιμος έμεινε στήλη άλατος. Όντως ήταν, πιο σοβαρά, από ότι περίμενε.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. α’

«Τι δεν καταλαβαίνεις;», ρώτησε ο Ηλίας τον φίλο του.
«Δεν καταλαβαίνω, γιατί πρέπει εγώ να το κάνω αυτό και όχι εσύ.....», απάντησε, στον ίδιο τόνο, ο Γεράσιμος.
«Έλα, ρε!!! Τι φίλος είσαι; Εσύ την ξέρεις. Της μιλάς. Κάνετε παρέα που και που. Εγώ, δεν την ξέρω, καθόλου. Μας είδε μαζί, αλλά.... Τι θα της πω; «Γεια! Είμαι ο φίλος, του φίλου σου;», τον κοίταξε ικετευτικά.
«Δεν την ξέρω τόσο καλά, για να της ζητήσω αυτό το πράγμα που μου λες! Θα με περάσει για τρελό! Κάθε λογικός άνθρωπος, έτσι θα το έβλεπε. Δεν είναι συνηθισμένο να λες σε κάποιον: «Μου δανείζεις, την μηχανή σου, γιατί αυτή η συγκεκριμένη, είναι το όνειρο της ζωής του φίλου μου και θέλει να κάνει μια βόλτα.», έστω και αν είναι μια Harley. Είναι, βέβαια, το όνειρο της ζωής πολλών σαν κι εσένα, αλλά λέμε τώρα.....», του είπε.
«Σε παρακαλώ......».
«Όχι! Ενηλικιώσου κάποτε.... Πάτησες τα σαράντα.... Αμάν πια, με αυτό τον παλιμπαιδισμό..... Γι’ αυτό, καμιά σοβαρή γυναίκα, δεν γυρνάει να σε κοιτάξει.... Δεν βαρέθηκες;», ο Γεράσιμος άρχισε σιγά σιγά να χάνει την ψυχραιμία του κι ήταν έτοιμος να πει κι άλλα, αλλά μπήκε η γυναίκα του μέσα στο σαλόνι και σταμάτησε. 
«Τι φωνάζετε εσείς οι δύο κι έχετε ξεσηκώσει όλη την πολυκατοικία; Μέχρι κάτω την είσοδο ακούγεστε!», είπε κοιτάζοντας μια τον έναν και μια τον άλλο. 
«Συγγνώμη, βρε αγάπη μου, αλλά δεν τρώγεται με τίποτα......», δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του, όταν τον διέκοψε ο Ηλίας.
«Μην της πεις! Γιατί πρέπει να το ξέρει η Λία; Αυτές είναι κουβέντες, μεταξύ αντρών! Αν της πεις και αυτό, εγώ θα φύγω και δεν θα ξανά ’ρθω! Στο λέω!!!!», έκανε μερικά βήματα προς την εξώπορτα.
«Κάτσε τώρα να φάμε και φεύγεις μετά. Δεν θα της πω τίποτα.», γύρισε στην γυναίκα του.
«Δεν θέλεις να μάθεις, καλή μου, ε;», τη ρώτησε και της έκλεισε το μάτι.
«Όχι, όχι! Να, εγώ θα πάω στην κουζίνα να ετοιμάσω το φαγητό κι εσείς, συνεχίστε την συζήτηση σαν να μην είμαι, καν εδώ. Όταν θα είναι έτοιμα, θα σας φωνάξω. Καλά;», έκλεισε με την σειρά της το μάτι στον άντρα της, να του δείξει ότι κατάλαβε και χάθηκε στα ενδότερα του σπιτιού. 
Ο Ηλίας ήξερε ότι, ο Γεράσιμος, δεν θα το κράταγε το στόμα του κλειστό. Θα της τα ξέρναγε όλα. Αυτό έκανε πάντα. Η Ιουλία θα μάθαινε, ήθελε, δεν ήθελε. Πως τον κατάφερνε, ήταν απορίας άξιο. 
«Σε έχει στο βρακί της!!! Να που σε έχει!!!», του είπε με κακία.
Ο Γεράσιμος του έριξε μια δολοφονική ματιά.
«Δεν ξέρεις, τι λες!!!! Εγώ, αν θες να ξέρεις, είμαι ο άντρας του σπιτιού και εγώ, αποφασίζω, για όλα εδώ μέσα. Κακομοίρη μου, με ζηλεύεις. Δεν αντέχεις που έχω μια γυναίκα που με αγαπά και με φροντίζει, ενώ εσύ είσαι μπακούρι και περιμένεις  από την μάνα σου, να σου πλύνει τα ρούχα....  Της τα πηγαίνεις κάθε Δευτέρα, όπως πάντα;», κάγχασε.
«Δεν ζηλεύω! Εσύ ζηλεύεις, που είμαι ελεύθερο πουλί και πετάω όπου μου αρέσει, ότι ώρα μου αρέσει......».
«Ναι.... Κούκος..... Μόνος, χωρίς κανένα...... τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ακόμη και γριπωμένος, σε μένα και τη Λία φορτώνεσαι, κακομοίρη μου!!!! Δεν μπορείς, χωρίς εμάς. Τι να κάνω που σε αγαπώ και δεν αντέχει η συνείδησή μου, να σε αφήσω στους πέντε δρόμους.....».
«Δεν είμαι μόνος. Έχω όποια γυναίκα θέλω, στο τσεπάκι μου. Τι νομίζεις; Ότι είναι δύσκολο να παντρευτώ; Έτσι να κάνω, δέκα θα έχω.».
«Αφού, έτσι κάνεις και πέφτουν δέκα δέκα..... βγάλ’ τα πέρα, μόνος σου, με την Νικολέτα! Εκεί να σε δω.... Είναι σκληρό καρύδι, σε προειδοποιώ.....».
«Χα! Δεν έχω την ανάγκη σου!!! Μπορώ και μόνος μου!!!». 
«Παιδιά! Έτοιμο το τραπέζι. Άντε! Ελάτε να φάμε!!!!», ακούστηκε η φωνή της Ιουλίας, από μέσα. 
Σηκώθηκαν από τις πολυθρόνες που κάθονταν και κατευθύνθηκαν προς στην κουζίνα.
Ο Ηλίας και ο Γεράσιμος είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια. Τα σπίτια τους ήταν, το ένα, απέναντι, από το άλλο. Στο ίδιο σχολείο πήγαιναν, τις ίδιες παρέες είχαν. Στις ίδιες αλάνες έπαιζαν. Παρ’ όλα αυτά, ήταν τελείως διαφορετικοί, μεταξύ τους, σαν χαρακτήρες. Ίσως η διαφορετικότητα να ήταν που τους έκανε αχώριστους. Ο Ηλίας ήταν εξωστρεφής, μονίμως με χαμόγελο -έστω κι αν οι βαθμοί του δεν ήταν τόσο καλοί- και κοινωνικός. Σε αντίθεση, ο Γεράσιμος, ήταν πιο μαζεμένος. Οι βαθμοί του, ήταν οι καλύτεροι στην τάξη και δεν έκανε εύκολα φίλους. Ο Ηλίας ήταν, αυτός, που τον τράβαγε παντού. Με την μπάλα, με τα ποδήλατα και αργότερα στις καφετέριες με τα κορίτσια.  
Στον στρατό χωρίστηκαν. Ο Ηλίας πήγε στο Μεγάλο Πεύκο, στους καταδρομείς, ο Γεράσιμος στην Αυλώνα, στα τεθωρακισμένα. Όταν τελείωσαν με τις θητείες τους και γύρισαν πίσω, ο Ηλίας έπιασε δουλειά σε μια καφετέρια, ενώ ο Γεράσιμος μπήκε στον δημόσιο τομέα. Βρίσκονταν, όμως, καθημερινά. Ο Γεράσιμος πήγαινε τα βράδια στο μαγαζί που δούλευε ο Ηλίας κι εκεί, γνώρισε την γυναίκα του. 
Ο Ηλίας ήταν, που έκανε το «κονέ», για τον φίλο του. Έτσι η παρέα μεγάλωσε, κατά ένα άτομο. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά ο Ηλίας, δεν άλλαξε καθόλου. Ζούσε, βέβαια, μόνος του, αλλά μια φορά την εβδομάδα, έστελνε την μπουγάδα στη μάνα του και δυο φορές, εκείνη, πήγαινε και συγύριζε το  σπίτι και του μαγείρευε. 
Η διένεξη για την Νικολέτα ξεκίνησε, όταν η συγκεκριμένη γυναίκα, άρχισε να πηγαίνει στο μαγαζί, -που στο μεταξύ ο Ηλίας είχε αγοράσει-, για καφέ. Όταν η Harley πάρκαρε μπροστά και κατέβηκε από πάνω της εκείνη, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η τύπισσα ήταν φοβερή, για τα δικά του δεδομένα. Δερμάτινο στενό παντελόνι, δερμάτινο μπουφάν, μπότες, κράνος και κάτω από το κράνος μακριά σγουρά, μαύρα, μαλλιά. Το χειρότερό του, δε, ήταν, που ο Γεράσιμος, έπιασε κουβέντα μαζί της. Η υπερηφάνειά του δεν τον άφηνε να δείξει ότι, ενδιαφέρεται για την γυναίκα. Έτσι, την πρώτη φορά, δεν είπε τίποτα. Όταν, όμως, εκείνη συνέχισε να έρχεται, εκείνος βρισκόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Πως να μιλήσει στον Γεράσιμο, χωρίς να καρφωθεί; Βέβαια, ο φίλος τους ήξερε, τι τρέλα είχε, με αυτού του είδους τις μηχανές, αλλά δεν ήθελε να διακινδυνεύσει και να καταλάβει ότι, το ενδιαφέρον του ήταν μόνο, για την αναβάτρια της μηχανής. 

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Απόψε.


Η ώρα πέρασε. Να κάνω ένα τσιγάρο ακόμη, να πιω τις τελευταίες γουλιές του καφέ μου και να την κάνω, σιγά σιγά. 
Αστραπή ήταν αυτή; Μπα, θα μου φάνηκε, αλλά να... Ξανά πάλι. Φωτίστηκε για λίγο το σύμπαν. Ακούστηκε και η βροντή της καθαρά.  Στο βουνό έπεσε ή στον κάμπο; Δεν μπορώ να δω από εδώ που κάθομαι. 
Πότε πρόλαβε να μαζέψει τόσα σύννεφα από το μεσημέρι; Άρχισε να βρέχει. Σιγά στην αρχή, αλλά το γύρισε σε μπόρα. Μπορώ να ακούσω τις στάλες να πέφτουν στον δρόμο. Από πίσω ακούγεται πιο δυνατά. Το ελενίτ φταίει. Πέφτουν με δύναμη εκεί πάνω, κάνοντας πολύ σαματά. 
Το ράδιο παίζει παλιά αγαπημένα τραγούδια και ο καφές μου πάγωσε. Κάθε γουλιά μου φέρνει αηδία, αλλά δεν θέλω να τον πετάξω. Όπως δεν πετάς παλιά αγαπημένα μεν, άχρηστα δε, πράγματα, γιατί αν το κάνεις, νιώθεις ότι πετάς το παρελθόν σου. Είναι οι κρίκοι που σε δένουν με αυτό. 
Αστράφτει πιο πολύ τώρα. Τις βροντές δεν τις ακούω μόνο, αλλά νιώθω την δόνησή τους να διαπερνά την καρέκλα και το σώμα μου. Πόσο κοντά να πέφτουν; Να βγω και να δω; Θα γίνω μούσκεμα και δεν έχω άλλα ρούχα, μαζί μου για να αλλάξω. 
Θα μείνω στην ασφάλεια που μου δίνει ο χώρος μου. Μου αρέσει να νιώθω ασφαλής. Δεν θέλω να αμφιταλαντεύομαι. Αυτή η αίσθηση της βάρκας που γέρνει, δεν είναι το στοιχείο μου. Μερικές από τις φορές που βρέθηκα σε αυτή την κατάσταση, βούλιαξα μαζί με την βάρκα. Μετά, έπρεπε να κάνω μεγάλο αγώνα για να ανέβω στην επιφάνεια. Έχω δε, να σου πω ότι, δεν είναι καθόλου ευχάριστο, αυτό. Κάθε φορά έπρεπε να επιστρατεύσω τις δυνάμεις μου στο έπακρο, για να τα καταφέρω. 
Βέβαια, δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρξαν φορές που ήμουν τυχερός. Προλάβαινα την νηνεμία, την γαλήνη και συνέχιζα το ταξίδι, χωρίς ευτράπελα. Θα προτιμούσα, παρόλα αυτά, το ταξίδι της ζωής, να ήταν στην στεριά.  Ούτε εκεί είναι πολύ σίγουρα, αλλά δεν έχεις από κάτω σου, έναν ολόκληρο, ρευστό κόσμο, ούτε κύματα που να απειλούν, να σε καταπιούν. 
Τι ζωή θα ήταν τότε;  Δεν ξέρω. Δεν την δοκίμασα, οπότε δεν έχω την κατάλληλη απάντηση, να σου δώσω. Θα ήθελα να δοκιμάσω, όμως. Ίσως, το να είσαι μόνιμα ήρεμος, χαλαρός, χωρίς πολλά προβλήματα, να μην είναι το ιδανικό. Τι να σου πω; Μας αρέσει να βασανιζόμαστε. Λέμε χαριτολογώντας ότι είναι το αλατοπίπερο της ζωής. Η νοστιμιά της..... 
Ξέρω, ξέρω.... Δεν θα έχω κάτι να πω, στα εγγόνια μου, όταν γεράσω. Δεν θα είμαι σοφός. Χωρίς εμπειρίες, δεν θα μπορώ να τους δείξω τον σωστό δρόμο..... Αναρωτιέμαι, τελικά, θα ζήσω τόσο ώστε να προλάβω, να γεράσω και να αποκτήσω εγγόνια;
Δεν είμαι απαισιόδοξος, ούτε κυνικός. Ρεαλιστής είμαι. Η επόμενη μέρα θα είναι ηλιόλουστη. Αν όχι η επόμενη, η μεθεπόμενη και πάει λέγοντας. Δεν μπορεί πάντα να βρέχει. Ο ήλιος είναι εκεί, άσχετα που, δεν μπορώ να τον δω. Όσο η γη γυρίζει, γύρω του, θα κάνει την εμφάνισή του πάλι. 
Έξω, εξακολουθεί να γίνεται χαλασμός.  Χτυπά το κινητό μου. Ποιος να είναι άραγε μια τέτοια νύχτα; 
Ο κολλητός μου. Ήθελε να μάθει τι κάνω. Έχει βγει με το κορίτσι του και θέλει να πάω κι εγώ. Το σκέφτομαι. Να πάω; Μήπως τους χαλάσω το τετ α τετ; Αλλά πάλι, αν ήθελαν να ήταν μόνοι, δεν θα μ’ έπαιρναν τηλέφωνο. Παρέα θέλουν. Νομίζω ότι κι εγώ χρειάζομαι παρέα απόψε. 
Βγαίνω στο δρόμο για να πάω στο αυτοκίνητο. Μια τεθλασμένη γραμμή φωτός εμφανίζεται από πάνω μου. Ο ήχος της βροντής εκκωφαντικός. Που στο καλό πάω, με τέτοιο καιρό; Μέχρι να φτάσω στο απέναντι πεζοδρόμιο έγινα μούσκεμα. Δεν πειράζει. Θα στεγνώσω με το καλοριφέρ. Δεν κάνει κρύο, άλλωστε.
Παίρνω τον συνηθισμένο δρόμο. Τον επαρχιακό. Το φως των προβολέων μου πέφτει πάνω στα τσαλιά, που βρίσκονται κατά μήκος. Ξέρω ότι εκεί μέσα κρύβονται ζώα. Βλέπω τα μάτια τους που αντανακλούν στο φως και κόβω ταχύτητα. Πολλές φορές, βρέθηκαν μπροστά μου απρόοπτα και προσέχω πολύ. Δεν θέλω να είμαι, εγώ, αυτός που θα κόψει το νήμα της ζωής τους. Γιατί στα λέω όλα αυτά; 
Τέλος πάντων.
Κάνοντας χρόνια αυτή τη διαδρομή, είδα πολλά ζώα πατημένα, από διερχόμενα αυτοκίνητα. Γάτες, σκύλους, σκαντζόχοιρους..... Πολλούς μικρούς σκαντζόχοιρους. Αλεπούδες μικρές.... Κρίμα....
Τώρα περνάω τη γέφυρα. Εδώ έχει πάντα ομίχλη όταν βρέχει, επειδή από κάτω περνάει το ποτάμι. Πιο πέρα τα καβάκια, ορθώνονται στις άκρες της ασφάλτου και οι αστραπές που πέφτουν με γεμίζουν φόβο. Αν πέσει κεραυνός σε κάποιο από αυτά την ώρα που περνάω;
Κλείνω το ράδιο. Κάποιος μου είπε, να μην το έχω ανοιχτό σε τέτοια κακοκαιρία. Σε λίγο, βγαίνω στον κεντρικό. Ρε συ, πως δεν το σκέφτηκα τόση ώρα; Θα πάρω την Γεύση τηλέφωνο, να ετοιμαστεί, για να πάω να την πάρω. Γιατί να είμαι μόνος μου; Θα πάρω κι εγώ το κορίτσι μου μαζί. Τι στο καλό; Δεν θέλει πολύ φιλοσοφία. 
Θα είναι έτοιμη, μέχρι να φτάσω σπίτι της. 
Της κάνω αναπάντητη για να κατέβει. 
Κατέβηκε. Καθώς στέκεται μπροστά στην είσοδο και το φως της πολυκατοικίας χτυπά την πλάτη της, τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό της, δεν φαίνονται καθαρά. Μπαίνει στη θέση του συνοδηγού και μου χαμογελάει. Τώρα βλέπω το όμορφο μουτράκι της. Της χαμογελώ κι εγώ και τη φιλάω. Πόσο μου έλειψε, όλες αυτές τις ώρες, που ήμουν στη δουλειά.
Φτάσαμε στο ταβερνάκι. Καθίσαμε στο τραπέζι με τα παιδιά και παραγγείλαμε να φάμε. Κάθε φορά που βρισκόμαστε, περνάμε πολύ όμορφα. Γελάμε, μιλάμε, τρώμε, ξαναγελάμε....
Τελικά, όταν περιστοιχίζεσαι από ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν, πρέπει να νιώθεις ευτυχισμένος. 
Τι λες για μένα, λοιπόν; Είμαι; Νομίζω πως, είμαι....

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Tell me about yourself Award.... Ok, I'll tell everything!!!!



Ο φίλος μου ο Αμερικλάνος  και το γειτονάκι μου και φιλαράκι μου, ο Leviathan, μου έδωσαν βραβείο!!!! Τους ευχαριστώ πάρα πολύ για την χειρονομία και θα παίξω το παιχνιδάκι που πάει μαζί, αν και εφτά από ’δώ εφτά, από ’κει.... δεν έμεινε και τίποτα, πια, κρυφό. Όλα, φόρα παρτίδα, τα έβγαλα....
α) Είμαι δύσκολος άνθρωπος. Δεν εξηγείται, γιατί, απλά είμαι.
β) Είμαι οξύθυμη. Παίρνω φωτιά με το παραμικρό.... Μάλλον ο θυροειδής μου φταίει. (Δικαιολογίες, το ξέρω, αλλά μου αρέσει να έχω άλλοθι.).
γ) Μου αρέσει να γράφω, να διαβάζω, να μαγειρεύω,  να ταξιδεύω. Δεν συνδυάζονται όλα μαζί, αλλά πάντα προσπαθώ να  χώσω το ένα μέσα στο άλλο.
δ) Δεν έχω υπομονή. Τα θέλω όλα... χθες. Αυτό είναι που με δυσκολεύει περισσότερο από τα υπόλοιπα.....
ε) Λυπάμαι εύκολα, αλλά αν δω ότι, κάποιος, χρησιμοποιεί την κατάντια του, για να εκμεταλλευτεί την κατάσταση..... την έκατσε. 
στ) Από όσους ανθρώπους έχασα στην ζωή μου, ο χαμός του πατέρα μου με πονάει ακόμη τόοοοοσο πολύυυυυ....... Αν και πιστεύω ότι πάντα έτσι θα είναι.....
ζ) Δεν γελάω συχνά. Θα το ’θελα...... πραγματικά, αλλά επηρεάζομαι εύκολα, από ότι γίνεται γύρω μου και συνήθως είμαι με τα μούτρα κάτω. Δεν είμαι μουντρούχα... Αμέσως, να με βάλετε στο μάτι...... Συγγνώμη δηλαδή, εσείς θα γελάσετε όταν έρθει το χαρτί της εφορίας, η ΔΕΗ, το τηλέφωνο, το πετρέλαιο..... και η έκτακτη εισφορά;;;;;;;; Μην τρελαθούμε τελείως.......
Τώρα αν ζητήσετε, σε άλλο παιχνίδι, να σας πω κάτι για μένα, δεν ξέρω αν έμεινε και τίποτα. Με ξεβρακώσατε πάλι......
Κι επειδή, αυτή τη φορά, θα ακολουθήσω κατά γράμμα τις επιταγές του παιχνιδιού..... Ορίστε ποιους προτείνω να παίξουν:
1.    Αρμενάκι
2.   Milch
3.   LIVE THE LIFE
4.   Logos_en_drasei  
5.   METAL ON METAL
6.   Possessines Of Nicotine (Aougaros) 
7.   ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
8.   O SKROYTZAKOS O JKOK 
9.   Πένα και Χαρτί 
10. ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ 
11. Τι θα φάμε σήμερα; 
12. Τσάμπα καίει η λάμπα
13. ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ 
14. the elf at bay 
15. A - KAKIES 
Τελικά ήταν πολύ δύσκολο να διαλέξω..... Δεν θα το ξανακάνω, σας το λέω....

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Χαμένη ψυχή. γ’

Καθώς η ώρα πέρασε, το φεγγάρι διέγραψε ένα ακόμη τόξο στον ουράνιο θόλο και το κρύο έγινε, πιο τσουχτερό. Το φως στο δωμάτιο εξαφανίστηκε, κάνοντας τα σκουπίδια να φαίνονται σαν σκοτεινοί όγκοι, που παραμονεύουν να βγάλουν από τα σωθικά τους, όντα, που ο ανθρώπινος νους, δεν μπορεί να συλλάβει. Φαντάσματα από το παρελθόν, που ίσως να έζησαν κάποτε σε αυτό το σπίτι, μέσα στην θαλπωρή, την λιακάδα, την αγάπη, την ευτυχία ή το αντίθετο.
Η Πέρσα, άρχισε πάλι να κρυώνει. Τα δόντια της χτύπαγαν μεταξύ τους και μάζεψε τα πόδια της πιο κοντά στο σώμα της, μήπως μπορέσει να ζεσταθεί καθόλου.
«Ας είχα μια γουλιά. Μόνο μια, να με ζεστάνει, απόψε. Δυο μέρες τώρα, δεν μπόρεσα να μαζέψω λίγα παραπάνω για να εξασφαλίσω, έστω ένα πενηνταράκι. Έπρεπε να φάω.... Όταν έχω το ένα.... δεν έχω το άλλο...», εξομολογήθηκε στην γάτα. 
Εκείνη δεν έδωσε σημασία. Επικεντρώθηκε στον σωρό από τα χαρτιά, που ήταν μαζεμένα δίπλα στον καναπέ. Σήκωσε το κεφάλι της, αλλά το κατέβασε ξανά.
«Μα ούτε ένα ποντίκι; Τι σόι ερείπιο είναι αυτό, χωρίς φαγητό;;;;», σκέφτηκε.
Τις προηγούμενες δύο μέρες, η Πέρσα, τριγύριζε στον ηλεκτρικό. Έμπαινε κρυφά από τους σεκιουριτάδες στα βαγόνια, παρακαλώντας τον κόσμο να της δώσει, έστω, ένα πεντάλεπτο. Ευτυχώς, είχε προλάβει να μαζέψει μερικά ψιλά, όταν στα Άνω Πατήσια, την έπιασε ένας πιτσιρικάς, της ασφαλείας του ηλεκτρικού και την πέταξε έξω από τον σταθμό. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να πάρει κάτι να πιει, αλλά το στομάχι της διπλώθηκε από την πείνα και αποφάσισε να πάρει κάτι να φάει. 
«Σήμερα ήθελα να πιω. Έπρεπε να πιω..... Σαν σήμερα.... Αχ!!! Δεν θέλω να θυμάμαι..... Δεν αντέχω να θυμάμαι......», άρχισαν τα μάτια της, ξανά, να δακρύζουν.  Ένιωσε μια σουβλιά στη δεξιά μεριά, κάτω από τα πλευρά της, αλλά ο πόνος στην καρδιά, από την στεναγχώρια, ήταν μεγαλύτερος. Πριν τέσσερα χρόνια, μια μέρα σαν κι αυτή, ήταν που πήγαν, μαζί με τον Άγγελο, στο νοσοκομείο, στα έκτακτα. 
Ένα βήχα είχε. Τον ταλαιπωρούσε το τελευταίο διάστημα και είχε πάει στον γιατρό, ο οποίος του είπε, ότι, δεν ήταν κάτι σοβαρό. Βρογχοπνευμονία, που θα περάσει με φάρμακα...... Αλλά δεν πέρασε. Όταν επιδεινώθηκε ο βήχας, φτάνοντας να κάνει εμετούς, τηλεφώνησε στη μητέρα του να πάει να τον βοηθήσει. 
Όταν μπήκε στο σπίτι και τον είδε, η καρδιά της σφίχτηκε. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος από την εξάντληση. Το χρώμα είχε χαθεί από τα μάγουλά του και είχε αδυνατίσει. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου με χέρια που έτρεμαν, να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά τα μάτια της, που ήταν γεμάτα δάκρυα, δεν ξεχώριζαν τους αριθμούς. Στην τρίτη προσπάθεια κατάφερε να μιλήσει με κάποιον. Τον ικέτευσε να στείλει, ένα, όσο πιο γρήγορα γινόταν και μέχρι να έρθει, ο χρόνος της φάνηκε αιώνας. 
Όταν έφτασαν στο νοσοκομείο, μπήκαν κατευθείαν στον εξεταστικό χώρο. Ο γιατρός τον αφουγκράστηκε. Έδειχνε αμήχανος, σαν να μην ήξερε, τι ακριβώς έπρεπε να τους πει. Για να σιγουρευτεί, τους έστειλε για ακτινογραφία θώρακος. Όταν γύρισαν στο εξεταστήριο, ο γιατρός είχε ήδη την πλάκα αναρτημένη στον φωτεινό πίνακα. Πριν προλάβει να τους βγάλει έξω, ένας άλλος γιατρός μπήκε μέσα και το μάτι του έπεσε κατευθείαν πάνω της.
«Τι είναι ΑΥΤΟ;;;;;; Πως θα το ανακοινώσεις στον άνθρωπο που το έχει;;;;», είπε χωρίς να γνωρίζει ότι, ήδη αυτός ο άνθρωπος, βρίσκονταν εκεί. 
Η Πέρσα ένιωσε το αίμα να στραγγίζει από το πρόσωπό της. Κοίταξε κι εκείνη. Αυτό που είδε ή μάλλον, δεν είδε, την τρόμαξε. Από τους δύο πνεύμονες που έπρεπε να είναι εκεί, ο ένας ήταν ολόκληρος, ενώ από τον άλλον, φαίνονταν μόνο ένα μικρό του κομμάτι, στην πάνω πλευρά. Η υπόλοιπη πλάκα ήταν άδεια. 
«Μην ανησυχείς, μαμά. Όλα θα πάνε καλά.», της είπε ο Άγγελος με ένα χαμόγελο στα χείλη. 
«Δεν είναι τίποτα! Θα το δεις! Θα μου περάσει!», συνέχισε σαν να μην συνέβαινε κάτι, με το χαμόγελο να μην σβήνει από το πρόσωπό του. 
Φυσικά, όλα πήγαν από το κακό, στο χειρότερο. Ο καρκίνος ήταν προχωρημένος, σε επικίνδυνο στάδιο. Δεν υπήρχε γυρισμός. Μετρούσε μέρες. Είχε απλωθεί, στο κεφάλι, στα κόκαλα, στο αίμα.... παντού. Είκοσι έξι μέρες και νύχτες. Είχε κάνει το νοσοκομείο, σπίτι της. Εκεί έτρωγε, εκεί κοιμόταν, εκεί.... ως την τελευταία του πνοή. Ως τη στιγμή που βγήκε από το νοσοκομείο, μόνη της, βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα και οι Ερινύες την τύλιξαν στα πέπλα τους, σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από τον λαιμό της. Από τότε και μετά, δεν ήταν, σχεδόν ποτέ, ξενέρωτη. 
Έπνιγε τον πόνο της μέσα στο ποτό. Έτσι νόμιζε, γιατί, όσο έπινε, τόσο πιο δυνατός γινόταν. Μέσα στη θολούρα που της προκαλούσε, ζούσε ξανά και ξανά αυτές τις εφιαλτικές μέρες. Το πλάσμα να κρέμεται στον στύλο περνώντας στις φλέβες του, γιατί τα αιμοπετάλια έπεφταν συνέχεια. Τις ακτινογραφίες για να δουν πόσο γρήγορα προχωρά  ο όγκος. Τις αξονικές, για το που έκανε μετάσταση...... Ατέλειωτες ώρες αγωνίας, που δεν έλεγαν να τελειώσουν ποτέ..... Ακόμη και μετά τέσσερα χρόνια...... Σαν να ήταν μόλις χθες. 
Ο άντρας της, την εγκατέλειψε. Δεν την ένοιαζε. Είχε χάσει το πολυτιμότερο αγαθό που της είχε δώσει ο Θεός.  Δεν είχε νόημα πια να προσπαθήσει για κανέναν. Τιμωρήθηκε για τον όρκο που έδωσε και δεν κράτησε. 
Έκλεισε τα μάτια της. Η μορφή του Άγγελου, έκανε την εμφάνισή της, μπροστά της, όπως ήταν τη μέρα που της ανακοίνωσε την πρόσληψή του. Ένα παλληκάρι, ψηλό, μελαχρινό, με τα μαλλιά του μακριά, με μπούκλες, που έκρυβαν το μέτωπό του κι ένα χαμόγελο στα γεμάτα χείλη του, που έφτανε μέχρι τα ζεστά καστανά του μάτια.
«Σου είπα μαμά.... Όλα θα πάνε καλά! Δεν στο είπα; Έλα! Φτάνει πια! Μην τυραννιέσαι άλλο! Πάμε!», της  είπε κι έτεινε το χέρι του.
Άπλωσε το χέρι της για να πιάσει το δικό του. Το έκλεισε σφιχτά στην παλάμη της, νιώθοντας  την ζεστασιά του να περνά μέσα της. Του χαμογέλασε ευτυχισμένη.....
Η γάτα ένιωσε το χέρι της Πέρσας να σηκώνεται στον αέρα και είδε το κεφάλι της, να ανασηκώνεται ελαφρά. Ένα χαμόγελο ήταν χαραγμένο στα ξερά της χείλη. Την αμέσως επόμενη στιγμή, το χέρι έπεσε με δύναμη πάνω της. Από την τρομάρα της, πετάχτηκε από τον καναπέ και βγήκε από το σπίτι. 
«Ούτε φαγητό, ούτε ζεστή αγκαλιά...... Τι νύχτα κι αυτή!!!», μονολόγησε, περπατώντας με σηκωμένη την ουρά, χαιρετώντας την καινούρια μέρα που ανέτειλε.
ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Χαμένη ψυχή. β’

Ο αέρας σφύριξε ανάμεσα από τις χαραμάδες των σπασμένων παραθυρόφυλλων και η Πέρσα έσφιξε τη γάτα, πιο δυνατά στην αγκαλιά της. Η γάτα αναδεύτηκε ενοχλημένη και η Πέρσα, χαλάρωσε το σφίξιμο και την χάιδεψε τρυφερά.
«Μη φύγεις κι εσύ.... Σε παρακαλώ.... Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά, που κάποιος ήρθε στην αγκαλιά μου.... μόνος του, χωρίς να το ζητήσω... Ο Άγγελος... Όσο ήταν μικρός, έτρεχε με τα μικρά του ποδαράκια πέρα δώθε μέσα στο σπίτι και κατέληγε στην αγκαλιά μου γελώντας.», στη θύμησή του, ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα στεγνά, σκασμένα χείλη της. Μια πληγή άνοιξε και το αίμα ζεστό κύλησε στο παγωμένο της μάγουλο. Το σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της και συνέχισε.
«Πάντα του ήταν ανεξάρτητο παιδί. Όλα μόνος του ήθελε να τα κάνει. Μόνος του να φάει κι ας ήταν μόλις ενός έτους, μόνος του να φοράει τα παπουτσάκια του. Πολύ νωρίς έφυγε από την αγκαλιά μου, για να χτίσει τη δική του φωλιά.....», έκλεισε τα μάτια και αναστέναξε. Ένιωθε πως ήταν μόλις εχθές που ήρθε στο σπίτι γεμάτος χαρά, να της ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα. Το βιογραφικό που είχε στείλει στην πολυεθνική, έγινε δεκτό και θα έπιανε δουλειά σε ένα μήνα. Δικό του γραφείο, δική του θέση στο πάρκιν.... Έπρεπε να βρει διαμέρισμα πιο κοντά, γιατί η  εταιρεία ήταν στην άλλη άκρη της πόλης. Δεν θα σηκωνόταν από τα επτά ξημερώματα, να τρώει όλη την κίνηση στον δρόμο, μέχρι να φτάσει εκεί. 
Ξεκίνησαν μαζί ένα μαραθώνιο, μέχρι να βρουν το κατάλληλο. Ο πατέρας του, όπως πάντα, απών. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν, όταν γύριζε από την δουλειά να είναι εκείνη στο σπίτι, με το φαγητό έτοιμο στο τραπέζι για να φάει, να ξαπλώσει λίγο και μετά να πεταχτεί, δήθεν στο γραφείο ξανά, για να τελειώσει τις εκκρεμότητες...... Να πηδήξει την γραμματέα του. Το κτήνος. 
Πάντα του ήταν αδιάφορος και ψυχρός. Τον γιο του τον αγαπούσε, βέβαια, με ένα δικό του ιδιαίτερο τρόπο, αλλά το θεωρούσε αδυναμία να το δείξει. Την Πέρσα, αντίθετα, δεν την είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά και η ίδια το ήξερε. Όταν είχε μείνει έγκυος και του το ανακοίνωσε, την παράτησε και γύρισε στο χωριό του.  Μόνη της πήρε την απόφαση να πάει να τον βρει. Με την κοιλιά στο στόμα και την περηφάνια της κουρελιασμένη, πήγε στο πατρικό του. Οι γονείς του την δέχτηκαν σαν να ήταν δικό τους παιδί και με την απειλή της αποκλήρωσης, αναγκάστηκε να την παντρευτεί. Κι αυτός για να την εκδικηθεί,  δεν την άφησε ποτέ να δουλέψει, να έχει δικό της πορτοφόλι, δική της ανεξαρτησία. Της έδινε τσίμα τσίμα τα χρήματα καθημερινά, για το ψωμί και τα ψώνια για το φαγητό. 
Το πότε άρχισε να πίνει, ήταν θολό μέσα στο μυαλό της. Είχε ξεκινήσει να πίνει ένα ποτηράκι, το βράδυ, για να χαλαρώνει. Όλη μέρα κλεισμένη μέσα στους τέσσερις τοίχους, να πλένει, να σιδερώνει, να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να μαγειρεύει. Να μαγειρεύει σε μια ανήλιαγη κουζίνα δύο επί δύο, μ’ ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στον φωταγωγό. Έξω από το παράθυρο φαίνονταν οι καπνισμένες πολυκατοικίες, από το καυσαέριο, σαν γίγαντες, όρθιοι φρουροί, να μην αφήνουν το φως να περάσει ανάμεσά τους, παρά μόνο ένα μικρό κομμάτι ουρανού να φαίνεται κι αυτό με δυσκολία, γιατί μπροστά στο παράθυρο ήταν ο νεροχύτης.
Χρόνια ολόκληρα νοικιάζανε, την άθλια τρύπα που θεωρούσαν σπίτι τους, γιατί ο άντρας της τα έτρωγε με τις εκάστοτε γραμματείς και ποτέ δεν περίσσευαν, για να αγοράσουν το δικό τους σπίτι. Είχε συμβιβαστεί με την ιδέα, όμως. Μόνη της είχε πάρει την απόφαση, από την αρχή, τότε που πήγε στο πατρικό του. Ένας άντρας της έπεφτε.... ας ήταν αυτός. Έτσι, το ένα ποτηράκι έγιναν δύο,  τα δύο τρία και τα τρία, μπουκάλι. 
Δεν ήταν δύσκολο να το κρύβει. Εξάλλου, τα περισσότερα βράδια εκείνος έλειπε. Όταν έφυγε το παιδί και μετά, το πρόβλημα έγινε μεγαλύτερο, αλλά δεν το έβλεπε. «Δεν το κατάλαβα ότι άρχισα να έχω εξάρτηση, αλήθεια στο λέω.», εξομολογήθηκε στη γάτα. 
«Έβγαινα από το τέλμα της ζωής μου. Νόμιζα ότι ήμουν ευτυχισμένη έτσι. Το πρωί σηκωνόμουν με φοβερό πονοκέφαλο, αλλά μόλις έβαζα την πρώτη γουλιά στο στόμα μου, ένιωθα καλύτερα. Ένιωθα πάλι ζωντανή. Ένιωθα.... άνθρωπος. Με πιστεύεις;», ρώτησε σαν να περίμενε απάντηση.
Περίμενε να φύγει εκείνος, όταν θυμόταν να κοιμηθεί στο σπίτι, για δουλειά κι έτρεχε στο ντουλάπι της κουζίνας να πιεί τις πρώτες γουλιές της ημέρας. 
«Πως έβρισκα τα λεφτά για να αγοράσω ποτό; Αυτό ήταν ένα θέμα, αλλά κάθε φορά σκαρφιζόμουν διαφορετικούς τρόπους. Του έλεγα να μου αφήσει περισσότερα για φαγητό, γιατί το κρέας είχε ακριβύνει ή το ψωμί ή τα λαχανικά, άλλωστε δεν ασχολιόταν με την κουζίνα για να ξέρει ή έψαχνα τις τσέπες του για ξεχασμένα ψιλά, την ώρα που κοιμόταν. Πάντα φρόντιζα να εξασφαλίζω το μπουκάλι, έστω κι αν χρειαζόταν να κόψω κάτι από τα ψώνια.....», απάντησε στην ίδια της την ερώτηση. 
Μέχρι το βράδυ που γύρισε, χωρίς να τον περιμένει και τη βρήκε αναίσθητη, στο πάτωμα της κουζίνας, κάτω από το αγαπημένο της ραδιοφωνάκι, που εκείνη την ώρα έπαιζε ρεμπέτικα. Στην αρχή πανικοβλήθηκε, αλλά καθώς την πλησίασε, κατάλαβε ότι ήταν μεθυσμένη. Την φόρτωσε στο αυτοκίνητο και την πήγε στο νοσοκομείο που εφημέρευε. Όταν ο γιατρός βγήκε, από το δωμάτιο που την είχαν βάλει, του ανακοίνωσε ότι το αλκοόλ, ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα, γι’ αυτό της έκαναν ένεση καφεΐνης. Για προληπτικούς λόγους, της έγινε υπέρηχος στο συκώτι και το αποτέλεσμα ήταν, ότι είχε σκιά. Έπρεπε, επειγόντως, να κόψει το ποτό και να αρχίσει θεραπεία με βιταμίνες, γιατί πήγαινε για κύρωση του ήπατος. 
Το τι έγινε μετά που βγήκε από το νοσοκομείο, δεν ήθελε να το θυμάται. Ήταν η πρώτη φορά, που άπλωσε χέρι πάνω της. Ήταν η πρώτη φορά, που έβγαλε ότι είχε μέσα του, με λύσσα και πόνο. Ήταν η πρώτη φορά, που της αποκάλυψε, πως ένιωθε εκείνος, όλα αυτά τα χρόνια. Πόσο παγιδευμένος, πόσο δυστυχισμένος, πόσο μόνος του. Μπορεί να την παντρεύτηκε χωρίς να την θέλει τότε, αλλά με τα χρόνια η αδιαφορία της, η ανοχή της σε όλα όσα έκανε, η πειθήνια συμπεριφορά της, τον είχαν σπρώξει να την μισήσει, αντί να την αγαπήσει. Και την μίσησε πιο πολύ, αφού γέννησε τον Άγγελο. Ότι αποθέματα αγάπης είχε, τα έδωσε στο γιο της. Έφτασε να ζηλεύει τον ίδιο του τον γιο, για λίγο, ευτυχώς. Γιατί το παιδί, δεν έφταιγε σε τίποτα, αν εκείνη και ο ίδιος αποφάσισαν, ερήμην τους, να ζουν συμβατικά. Και τώρα αυτό. Όχι! Του ήταν αδύνατο να το καταπιεί. Του ήταν αδύνατο να επωμιστεί το βάρος, για την κατάντια της. Ή θα έκοβε το ποτό ή θα την παράταγε και θα έφευγε. Δεν είχε νόημα. Το παιδί, ήταν ένας ενήλικας πια. Μπορούσε να το χειριστεί. Δεν θα πληγωνόταν πολύ. 
Έκλαψε, γονάτισε, παρακάλεσε, ορκίστηκε στην ζωή του παιδιού τους, ότι θα έκανε τα πάντα, να το κόψει. Ότι θα δεν άφηνε το ποτό να την κυβερνά. Ήθελε τη ζωή της πίσω. Ήθελε μια ευκαιρία. Μόνο μια...... Μακάρι, να μην ορκιζόταν. Μακάρι εκείνη την ώρα, να κατέβαινε το Χέρι Του Θεού και να της έκοβε την γλώσσα, αντί να κόψει το νήμα, από τη ζωή του γιού της.