Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. στ’

«Μια βδομάδα και ούτε, φωνή ούτε ακρόαση...», σκέφτονταν ο Ηλίας, καθώς έφτιαχνε δύο ποτά, για κάποιους πελάτες. «Τι βλακεία να μην ζητήσω το κινητό της...».
Μετά το διήμερο που πέρασαν στο σπίτι του, λες και είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Έτσι, απλά, είχε εξαφανιστεί. Στο διαμέρισμά της, δεν ήταν σίγουρα. Το είχε τσεκάρει. Ούτε η μηχανή ήταν στο γκαράζ. Να της είχε πει κάτι και να την είχε προσβάλει; Μα δεν έδειξε κάτι τέτοιο. Τότε, τι μπορεί να συνέβαινε; Έδωσε τα ποτά στην Όλγα να τα σερβίρει, βγήκε από το μπαρ και πετάχτηκε πάλι στο στενό που έμενε. Τίποτα.
Ήταν η τρίτη φορά, μέσα στην εβδομάδα, που το έκανε αυτό. Σιχτίρισε τον εαυτό του, για αυτή του την αδυναμία και γύρισε πίσω στο μπαρ. «Μια αρπαχτή ήμουν για ’κείνη και τίποτα περισσότερο...... Γαμώτο!», σιχαίνονταν να σκέφτεται τον εαυτό του, σαν σκεύος ηδονής. Ίσως παλαιότερα να μην τον ένοιαζε τόσο. Αυτή τη φορά, όμως, τον έτσουξε.
Η Νικολέτα, είχε δεχθεί ένα τηλέφωνο από την εταιρεία τις προηγούμενες μέρες, για ένα μπέρδεμα που είχε γίνει με τις παραγγελίες από την Αμερική και έπρεπε να πετάξει άμεσα για Νέα Υόρκη. Πήγε με τη μηχανή μέχρι την εταιρεία, την άφησε εκεί και πήρε ταξί για το αεροδρόμιο. Δέκα έξι ώρες ταξίδι και το μυαλό της δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τον Ηλία. Δεν ήταν σωστό να φύγει έτσι, αλλά στο κάτω κάτω δεν είχαν τίποτα μεταξύ τους, εκτός από μερικές ώρες, καλού σεξ. 
Το σίγουρο ήταν ότι, θα έλειπε ακόμη μια εβδομάδα, οπότε, καλά θα έκανε, να τον ξεχάσει και να ασχοληθεί με την δουλειά της.  Μάταιος κόπος. Οι μέρες πέρναγαν και η επιθυμία γίνονταν πιο έντονη. «Μα τι στο καλό;», αναρωτήθηκε λίγο αργότερα. Η αγωνία της κορυφώθηκε, τις δύο τελευταίες μέρες που θα έπαιρνε το αεροπλάνο και θα γύρναγε πίσω. Βέβαια, ήξερε ότι δεν θα την περίμενε με ανοιχτές αγκάλες, αφού δεν του τηλεφώνησε, ούτε του ανακοίνωσε την ξαφνική αναχώρησή της αλλά, δεν ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Αν ήθελε κι εκείνος, θα μπορούσαν να κάνουν περιστασιακό σεξ. Σε αυτό τουλάχιστον, ταίριαζαν. Γνώριζε ότι δεν ήθελε μόνιμη σχέση..... Κανένα πρόβλημα, λοιπόν. Τότε, γιατί όλες αυτές οι σκέψεις, τις φαίνονταν γελοίες; Γιατί τριγύριζαν σαν μέλισσες μέσα στο μυαλό της και ο βόμβος της έφερνε πονοκέφαλο; Επαναλάμβανε τα ίδια και τα ίδια για να πείσει, ποιον; Τον εαυτό της;
Μπήκε στο αεροπλάνο του γυρισμού και ώρες περίμενε με κομμένη την ανάσα, να φτάσει Αθήνα.....
Ο Ηλίας είχε θυμώσει. Είχε φτιάξει και το σενάριο στην περίπτωση που θα την έβλεπε. Θα τις φέρονταν ψυχρά και αδιάφορα, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το διήμερο μεταξύ τους. Έτσι θα έκανε σίγουρα.....  Σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο εσόδων κι εξόδων του μαγαζιού -είχε καμιά ώρα που απεγνωσμένα προσπαθούσε να το ενημερώσει, αλλά οι αριθμοί χόρευαν  μπροστά στα μάτια του, ζεϊμπέκικο- και το βλέμμα του καρφώθηκε στην πόρτα. Του είχε λείψει τόσο πολύ που έβλεπε οπτασίες ή στα αλήθεια ήταν αυτή; Δεν πρόλαβε να τον πλησιάσει, γιατί είχε ήδη εκείνος πάει κοντά της.
«Ήρθες;!», δεν ήταν σίγουρος αν ήταν ερώτηση ή ανακούφιση.
Ήθελε να την αρπάξει και να τη φιλήσει στο στόμα, μέχρι να δει αστεράκια, να της δείξει πόσο πολύ του έλειψε, αλλά ο χώρος δεν ήταν ο κατάλληλος.
«Ήρθα!», του απάντησε. 
Το πως βρέθηκαν στο σπίτι της ήταν πολύ θολό στο μυαλό και των δύο. Οι κουβέντες που αντάλλαξαν ελάχιστες. Ότι χρειάζονταν το είχαν ήδη πει με τα κορμιά τους που ήταν ήδη κουρασμένα, ιδρωμένα και χορτασμένα από το σμίξιμο. 
Ένας μήνας είχε περάσει από την επάνοδό της στην Αθήνα και το μόνο που έκαναν ήταν σεξ. Ο Ηλίας είχε κουραστεί να την βλέπει στα κλεφτά. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε να την βλέπει περισσότερες ώρες, να μιλάνε, να ανταλλάσσουν απόψεις, να μάθει για την ζωή της και να του πει για την δική του. Δεν ήταν σίγουρος, από πότε άρχισε να σκέφτεται διαφορετικά για την Νικολέτα. Το μόνο που γνώριζε ήταν, ότι ήθελε να διεκδικήσει περισσότερο χρόνο από την ζωή της. Ακούγονταν εγωιστικό ακόμη και στα αφτιά του, αλλά μέσα του ήξερε, ότι ήθελε να κατεβάσει τον ουρανό με τ΄άστρα για χάρη της. 
«Από πότε έγινες ρομαντικός;», ρώτησε τον εαυτό του.
«Σε λίγο θα σκέφτομαι βαρκάδες, βιολιά, φεγγάρια και λουλούδια. Αυτά ξενερώνουν εκείνη και μένα με κάνουν να θέλω να ξεράσω.....», μονολόγησε.
Η Νικολέτα έφτιαξε τον καφέ της και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο ορίζοντας είχε, εκείνο, το μούχρωμα της απογευματινής ώρας που υποδηλώνει την απαρχή της νύχτας. Η ώρα του Λυκόφωτος; Ποιος ξέρει; Η αγαπημένη ώρα της ημέρας, που όλα είναι θολά και τίποτα ξεκάθαρο. Εκείνη η στιγμή που προσπαθείς να μαντέψεις, τι είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Φιγούρες που οι σκιές τους μεγαλώνουν, καθώς διαβαίνουν το δρόμο, που λίγο νωρίτερα ίσως να τις γνώριζες, ενώ τώρα δεν είσαι σίγουρη. 
Έτσι ήταν η σχέση της με τον Ηλία. Στη ζώνη του Λυκόφωτος. Της άρεσε. Δεν ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο. Η πραγματικότητα τα κάνει όλα να φαίνονται με το αληθινό τους πρόσωπο κι εκείνη είχε βολευτεί στο να βρίσκεται ενδιάμεσα. Χωρίς δεσμεύσεις. 
«Πόσο θα κρατούσε;», ρώτησε τον εαυτό της.
«Όσο κράταγε.», του απάντησε.  «Κι αν τα συναισθήματα άλλαζαν μετά;», ξαναρώτησε. «Το κάθε ένα στην ώρα του! Τώρα είμαι ευτυχισμένη έτσι! Αργότερα.... δεν ξέρω......», ήρθε η τελική απάντηση.
Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ της, μπήκε στο διαμέρισμά της και άναψε το φως. Η νύχτα είχε πέσει πια για τα καλά.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Αυτό ήταν, όντως, Ξεκούραση!!!!!!

Το  μπρελόκ όλοι το γνωρίζετε, νομίζω, αλλά για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, για το τι είναι ακριβώς, πάρτε μια εικόνα.
 Το γεμίσαμε πετρέλαιο και ξεκινήσαμε, με προορισμό την ηρεμία, την γαλήνη, την ξεκούραση και την ανασυγκρότηση... που λέγαμε; Μετά από τρεις ώρες ταξίδι, στον πιο κακοτράχαλο δρόμο που είδα ποτέ, φτάσαμε εδώ.
Και μπήκαμε μέσα.
 Αφού κανονίσαμε τα της ρεσεψιόν, ανεβήκαμε στο δωμάτιό μας, να αφήσουμε τα πράγματά μας......
Όχι, αν βρείτε τι είναι αυτά, μπράβο σας, γιατί εγώ έκανα μερικά λεπτά να καταλάβω...
Θαυμάσαμε την θέα από το δωμάτιο...
Αφήσαμε, ότι έπρεπε και πήγαμε, κατευθείαν, εκεί που ήταν ο σκοπός μας......
Από αυτή την πισίνα, δεν βγήκαμε παρά μόνο για μπάνιο ατμού, πάγο, σάουνα, relax, φαγητό, ύπνο, ξανά πισίνα, σάουνα, πάγο, μπάνιο ατμού,  Ρωμαϊκό μπάνιο, relax και επί  μια μισή ώρα πριν φύγουμε ....... μασάζ με hot stones...... Από αυτά που περιέγραψα, δεν έχω φωτογραφίες, γιατί ντράπηκα να ζητήσω την άδεια.
Τι; Δεν μου ξανά μιλάτε;;; Γιατί;;;;
Επειδή ήταν ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων;;;; Επειδή οι υπηρεσίες που παρέχει το ξενοδοχείο είναι πολυτέλεια;;;; 
Η αλήθεια είναι ότι δεν μου περισσεύουν, αλλά σας πληροφορώ ότι τα χρήματα που δώσαμε για ότι κι αν κάναμε..... ήταν 135 ευρώ..... Όλο το Σαββατοκύριακο......Δεν με πιστεύετε;;;;
Σας λέω, λοιπόν, ότι στην γειτονική Βουλγαρία, σε ένα χωριό που λέγεται Βένιγκραντ, υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια ξενοδοχεία, με πισίνες που χρησιμοποιούν το ζεστό νερό που βγαίνει από τις πηγές των βουνών τους και παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες, σε τιμές που είναι ότι πρέπει, για ανθρώπους, στο δικό μας βαλάντιο. 
Οφείλω να ομολογήσω δε, ότι ήταν ένα από τα καλύτερα δώρα που μου έκανε ποτέ ο Γιώργος.....ξέρετε τώρα.... εκτός από Νέα Υόρκη και Αγγλία..... Τελικά εκείνος με αγαπά περισσότερο απ’ ότι εγώ......  νομίζω.....
Γιατί το λέω;;; Γιατί με έκανε να νιώσω... Μοναδική!!!!!

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Δεν ήθελα να σας το κάνω αυτό, αλλά πορέκυψε....

Εκείνο το όμορφο αγόρι, το γλυκό.... Δεν καταλάβατε ακόμη;;; Ε.... τώρα... Ο Γιώργος, μου καλέ!!!!! Αυτός!!!! Αυτός, αυτός.... Μου ετοίμασε ένα ταξιδάκι αναψυχής για το Σαββατοκύριακο, για να με ξεκουράσει, που το τελευταίο δίμηνο μου βγήκε ο τάκος ανάποδα.... και θα με πάει.....
Έλα μου ντε.... Ούτε ξέρω. Πήγε το μυαλό μου μήπως με πάει για πνίξιμο, τέτοια που είμαι, αλλά όχι...... Με αγαπάει, λέει και θα με πάει κάπου όμορφα, γιατί χρειάζομαι ηρεμία, ξεκούραση και ανασυγκρότηση. Τώρα, αυτό το τελευταίο είναι καλό;;;;;;
Ένας Θεός ξέρει.....
Τέλος πάντων. Εγώ έβαλα την κάμερα στο αυτοκίνητο και την φωτογραφική μηχανή για να είμαι έτοιμη να αποθανατίσω όλα τα μέρη που θα πάμε, όπου κι αν είναι αυτά!!!!
Όσο για τον Ηλία;;;;  Ο/Η marimar(συγγνώμη, αλλά δεν ξέρω) μου είπε κι είχε δίκιο ότι, πρέπει να δουλέψει λίγο, γι’ αυτό κι εγώ τον έστειλα στο μαγαζί να κάνει κανένα μεροκάματο, μέχρι να αποφασίσω τι θα κάνω μαζί του......  Η Νικολέτα..... θα περιμένει κι αυτή. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να τους αφήσω να κάνουν του κεφαλιού τους.... Θα μου χαλάσουν το σκηνικό!!!!! Κι αν κάτι στραβώσει όσο θα λείπω;;;; Όχι, όχι δεν υπάρχει περίπτωση. Ούτε στα κρυφά, γιατί θα το μάθω και θα δουν αυτοί να παίζουν κρυφτούλι πίσω από την πλάτη μου!!!!!
Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους σας!!!!!

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley.ε’

Ο Ηλίας πήρε το χέρι της από πάνω του, προσεκτικά και το ακούμπησε στα πλευρά της. Εκείνη αναδεύτηκε λίγο μέσα στον ύπνο της, αλλά δεν ξύπνησε. Σιγά-σιγά, πατώντας στις μύτες των ποδιών του μπήκε στο σαλόνι, τράβηξε την κουρτίνα και άφησε την ματιά του να πλανηθεί στον ορίζοντα. Το πρώτο φως του ήλιου, πέρα από τα Τουρκοβούνια, έκανε την εμφάνισή του, σημάδι ότι η πόλη, σε λίγο, θα έμπαινε πάλι στους γνώριμους, γρήγορους, ρυθμούς της.
«Τι νύχτα κι αυτή!», σκέφτηκε.
Το προηγούμενο απόγευμα, είχε αρκετή δουλειά, στο μαγαζί,  όταν την είδε να μπαίνει και να κάθεται στο τραπέζι δίπλα στην πόρτα. Έδιωξε την Όλγα, που πήγαινε να της πάρει παραγγελία και πήγε ο ίδιος να το κάνει. Ήταν πολύ περίεργος, μετά από τις κουβέντες που είχαν ανταλλάξει, να δει τι είχε να του πει, για  την συμπεριφορά της. 
Αφού της έφερε το ποτό που του ’πε, του ζήτησε να καθίσει μαζί της κι εκείνος κάθισε απέναντί της. Ξέχασε ότι το μαγαζί ήταν γεμάτο, ότι η Όλγα έτρεχε σαν τρελή να προλάβει τα τραπέζια και χάθηκε στα λόγια  και το βλέμμα της. Το πρώτο πράγμα που βγήκε από τα χείλη της ήταν, η συγγνώμη. Μετά από αυτό οι κουβέντες της, ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος ξεκινώντας από το γιατί και καταλήγοντας στο πως είχε πάρει μέρος σε αυτή την κωμωδία. Ύστερα, ήπιε ο ίδιος ένα ποτό, για να μπορέσει να επεξεργαστεί τις πληροφορίες, αλλά τα πράγματα μπλέχτηκαν περισσότερο, όταν η ώρα πέρασε, το μαγαζί άδειασε κι εκείνοι είχαν πιεί από τέσσερα ποτά ο καθένας.
Του είχε πει, μέσα σε όλα τα υπόλοιπα, ότι της άρεσε πολύ. Και κάτι ακόμη, για μοναξιά; Ίσως γι’ αυτό, όταν αποφάσισαν να συνεχίσουν στο σπίτι του, του ζήτησε να την κρατήσει αγκαλιά. Πως το είχε αναφέρει χαρακτηριστικά; «Κράτα με σε παρακαλώ στην αγκαλιά σου, αλλά μην το θεωρήσεις αδυναμία. Απλά σήμερα το χρειάζομαι....». Αντιφατικό; Ήταν αντιφατικό, σίγουρα. Μυστήρια γυναίκα. Δεν χώραγε αμφιβολία. Ενώ έδειχνε δυνατή, ελεύθερη, γεμάτη από ζωή, ξαφνικά του φάνηκε τόσο ευάλωτη που δεν του ’κανε καρδιά να την αφήσει, μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Την σήκωσε απαλά στα χέρια του, κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρά του, την ακούμπησε στο κρεβάτι του και συνέχισε να την κρατά μέχρι να ξημερώσει. Τώρα που το σκέφτονταν ήταν η πρώτη γυναίκα που έφερε σε αυτό εδώ το διαμέρισμα, χωρίς να προκύψει σεξ. Συναινετικό σεξ, φυσικά. Ποτέ στην ζωή του δεν εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση, μετά από αλκοόλ να κάνει κάτι, αν και... αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό του, με το ζόρι είχε κρατηθεί απόψε. 
Βέβαια, οι γυναίκες δεν ήταν σαν τους άντρες. Έβαζαν το συναίσθημα μπροστά από την πράξη, λες κι εξαρτιόταν η ζωή τους από αυτό. Δεν ήταν κανένας παλιάνθρωπος. Δεν θα το έκανε ποτέ κάτω από τέτοιες συνθήκες. Ήθελε η γυναίκα που θα  ήταν μαζί του να το κάνει με την θέλησή της. 
Από την άλλη, πως τα κατάφερναν να μπλέξουν το σεξ με το συναίσθημα; Για να αγαπήσεις έναν άνθρωπο και να φτάσεις να εξαρτηθεί η ζωή σου από αυτόν, ήταν δουλειά χρόνων. Κάνοντας σεξ δυο φορές ή τρεις, με την ίδια γυναίκα, δεν σήμαινε απαραίτητα, γάμους παιδιά και τα συναφή. Σήμαινε ότι δύο ενήλικες ήθελαν να περάσουν καλά, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς δράματα. 
Άλλο είμαι ερωτευμένος και άλλο αγαπώ. Ερωτευμένος ήταν πάντα. Πιο πολύ με την ιδέα, παρά με το εκάστοτε πρόσωπο. Τον γοήτευε το κυνήγι. Όλο αυτό το μυστήριο με την γυναικεία ψυχοσύνθεση, που ήταν διαφορετική σε κάθε μια από αυτές. Είχε φάει τα μούτρα του κανά δυο φορές, αλλά δεν τον πείραζε. Κι αυτό μέσα στο παιχνίδι ήταν. Εξάλλου, έμαθε από τα λάθη του.
Με την συγκεκριμένη, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο κυνηγός, την δεδομένη στιγμή, δεν ήταν ο ίδιος, αλλά αυτή. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Εκείνη το είχε ξεκινήσει, από την πρώτη στιγμή που έκανε την εμφάνισή της στο μαγαζί. Η κρίση ειλικρίνειας που την έπιασε μετά... και τα τόσο αντιφατικά μηνύματα που του έδωσε την προηγούμενη νύχτα. Τον είχε μπερδέψει. Τι ίσχυε τελικά; Από την εμφάνιση του ανθρώπου πάνω στη γη, υπήρχε αυτή η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο φύλων. Ποιος ήταν αυτός που θα έλυνε τον γρίφο; Υπήρξαν τόσες επιστημονικές ομάδες, όλους τους αιώνες που πέρασαν μέχρι σήμερα που δεν τα κατάφεραν..... 
Μήπως.... εκεί να ήταν όλη η γοητεία; Μάλλον......
Μετά από τόσο προβληματισμό δεν θα μπορούσε να ξανά κοιμηθεί. Μπήκε στην κουζίνα να φτιάξει ένα καφέ να πιεί, όταν την είδε να στέκεται στην πόρτα. Τα μαλλιά της ήταν ανάκατα και τα ρούχα της τσαλακωμένα, αλλά ο Ηλίας εστίασε στα μάτια της που ήταν θολά ακόμη από τον ύπνο και της χαμογέλασε.
«Καφέ;», την ρώτησε.
«Ωωω, ναι. Έχω πρόβλημα συγκέντρωσης, αν δεν πιω καφέ, το πρωί....», του είπε και χαμογέλασε κι αυτή.
«Σε ευχαριστώ....», συνέχισε και τον πλησίασε.
«Για ποιο πράγμα;».
«Για.....», δεν πρόλαβε να συνεχίσει, γιατί είχε ήδη πάει κοντά της, έπιασε το κεφάλι της στα δύο του χέρια και τη φίλησε βαθιά στο στόμα.
«Αυτό ήθελα να το κάνω από την πρώτη στιγμή που σε είδα να μπαίνεις στο μαγαζί!», της είπε όταν την άφησε για να πάρει ανάσα. 
«Μην σταματάς!», ήταν η σειρά της να τον φιλήσει.
Οι ώρες πέρασαν χωρίς να τις πάρουν χαμπάρι. Το κατάλαβαν, αφού έξω είχε, ήδη, σκοτεινιάσει. Όπως κάθονταν αγκαλιασμένοι, ξέπνοοι στο κρεβάτι το κινητό του Ηλία χτύπησε. Δεν είχε σκοπό να το σηκώσει, αλλά όταν είδε ότι ήταν ο Γεράσιμος, άλλαξε γνώμη.
«Δεν είπαμε, ότι δεν σου ξανά μιλάω;», του είπε απότομα.
«Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό. Δεν μπορείς να πετάξεις την φιλία τόσων χρόνων.......».
«Μπορώ!», είπε κι έκλεισε το κινητό του.
«Είσαι πολύ σκληρός μαζί του. Δεν φταίει εκείνος. Εγώ φταίω....», είπε η Νικολέτα.
«Ο Γεράσιμος το σκέφτηκε, όμως. Αλλά δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι. Του χρειάζεται ένα μάθημα. Και θέλω να βοηθήσεις σε αυτό.....».
«Όχι! Δεν υπάρχει περίπτωση!!! Είδες τι έγινε την τελευταία φορά!!!! Συγγνώμη, αλλά σε αυτό είσαι μόνος σου!».
«Εντάξει, έχεις δίκιο. Μην πεις τίποτα, όμως για εμάς τους δύο στην Ιουλία, ούτε στον Γεράσιμο. Αυτό μπορείς να το κάνεις, εντάξει;».
«Δεν είχα σκοπό, έτσι κι αλλιώς να το κάνω. Δεν συζητώ τις προσωπικές μου στιγμές εδώ κι εκεί, θέλω να σου πω......», του είπε εκνευρισμένη.
«Ωωω! Μην θυμώνεις, σε παρακαλώ. Δεν εννοούσα......», 
«Είμαι σίγουρη ότι δεν εννοούσες, αλλά συνήθως εσείς οι άντρες το κάνετε, τις περισσότερες φορές,  μόνο και μόνο για να κοκορεύεστε....», σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.
«Νομίζεις ότι είμαι τέτοιος;», πετάχτηκε και την έπιασε από τα μπράτσα σταματώντας την.
«Όχι, δεν το νομίζω! Αν το νόμιζα δεν θα ήμουν εδώ τώρα.....».
Την φίλησε ξανά..... την έγδυσε ξανά... και τους βρήκε το επόμενο πρωινό, ξέπνοους και κουρασμένους να κοιμούνται αγκαλιασμένοι……

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας... Harley. δ’

Ο Ηλίας έβαλε ένα ποτό να πιει. Οι σερβιτόροι είχαν ήδη τελειώσει με το μάζεμα του μαγαζιού και είχαν φύγει. Εκείνος κλείδωσε την πόρτα και γύρισε πίσω στο μπαρ. Δεν είχε διάθεση να πάει για ύπνο ακόμη, έστω κι αν η βραδιά ήταν ιδιαίτερα κουραστική. 
Νωρίτερα είχε περάσει ο Γεράσιμος, για έναν καφέ. Η συζήτηση που ακολούθησε δεν ήταν ευχάριστη, γιατί όταν ο Ηλίας του είπε  τι είχε γίνει με την Νικολέτα το απόγευμα, εκείνος είχε πανιάσει. Δεν χρειάζονταν πολύ μυαλό να καταλάβει. Το σκηνικό είχε στηθεί από τον κολλητό του. 
Είχε θυμώσει μαζί του. Τι ήταν; Σχολιαρόπαιδα; Αυτά τα έκαναν στο γυμνάσιο και στο λύκειο. Υποτίθεται ότι σε αυτή την ηλικία είχαν ένα επίπεδο.... Τι επίπεδο δηλαδή.... Δάπεδο.... Όπως αποδείχθηκε.
Παρόλα αυτά όμως ήθελε να την ξανά δει. Ήθελε να ακούσει και την δική της πλευρά. Δεν μπορεί! Κάποιος λόγος θα την ώθησε να κάνει αυτό το απονενοημένο διάβημα. Μήπως το σκέφτονταν πολύ; Στο κάτω κάτω οι γυναίκες κάνουν πράγματα που οι άντρες δεν μπορούν να τα καταλάβουν. Η πρώτη ήταν ή η τελευταία; Θα είχε κι αυτή τα θέματά της, όπως όλες. Δεν βαριέσαι;
Πάντως, όφειλε να παραδεχθεί, ότι του άρεσε. Δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα που να αποπνέει τόσο έντονα το αίσθημα της ελευθερίας και αυτό ήταν κάτι που τον έκανε να την ποθεί. Ήθελε να δαμάσει αυτή την αμαζόνα. Δύσκολος αγώνας. Δεν ήταν εύκολο μια τέτοια γυναίκα να μπει σε καλούπια. Δεν υπήρχαν, άλλωστε, καλούπια, αλλά ήθελε να γευτεί από την συγκεκριμένη πηγή. Του φαίνονταν σαν απαγορευμένος καρπός που αν τον γεύονταν, μόνο τότε θα ένιωθε ικανοποίηση..... Πως όμως θα κατάφερνε να την ρίξει;
Δεν θα καθόταν να το αναλύσει άλλο. Στο κάτω κάτω εκείνη είχε αρχίσει. Αν ήθελε να το συνεχίσει, εκείνος από την μεριά του δεν είχε κανένα πρόβλημα.
Βέβαια, στον Γεράσιμο δεν θα έλεγε τίποτα. Θα τον άφηνε για καμιά βδομάδα να βράσει στο ζουμί του, νομίζοντας ότι δεν θα του ξανά μιλήσει ποτέ.... Του άξιζε, τέτοιος που ήταν. 
Τέλειωσε με το ποτό του και βγήκε από το μαγαζί. Η νύχτα ήταν βαριά και γεμάτη σύννεφα. Ίσα που προλάβαινε να πάει στο σπίτι, γιατί σε λίγο θα ξέσπαγε μπόρα. Δεν έμενε μακριά από το μαγαζί. Πήγαινε κι ερχόταν με τα πόδια. Τη μηχανή του την χρησιμοποιούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη να κάνει μεγαλύτερη διαδρομή. Η Varadero ήταν το καμάρι του. Δεν ήταν τόσο ακριβή όσο η Harley της Νικολέτας, αλλά είχε κι εκείνη την τιμή της. Άντε πάλι μ’ αυτή! Σήκωσε τα πέτα από το μπουφάν του και προχώρησε προς την πολυκατοικία που έμενε. 
Λίγο πριν φτάσει, στο στενό αριστερά του γυάλιζαν κάτω από το φως του στύλου τα νικελωμένα μέρη μιας μηχανής. Η Harley; Έστριψε μέσα και πήγε κοντά να δει. Αυτή ήταν. Καλά τόσο καιρό εδώ ήταν παρκαρισμένη τα βράδια; Πως δεν την είχε πάρει χαμπάρι; Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κοιτάζοντας τα μπαλκόνια, μπας και δει.... Τι να δει.... Την Νικολέτα; Η ώρα ήταν κατά πολύ περασμένη, οπότε σε όποιον όροφο αν βρίσκονταν θα έπρεπε να κοιμάται..... 
Η Νικολέτα τραβήχτηκε την τελευταία στιγμή πίσω. Λίγο ακόμη και θα την είχε δει. Ωραία ιδέα να την αφήσει μπροστά στην είσοδο, επειδή βαρέθηκε να την βάλει στο γκαράζ. Τώρα ήξερε που έμενε. Αλλά δεν είχε πολύ σημασία. Κάποια στιγμή θα γίνονταν κι αυτό. Γείτονες ήταν. Αργά ή γρήγορα, θα έπεφταν ο ένας επάνω στον άλλο. 
Την ίδια σκέψη έκανε κι ο Ηλίας χωρίς να το ξέρει. Τώρα ήταν σίγουρος ότι θα την ξανά έβλεπε. Κατέβασε το βλέμμα του από τα μπαλκόνια, χαμογέλασε και βγήκε από το στενό. Όσο πήγαινε, γίνονταν και πιο ενδιαφέρον. Κατευθύνθηκε προς την πολυκατοικία που έμενε, ανέβηκε στο διαμέρισμά του κι έπεσε για ύπνο.