Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

The lover boy....ε’

Δεν πρόλαβε να βάλει το φορτηγάκι στην αυλή και να κατέβει από αυτό. Μόλις που ακούμπησε το πόδι του στο δρομάκι του σπιτιού του, αισθάνθηκε μια παρουσία ακριβώς πίσω του.
«Τι διάβολο.....», γύρισε απότομα.
«Καλησπέρα, Γιάννη.», του ’πε η κυρία Μαρία που κάθονταν στο απέναντι σπίτι.
«Σιγά κυρά Μαρία! Με τρόμαξες!».
«Δεν το ’θελα, παιδάκι μου. Είπα να σε προλάβω, πριν μπεις στο σπίτι.».
Ο Τότας την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. Θυμόταν που, τις προάλλες,  τον είχε δει μαζί με την Ρόζα, να μπαίνουν στο σπίτι του. Ποιος ξέρει, τι να ήθελε, τώρα, να του πει.
«Τι είναι το τόσο σημαντικό, που σε έβγαλε μ’ αυτό το κρύο έξω από το σπίτι σου και δεν μπορούσε να περιμένει;», την ειρωνεύτηκε.
«Ε, μωρέ παιδάκι μου. Μην με αποπαίρνεις. Εγώ σας μεγάλωσα σε αυτή τη γειτονιά, όλα τα παιδιά, μαζί με τα δικά μου και δεν σας ξεχωρίζω..... Εγώ.... μόνο το καλό σας θέλω κι εσύ μου μιλάς άσχημα.....».
«Συγγνώμη, κυρά Μαρία. Είμαι λίγο κουρασμένος. Μην με παρεξηγείς. Τι ήθελες;».
Μπορεί η γειτόνισσα να ήταν Η κουτσομπόλα του χωριού, στα λόγια της, όμως, υπήρχε αρκετή δόση αλήθειας. Με τα παιδιά της μεγάλωσε, στην ίδια γειτονιά, από το ένα σπίτι στο άλλο. Τότε δεν κλείδωναν οι πόρτες. Ήταν πάντα ανοιχτές, όπως ήταν ανοιχτές και οι καρδιές των ανθρώπων, όμως δεν ήταν ώρα να τα θυμάται αυτά.
«Ξέρεις άκουσα, σήμερα το πρωί.... για εκείνη την κοπέλα..... Να.... πως την λένε.... Αυτή, που ήταν τις άλλες εδώ έξω, σε σένα....».
«Άσε τον πρόλογο, κυρά Μαρία. Είμαι πολύ κουρασμένος και κάνει και πολύ κρύο. Ότι είναι να πεις, πες το γρήγορα.».
«Να, εχθές όλο το βράδυ, λένε, ήταν στο μπαρ, αυτού του χαζού, μωρέ, του Γρηγόρη και τα ’πινε.......μαζί, μαζί με τον Νώντα......και μετά πήγαν στο ξενοδοχείο......».
«Τι είπες;».
«Εγώ, παιδάκι μου, δεν είπα τίποτα...... Οι άλλοι λένε......».
«Κι εσύ να τα προλάβεις, να μην χάσεις, έτσι; Και τι να με νοιάζει εμένα τι κάνει αυτή, αρραβωνιασμένος άνθρωπος;».
«Είπα, μήπως σε ενδιαφέρει......».
«Δεν με ενδιαφέρει, κατάλαβες; Άντε τώρα τράβα στο σπίτι σου, να μην κρυώσεις, γριά γυναίκα.....».
«Καλά, παιδάκι μου..... Εγώ, ένα καλό ήθελα να κάνω......».
«Το ’κανες. Άντε τώρα.....».
Η κυρία Μαρία πήρε το δρόμο για το σπίτι της, μπήκε μέσα και πήγε κατευθείαν στο παράθυρο για να δει τι θα κάνει ο Τότας. Της είχε πει η Κατινίτσα, που έμενε κοντά στο μπαρ, ότι τα ξημερώματα που σηκώθηκε να πάει να φέρει λίγα ξύλα από την αποθήκη, για να ανάψει την σόμπα και να ξεκινήσει το μαγείρεμα, μέσα από το μαγαζί είχε βγει ο Νώντας, της Παρασκευούλας, με μια μικροκαμωμένη, που δεν την είχε ξανά δει και πήγαιναν κατά το ξενοδοχείο. Άλλος άνθρωπος, ξένος δεν είχε έρθει στο χωριό, θα το ’ξερε..... Άρα, η μικροκαμωμένη, ήταν η λεγάμενη που είχε έρθει στον Τότα, προχθές. Κάθισε αρκετή ώρα ακόμη στο παράθυρο να παρακολουθεί το σπίτι απέναντι. Μετά από κάμποση ώρα η καπνοδόχος του σπιτιού άρχισε να καπνίζει, σημάδι ότι δεν είχε σκοπό να  βγει έξω. Έχασε το ενδιαφέρον της, πήγε στην κουζίνα κι έπλυνε τα πιάτα που είχε αφήσει, πριν βγει να του μιλήσει. 
Ο Τότας, κόντευε να εκραγεί. Δεν πρόλαβε να γυρίσει την πλάτη του και η Ρόζα του έπαιζε παιχνιδάκια. Και με ποιον; Τον Νώντα! Αν ήταν ποτέ δυνατόν. Ο Νώντας! Ο φίλος του! Ο αδελφός του! Το φίδι το κολοβό! Άναψε την σόμπα κι έφτιαξε ένα τσάι. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, έβγαλε το κινητό και σχημάτισε τον αριθμό του Νώντα. Τα επόμενα πέντε λεπτά προσπαθούσε να μιλήσει μαζί του, αλλά η κλήση του ήταν σε προώθηση. Έβρισε δυνατά. Πήγε στο σαλόνι κι έπιασε το σταθερό. Το τηλέφωνο του ξενοδοχείου το βρήκε στον τοπικό κατάλογο και πήρε εκεί. Όταν το σήκωσε η κοπέλα που ήταν στην ρεσεψιόν και του είπε ότι η κυρία Νικολοπούλου, δεν ήταν εκεί, βρόντηξε, με τόση δύναμη, το ακουστικό πάνω στην συσκευή, που κόντεψε να το διαλύσει.
Μαζί θα ήταν και θα το ’καναν. Γι’ αυτό δεν σήκωνε κανείς τους τηλέφωνο. Θα τους έσπαγε τα κεφάλια, θα τους ξεκοίλιαζε.... θα...... θα..... Κόντεψε να του ’ρθει κόλπος.  Πήγε ξανά στην κουζίνα, πήρε το τσάι του, μπήκε στο σαλόνι κι άναψε την τηλεόραση. Οι ειδήσεις, αυτή τη φορά δεν τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Μπροστά στα μάτια του είχε την εικόνα της Ρόζας, γυμνής, μέσα στα χέρια του Νώντα. Ήθελε να βγει από το σπίτι και να πάει να τους βρει για να τους εξοντώσει, αλλά ήξερε ότι στο παράθυρο ήταν η κυρά Μαρία και δεν τόλμησε να ξεμυτίσει από εκεί που κάθονταν. 

Όταν η κοπέλα της ρεσεψιόν είπε στην Ρόζα ότι, τη ζητούν στο τηλέφωνο, ζήτησε να πει ότι δεν ήταν εκεί. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανέναν. Εξάλλου, το προηγούμενο βράδυ τα ’ χε πει μαζεμένα στον Νώντα. Από το πως τον γνώρισε, πως τον ερωτεύτηκε και το πως κατέληξε να μάθει την αλήθεια. Για τα δυο χρόνια που πήγαν χαμένα. 
Τώρα που έκανε αναδρομή της προηγούμενης βραδιάς, ένιωθε άβολα. Ο Νώντας ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον τύπος κι αυτό το κατάλαβε από την στάση που κράτησε. Στην αρχή προσπάθησε να δικαιολογήσει τον φίλο του, αλλά μετά την άκουσε με προσοχή. Στο τέλος, πριν την αφήσει στο ξενοδοχείο, της είχε πει κάτι, που όλη την ημέρα τριγύρναγε στο μυαλό της. 
«Να κάνεις αυτό, που εσύ πιστεύεις ότι θα σε κάνει ευτυχισμένη. Μη στηρίξεις την ευτυχία σου, στο τι νομίζουν οι άλλοι ότι είναι σωστό για σένα. Ακόμη κι αυτοί που σε αγαπούν και θέλουν το καλό σου, μπορεί να μην έχουν τη σωστή άποψη και λύση.....».
Δεν του είχε απαντήσει. Τον ευχαρίστησε απλά, τον καλημέρισε κι ανέβηκε στο δωμάτιό της να κοιμηθεί. Δεν τα κατάφερε να το κάνει κι έτσι έμεινε στο κρεβάτι, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι, να σκέφτεται ξανά και ξανά τα τελευταία λόγια του Νώντα.

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

The lover boy....δ’

Ο Τότας σηκώθηκε από το κρεβάτι προσεκτικά και κατευθύνθηκε στο παράθυρο. Ανάμεσα από τις βαριές κουρτίνες, το πρώτο φως της ημέρας, αδύναμο ακόμη να φωτίσει το δωμάτιο, έπαιζε με τις πτυχές της κρυφτό. Φτάνοντας, άπλωσε το χέρι και την τράβηξε, για να κοιτάξει έξω. Το χιόνι που έπεφτε όλη τη νύχτα, είχε σκεπάσει τα πάντα. Το γκαζόν της αυλής,  τις γλάστρες, τα κλαδιά των δέντρων, τις σκεπές από τ’ απέναντι σπίτια, ακόμη και το φορτηγάκι του, που έμοιαζε λες και κάποιος το ’χε σκεπάσει με άσπρη, χνουδωτή, κουβέρτα.....
Τρεις μέρες τώρα προσπαθούσε να βρει δικαιολογία, για την κάνει από εκεί μέσα και ο καιρός τον κορόιδευε, συνωμοτώντας εναντίον του. Είχε αγανακτήσει. Η μικρή δεν τον είχε αφήσει σε ησυχία. Εκτός από το συνεχές σεξ, που του ζητούσε, δεν έβαζε και γλώσσα μέσα. Ταινία έβλεπαν; Είχε άποψη και ήθελε να τη συζητήσουν. Καφέ έπιναν; Τον ρώταγε για τους φίλους του και τα ενδιαφέροντά του, ενώ τον είχε ξαναρωτήσει το προηγούμενο βράδυ. Μεσημεριανό; Για την δουλειά του. Βραδινό; Εκεί δεν μιλούσε. Εκεί του ’στελνε λάγνες ματιές γεμάτες υποσχέσεις, για το τι θα ακολουθούσε στην κρεβατοκάμαρα.
Του ’ρχοταν να ουρλιάξει..... αλλά για στάσου..... αυτό είναι γυναικείο προνόμιο..... Τα ’χε παίξει! Αυτό είχε πάθει. Κάλλιο να έβγαινε γυμνός στα χιόνια και να έτρεχε κατά το βουνό, παρά να έμενε ακόμη μια μέρα μαζί της. Είχε αποφασίσει να έρθει εδώ για να βρει λίγη ησυχία και να σκεφτεί τι θα κάνει και κόντευε να φύγει, με ζουρλομανδύα! Δική του ιδέα ήταν ο αρραβώνας; Καλά του ’χε πει κάποτε ο πατέρας του. Την υπογραφή του και την..... άντε τώρα...... να ’ναι σίγουρος που τις βάζει. Την υπογραφή του, είχε καταφέρει να κρατήσει το λόγο του. Όσο για την άααλλλη...... αποδείχτηκε ηλίθιος με πατέντα! Ευτυχώς στις τοπικές ειδήσεις το βράδυ, είχαν πει ότι ο δήμος θα έβγαζε το μηχάνημα, να καθαρίσει τους δρόμους και να ρίξει αλάτι. Αν δεν γίνονταν αυτό, ήταν ικανός να φτυαρίσει μόνος του τον δρόμο μέχρι το χωριό. 
Η Δήμητρα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Όσο αθώα και γλυκιά φαίνονταν τη δεδομένη στιγμή, τόσο τίγρη και γεμάτη πάθος ήταν, το προηγούμενο βράδυ. Πόσο γρήγορα μαθαίνουν οι νέοι, τελικά...... Αλλά είχε και δάσκαλο, έτσι; Το χαμόγελο που χαράχτηκε στα χείλη του έσβησε απότομα, όταν σκέφτηκε ότι, υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει και να του ζητήσει αγκαλίτσες, πρωί πρωί. Ντύθηκε όσο πιο γρήγορα και σιγά μπορούσε και βγήκε από το δωμάτιο. Πήγε στην μικρή αποθήκη και πήρε το μεγάλο φτυάρι για να τραβήξει το χιόνι μπροστά από την είσοδο του σπιτιού. Αυτό θα τον κράταγε απασχολημένο για τουλάχιστον καμιά ώρα, μέχρι να ξυπνήσουν οι υπόλοιποι στο σπίτι και να ετοιμάσουν κανένα καφέ. 

Όσο ο Τότας ασχολιόταν με το φτυάρισμα, στο άλλο χωριό, ο Νώντας, μόλις που έπαιρνε τα πόδια του να πάει για ύπνο. Λίγο πριν, είχε συνοδεύσει την Ρόζα στο ξενοδοχείο της. Μαζί είχαν περπατήσει από το μπαρ μέχρι εκεί, κάνοντας τις πρώτες πατημασιές στο φρέσκο χιόνι. Άφηναν πίσω τους τα ίχνη για την κατεύθυνση που είχαν πάρει, όπως οι λύκοι τα δικά τους, όταν κατέβαιναν από το βουνό αφού δεν έβρισκαν πια τροφή στο δάσος, αναγκασμένοι να κάνουν επιδρομές στις στάνες. 
Έτσι ένιωθε. Σαν λύκος που παραμονεύει έξω από την στάνη, μέχρι να βρει την ευκαιρία να επιτεθεί στα αθώα πρόβατα. Τώρα την Ρόζα δεν την χαρακτήριζες πρόβατο, αλλά να, ήταν που, όσο μιλούσε μαζί της, τόσο πιο πολύ την συμπαθούσε. Μια τόσο όμορφη, δυναμική, σίγουρη για τον εαυτό της, γυναίκα πως κατάφερε να παραμυθιαστεί, από ποιόν; Από τον Γιάννη-Τότα, που τον ήξεραν ακόμη και οι πέτρες; Βέβαια, πως να τον ήξερε. Αν ζούσε στην Ελλάδα, θα ήταν εύκολο να μάθει. Στην Γερμανία, τώρα, πως θα έφταναν τα καμώματά του; Να, όμως που έφτασαν. Άργησαν λίγο. Αυτό όφειλε να το παραδεχτεί. Όμως τίποτα δεν μένει για πάντα κρυφό από τον ήλιο. Έτσι δεν λένε;
Αυτό που τον προβλημάτιζε πιο πολύ, ήταν άλλο. Η αναπάντεχη έλξη που ένιωσε για εκείνη, την στιγμή που τον κοίταξε, καθώς ρωτούσε τον Λόρη για το ποια ήταν. Η κίνηση, να πάρει το ποτό του και να πάει να της μιλήσει χωρίς να γνωρίζονται, δεν τον χαρακτήριζε. Δεν ήταν άνθρωπος που την έπεφτε  σε γυναίκες στα μπαρ. Εντάξει, ήταν, αλλά όχι στο μπαρ του Λόρη, μέσα στο χωριό, δημιουργώντας σούσουρο  για  τον ίδιο και για την κοπέλα που θα μίλαγε μαζί της. Απόψε, είχε αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του, ότι στο χωριό του, δεν θα έδινε δικαιώματα.  Μέχρι το μεσημέρι.... θα το μάθαινε και ο Τότας, γαμώτο! Βέβαια, όλο το βράδυ προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον φίλο του, αλλά δεν είχε σημασία αυτό, το γνώριζε καλά. Η ζημιά είχε ήδη γίνει. Τι ήξερε ο κόσμος για το τι συζητούσαν οι δυο τους; Ο καθένας μπορούσε να πει ότι ήθελε κι αυτό ακριβώς θα έκανε, αλλά τέλος πάντων. Κάθε πρόβλημα, θα το αντιμετώπιζε στην ώρα του.  
Καλά ε, η γυναίκα ήταν ενημερωμένη, απόλυτα, για το ποιόν του Τότα. Αυτός που της τα ’χε πει, είχε φροντίσει να πει όλες τις λεπτομέρειες, ακόμη και τις πιο γαργαλιστικές που λέγονταν στο μπαρ απ’ τους θαμώνες, λίγο πριν τους μεγάλους αγώνες ποδοσφαίρου και λίγο πριν από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Το τι βλακεία είχε πει το στόμα του για να τον υπερασπιστεί, δεν λέγεται, μέχρι που το κατάλαβε ότι δεν τον έπαιρνε άλλο και το βούλωσε, αφήνοντάς την να ανοίξει  ψυχή της και να του πει, ότι είχε να του πει. Την καταλάβαινε απόλυτα. Ποιο εύκολα ανοίγεσαι σε κάποιον που δεν γνωρίζεις, ειδικά αν έχεις κατεβάσει και κανένα δύο ποτά... Τότε είναι που δεν σταματάς με τίποτα. Το ’χε πάθει κάποτε...... 
«Μην κάνεις πισωγυρίσματα! Δεν είναι ώρα τώρα!», μάλωσε τον εαυτό του. 
Μπήκε στην αυλή και πλησίασε την πόρτα του. Έβγαλε τα κλειδιά, ξεκλείδωσε κι έπεσε στο κρεβάτι του, έχοντας βγάλει μόνο, το μπουφάν και τις μπότες του.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

The lover boy.... γ’

Η Δήμητρα έκλεισε το κινητό και κάθισε βαριά στο κρεβάτι της. Ο Τότας θα ξεκινούσε σε κανένα δίωρο για εκεί, για να μείνει μαζί της μερικές μέρες. Του ’χε λείψει και ήθελε να αναπληρώσει το κενό των τελευταίων ημερών. Ωραία! Εκείνη ήθελε να φύγει από το σπίτι των γονιών της μια ώρα αρχύτερα κι εκείνος την καθήλωνε όλο και περισσότερο μέσα σ’ αυτό.  
Καλά λένε ότι είναι πολύ χαζό να δημιουργείς σχέση μέσα από το internet. Όσο επικοινωνούσαν μέσα από αυτό και το τηλέφωνο, όλα έδειχναν μια χαρά. Ο τύπος ήταν καμιά δεκαριά χρόνια και βάλε, μεγαλύτερός της, αλλά είχε φανταστεί ότι, θα μπορούσε να ζήσει μαζί του. Ήταν ανοιχτόμυαλος, πρωτοποριακός, οικονομικά ανεξάρτητος. Δεν θα κόλλαγε στην εμφάνιση και τη διαφορά ηλικίας. Ούτε η πρώτη ήταν ούτε η τελευταία. Αρκεί να είχε την οικονομική άνεση, να κάνει αυτά που της άρεσαν......
Όταν τον είδε να μπαίνει στο μπαρ, εκείνο το μοιραίο βράδυ, πέταξε από την χαρά της. Όλη την νύχτα δεν ξεκόλλησε από δίπλα του, με αποτέλεσμα οι φίλοι του να ξενερώσουν και να φύγουν, χωρίς αυτόν. Το ένα ποτό έφερε το άλλο, μέχρι που τελικά ήπιε τόσο, που δεν έβλεπε την μύτη του. Κάποια στιγμή, λίγο πριν την ανατολή του ήλιου, πλήρωσε τον λογαριασμό, με την προϋπόθεση να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά εκείνη δεν τον άφησε. Πήρε τα κλειδιά του και του ανακοίνωσε ότι, δεν είχε να πάει πουθενά, εκτός αν τον πήγαινε η ίδια. Μέσα στην θολούρα του ποτού, δέχτηκε. 
Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Με το που έφτασαν εκεί, ο Τότας κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρά του, γδύθηκε και κοιμήθηκε αμέσως. Έβγαλε κι εκείνη τα δικά της ρούχα, ξάπλωσε δίπλα του και το πρωί ήταν πολύ εύκολο να πιστέψει ότι θα του έλεγε. Ότι έκαναν σεξ και ότι ήταν ο πρώτος της. 
Κατά την διάρκεια της μέρας, τον λυπήθηκε κανά δυο φορές που τον έβλεπε να υποφέρει και από τον πονοκέφαλο και από αυτά που του ’χε ξεφουρνίσει, αλλά τελικά δεν του αποκάλυψε την αλήθεια. Το σκυλομετάνιωσε, βέβαια..... Όχι την ίδια στιγμή. Λίγους μήνες μετά που γνώρισε τον Χάρη, σε μια βόλτα στην πόλη. Τον κατάξανθο εικοσιδιάχρονο Άδωνη, με το θεϊκό κορμί και τα υπέροχα πράσινα μάτια...... Την επομένη, είχε ραντεβού μαζί του στο καφέ που τον γνώρισε και τώρα ο Τότας της χάλαγε τα σχέδια. 
Έπρεπε να πάρει τηλέφωνο τον Χάρη, για να ακυρώσει το ραντεβού. Σχημάτισε το νούμερο και περίμενε. Στο τρίτο χτύπημα, η βελούδινη φωνή του χάιδεψε το αφτί της.
«Καλώς την! Τι έγινε;».
«Τι να γίνει; Καλά! Εσύ;».
«Καλά! Να μόλις πριν λίγο σε σκεφτόμουν.... που θα σε δω αύριο!».
«Ναι! Γι’ αυτό σε πήρα..... Χάρη.... δεν θα μπορέσω, αύριο.».
«Γιατί;», ακούστηκε εκνευρισμένος.
«Έλα, βρε μωράκι μου, μην κάνεις έτσι..... Αύριο, θα έρθει η θεία μου από την Αθήνα, με τα ξαδέλφια μου. Δεν γίνεται να κατέβω. Πρέπει να ετοιμάσουμε το σπίτι.... που θα κοιμηθούν, τι θα φάνε......».
«Καλά, όλα μόνη σου θα τα κάνεις; Δεν μπορείς να βρεις μια δικαιολογία;;;;», ο εκνευρισμός του, τώρα, ήταν έκδηλος.
«Σε παρακαλώ.... είναι και για μένα το ίδιο δύσκολο, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά!».
«Και πόσο θα μείνουν αυτοί στο σπίτι σου;».
«Εεε.... δεν ξέρω, αλλά δεν νομίζω να είναι για πολύ......».
«Καλά θα κάνουν να φύγουν γρήγορα, γιατί δεν ξέρω κι εγώ τι θα κάνω.... Άντε να μην έρθω εκεί και γίνει χαμός!!!!!».
«Όχι, μην κάνεις καμιά τρέλα! Σου έχω πει πόσο αυστηροί είναι οι γονείς μου........ Σε παρακαλώ!!!!! Λυπήσου με!!!!!».
«Εντάξει! Εντάξει! Αλλά κοίτα κι εσύ να κάνεις κάτι. Δεν γίνεται να σε βλέπω με το σταγονόμετρο. Μου λείπεις, δεν το καταλαβαίνεις;;;;».
«Κι εμένα μου λείπεις! Πάρα πολύ μάλιστα! Κάνε λίγο υπομονή, όμως.....».
«Τι υπομονή να κάνω; Σε βλέπω τρεις φορές την εβδομάδα, για μια δυο ώρες και μου λες να κάνω κι άλλη υπομονή; Με δουλεύεις;».
«Όχι βρε μωρό μου....... Σ’ αγαπώ και σε θέλω όσο κι εσύ, αλλά είπαμε..... να μην τα ξανά λέμε.......», ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.
«Ωωω, σε αφήνω τώρα, ήρθε ο αδελφός μου........ τα λέμε!!!! Γεια!!!!», του έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει να της πει κάτι άλλο και το έβαλε στο κομοδίνο της. Ίσιωσε τη φούστα της, τα μαλλιά της και βγήκε από το δωμάτιό της να προϋπαντήσει τον αρραβωνιαστικό της.


.....Η Ρόζα πάρκαρε στην άκρη του δρόμου και βγήκε από το νοικιασμένο αυτοκίνητο.  Κλείδωσε και κατευθύνθηκε προς το μπαράκι που είχε μπουκάρει μερικές μέρες πριν. Ο ήλιος είχε χαθεί από τον ορίζοντα, με αποτέλεσμα το κρύο να είναι πιο τσουχτερό, την δεδομένη στιγμή.  Έσφιξε το παλτό της πιο δυνατά γύρω από το κορμί της, γνωρίζοντας ότι δεν θα κατάφερνε να ζεσταθεί. Τάχυνε το βήμα της για να φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό της. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. 
Η ίδια μυρωδιά, της προηγούμενης φοράς, χτύπησε τα ρουθούνια της, κάνοντάς τη να νιώσει αηδία, την οποία κατέπνιξε, με μεγάλη γενναιότητα. Μερικά ποτά ήταν ότι της χρειάζονταν. Προχώρησε προς την μπάρα, αγνοώντας τους θαμώνες που την κοίταζαν με περιέργεια, τράβηξε το σκαμπό και κάθισε. Ο Λόρη, με την ίδια τρισάθλια πετσέτα, σκούπιζε ένα ποτήρι.
«Να είναι το ίδιο;», σκέφτηκε η Ρόζα και σούφρωσε τα χείλη της. Δεν βοηθούσαν τέτοιες σκέψεις. Κούνησε το κεφάλι της για να τις διώξει. Εδώ ήρθε για να πιει και όχι για να κάνει υγειονομικό έλεγχο. Εξάλλου το αλκοόλ, σκότωνε τα μικρόβια. Χαμογέλασε με αυτή την διαπίστωση και κοίταξε τον Λόρη. Εκείνος, άφησε ότι κράταγε και πήγε κοντά της, λίγο συγκρατημένα. Δεν ήξερε τι να περιμένει από αυτή τη γυναίκα, αν και φαίνονταν αρκετά πιο ήρεμη από την τελευταία φορά που την είδε.
«Παρακαλώ;». 
«Δυο μαργαρίτες, σε παρακαλώ.».
«Αμέσως!», της είπε κι απομακρύνθηκε από κοντά της, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν θα άντεχε να τον ξανά πιάσει από τον γιακά, μπροστά σε τόσο κόσμο. Είχε γίνει ρεζίλι μια φορά δεν χρειάζονταν και δεύτερη. Αυτή η μινιατούρα, ήταν πολύ επικίνδυνη. 
Της σέρβιρε τα ποτά, μαζί με μερικούς ξηρούς καρπούς και απομακρύνθηκε πάλι με τον ίδιο τρόπο. Στην άλλη άκρη του μπαρ, κάθονταν ο Νώντας.  Ο Λόρη είχε πάει σε εκείνον για παραγγελία.
«Ποια είναι αυτή;», ρώτησε τον Λόρη.
«Άστα! Δεν θες να ξέρεις!».
«Πες, ρε! Δεν την έχω ξανά δει εδώ. Ποια είναι;».
«Η λεγάμενη... του Τότα.....».
Ο Νώντας γούρλωσε τα μάτια και την κοίταξε απροκάλυπτα.
«Μην κοιτάς, έτσι, ρε! Αν σε καταλάβει, την έκατσες!!!!».
«Σιγά ρε μεγάλε!!!!! Μια σταλιά κορμάκι.......», αλλά μόλις η Ρόζα ένιωσε το βλέμμα του επάνω της και γύρισε να τον κοιτάξει, κατάπιε την γλώσσα του.
«Ωωω, μεγάλε!!!! Η γυναίκα είναι φωτιά και λαύρα!».
«Σκάσε, σου λέω, μη σε ακούσει....... Ξέρει kick boxing!!!! Μια να φας, δεν θα θες άλλη.....».
Ο Νώντας τον αγνόησε και προχώρησε, παίρνοντας το ποτό του,  προς την κατεύθυνση της Ρόζας. Ο Λόρη δάγκωσε τα χείλη του, από την αγωνία. Θα γινόταν μακελειό στο μαγαζί, το διαισθάνονταν....... αλλά η διαίσθησή του, δεν είχε μαντέψει σωστά. 
Η Ρόζα είχε ήδη πιει και τις δύο μαργαρίτες μέχρι να πάει ο Νώντας δίπλα της. Λίγο η στενογχώρια, λίγο το ότι δεν κατέβαινε μπουκιά από το στόμα της, τα ποτά κατάφεραν να την ζαλίσουν. Έτσι, όταν ο Νώντας κάθισε κοντά της, εκείνη δεν διαμαρτυρήθηκε. 
«Να σε κεράσω ένα ποτό;», τη ρώτησε.
«Και δεν το κερνάς;».
«Λόρη. Πιάσε ένα από αυτό που πίνει η κυρία, σε παρακαλώ!».
Ο Λόρη εκτέλεσε την εντολή αμέσως και χώθηκε στην γωνιά του πάλι.
«Νώντας.», της συστήθηκε.
«Είμαι σίγουρη ότι εγώ δεν χρειάζεται να συστηθώ. Είμαι αρκετά γνωστή στα μέρη σας κι ας μην έχω έρθει ποτέ, έτσι δεν είναι;», τον έστησε στον τοίχο.
«Εντάξει! Νομίζω ότι μου άξιζε! Είσαι η Ρόζα......».
«Ναι, το κορόιδο του κυρίου Τότα.......», του χαμογέλασε θλιμμένα.
«Κοίτα.... δεν αξίζει τον κόπο να το κάνεις αυτό.....».
«Τώρα έχω και τον οίκτο σας; Ωραία!!!!».
«Όχι, δεν είναι έτσι.....».
«Τι δεν είναι; Γιατί ήρθες να με κεράσεις; Για να γελάσεις μαζί μου! Γι’ αυτό δεν ήρθες;», τον κοίταξε με τα μεγάλα μελιά της μάτια.
Ο Νώντας χάθηκε σε αυτό το βλέμμα και κόντεψε να καταπιεί την γλώσσα του.
«Είναι ηλίθιος! Δεν του αξίζει αυτή η γυναίκα!», σκέφτηκε.
«Όχι βέβαια! Σε καμιά περίπτωση! Εγώ.... λίγη παρέα είπα να σου κάνω, που είσαι μόνη σου εδώ......».
«Είδες; Με λυπήθηκες.....».
«Σταμάτα σε παρακαλώ να οικτίρεις τον εαυτό σου. Νομίζω ότι δεν αξίζει να το κάνεις! Εξάλλου, ο Τότας...... είναι.... είναι.....».
«Ακόμη κι εσύ είσαι πολύ κακός ψεύτης. Ο Τότας είναι γουρούνι και εσύ επίσης.......».
«Μην αρχίζεις τους χαρακτηρισμούς, χωρίς να ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Τώρα με προσβάλλεις!».
«Συγγνώμη! Έχεις δίκιο! Τι φταις κι εσύ; Άλλος φταίει, άλλος την πληρώνει.».
«Ωραία, τώρα που το ξεκαθαρίσαμε αυτό, μπορούμε να κάνουμε μια καινούρια αρχή; Νώντας.», ξανά συστήθηκε.
«Ρόζα.», του συστήθηκε κι αυτή.
Ο ήλιος έβγαλε δειλά δειλά τις πρώτες ακτίνες από την κορυφή του χιονισμένου βουνού.  Η νέα μέρα έκανε την αναγγελία της. Οι μόνοι που δεν το είχαν πάρει χαμπάρι ήταν οι τρεις θαμώνες του μπαρ. Ο Λόρη που κοιμόταν στην γωνιά του μαγαζιού σε ένα τραπέζι, η Ρόζα και ο Νώντας που δεν είχαν τελειώσει την κουβέντα τους, ακόμη.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

The lover boy......β’

Ο Τότας τα ’χε κάνει μαντάρα. Δεν ήταν μόνο που είχε έρθει η Ρόζα από την Γερμανία. Ήταν που, λίγο καιρό πριν, είχε αρραβωνιαστεί και την Δήμητρα από το διπλανό χωριό. Που να το φανταστεί ότι η άλλη θα ξεσηκώνονταν εν μέσω κρίσης να έρθει στην Ελλάδα; Είχε τη δουλειά της και το σπίτι της εκεί. Εδώ δεν είχε κανένα μέλλον και πόσο, μάλλον, μαζί του. Προφανώς, είχε μάθει για τον αρραβώνα. Εκείνη η νυφίτσα, ο Σούλης, την είχε ειδοποιήσει, γι’ αυτό κατέβηκε άρον άρον. Δεν εξηγούνταν αλλιώς.
Η Ρόζα δεν είχε γνωρίσει κανένα δικό του, εκτός, από αυτό το ρεμάλι, τον Σούλη. Τον είχε πάρει μαζί του μια φορά, έτσι για να τον έχει παρέα στο ταξίδι και ο παλιάνθρωπος του το ξεπλήρωνε με προδοσία. Αχ, να τον είχε μπροστά του, τώρα, να του ξερίζωνε την γλώσσα και να του την έδινε τηγανιτή να την καταπιεί. 
Έβαλε το μπουφάν του και βγήκε από το σπίτι. Μπήκε στο φορτηγάκι κι έβαλε μπροστά την μηχανή. Θα πήγαινε στη Δήμητρα μερικές μέρες, για να σκεφτεί. Εκεί θα ήταν, για λίγο, ασφαλής. Η Ρόζα ήταν πολύ εκρηκτική και απρόβλεπτη. Έλπιζε ότι, κανείς δεν θα άνοιγε το στόμα του να της πει, που βρίσκονταν. Για τον Σούλη, δεν φοβόταν ότι θα του έκανε περισσότερο κακό. Είχε μεριμνήσει να τον ειδοποιήσει, μέσω της αδελφής του, ότι αν ξανά άνοιγε το στόμα του, καλύτερα πρώτα να άνοιγε το λάκκο του και να έμπαινε μέσα. Θα τον έπνιγε, με τα ίδια του τα χέρια. Ευτυχώς ο Σούλης ήταν θρασύδειλος και τον φοβόταν αρκετά, αλλιώς.... κλάφτα Χαράλαμπε.....
Μόλις ζεστάθηκε η μηχανή, έβαλε την όπισθεν για να βγει από το δρομάκι της αυλής και κοίταξε στον καθρέφτη για να κάνει πίσω. Τόση ήταν η τρομάρα του με αυτό που είδε εκεί μέσα, που κόντεψε να κάψει το χειρόφρενο με την δύναμη που πάτησε το γκάζι. Δύο ήταν τα καλά, στην προκειμένη περίπτωση. Το ότι είχε το χειρόφρενο δεμένο και το ότι τελικά δεν το έκαψε. Γιατί το τρίτο, ήταν κακό..... πολύ κακό...... Η μικρή φιγούρα πλησίαζε απειλητικά. Δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να σκεφτεί και να σκεφτεί γρήγορα. Άρχισε να ιδρώνει. Η θερμοκρασία ήταν μείον τρεις βαθμοί Κελσίου και εκείνος βρίσκονταν σε αναμμένο καμίνι. Θα προσπαθούσε να αυτοσχεδιάσει. Ήταν ετοιμόλογος και έξυπνος, αρκεί να μην πανικοβάλλονταν. 
Πήρε μερικές αργές, βαθιές, ανάσες. Μέχρι η Ρόζα να φτάσει μπροστά στο τζάμι του, είχε καταφέρει να συνέλθει αρκετά. Κατέβασε το τζάμι και της χαμογέλασε. 
«Μωρό μου;;;; Πότε ήρθες;;;;», έκανε τον έκπληκτο.
Η Ρόζα, μισόκλεισε τα μάτια της και τον ζύγισε.
«Μην μου κάνεις εμένα το βαρύ πεπόνι, κύριος. Βγες έξω τώρα και εξηγήσου σαν άντρας.».
«Βρε, αγάπη μου.... Τι έπαθες;;;; Πότε ήρθες;;;».
«Μην μου κάνεις τον ανήξερο!!!!».
Ο Τότας άνοιξε την πόρτα με την καρδιά του στο λαιμό, έτοιμη να πεταχτεί από το στόμα του, αλλά δεν το ’δειξε. Βγήκε από το φορτηγάκι με αργές κινήσεις, για να μην την εκνευρίσει περισσότερο και προσεκτικά άνοιξε την αγκαλιά του για να την βάλει μέσα. Εκείνη τον έσπρωξε με μια κίνηση και εκείνος έπεσε βαρύς στο άνοιγμα, χτυπώντας το κεφάλι του από πίσω, εκεί που τελειώνει ο ουρανός του αυτοκινήτου.
«Στάσου, βρε, γλυκιά μου..... να σου εξηγήσω!».
«Τι να μου εξηγήσεις;;;; Παλιάνθρωπε! Δυο χρόνια μ’ έχεις φλομώσει στο ψέμα, ότι είμαι η μοναδική γυναίκα της ζωής σου και μαθαίνω ότι αρραβωνιάστηκες άλλη;;;»
«Όχι, όχι! Άσε με να σου εξηγήσω.... σε παρακαλώ.... Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα!».
«Και πως είναι, δηλαδή;..... Καλά, για ηλίθια με περνάς;».
Ο θυμός της μεγάλωνε. Δεν ήταν σωστή η προσέγγιση αυτή.  Έπρεπε να αλλάξει την κατεύθυνση της κουβέντας, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Με την άκρη του ματιού του, έπιασε μια κίνηση στο απέναντι παράθυρο. Η κυρά Μαρία. Ποιος άλλος; Η μεγαλύτερη κουτσομπόλα του χωριού, πίσω από την κουρτίνα. Πάρτι έκανε από την χαρά της για αυτά που έβλεπε κι άκουγε. Μέχρι το μεσημέρι, θα ήταν το μεγάλο θέμα στα καφενεία, ανάμεσα στον καπνό από τα τσιγάρα, τα χαρτιά και το τάβλι.
«Πάμε μέσα στο σπίτι σε παρακαλώ! Δεν είναι ανάγκη να μας ακούσει όλος ο κόσμος. Έλα....».
Η Ρόζα γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε στην κλειστή κουρτίνα, με μάτια που σπίθιζαν. Η κυρά Μαρία, έκανε ένα βήμα πίσω από την τρομάρα της, λες και το παράθυρο ήταν τέντα ανοιχτό και η Ρόζα την έβλεπε, που τους παρακολουθούσε. 
«Καλά.....», είπε και προχώρησε μαζί του.
Ο Τότας την οδήγησε στην κουζίνα, που ήταν πιο ζεστά. Η σόμπα που είχε ανάψει νωρίτερα, δεν είχε σβήσει ακόμη. Πήρε δυο μεγάλα κούτσουρα και τα ’ριξε μέσα. 
Η Ρόζα στέκονταν όρθια, με τα χέρια δεμένα μπροστά στο στήθος της. Ο θυμός της, δεν είχε καταλαγιάσει. Περίμενε εξηγήσεις κι όσο αυτές δεν έρχονταν, γίνονταν θηρίο.
«Λοιπόν; Περιμένω......».
Ο Τότας έβγαλε το μπουφάν του και της πρότεινε καφέ, αλλά εκείνη αρνήθηκε. 
«Εντάξει, έχεις δίκιο. Έπρεπε να σε ενημερώσω, αλλά έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβα. Προσπάθησε να με καταλάβεις, σε παρακαλώ. Είναι πολύ σημαντικό, να αφήσεις το θυμό σου στην άκρη. Ότι έκανα, για μας το έκανα......».
«Ορίστε; Αρραβωνιάστηκες άλλη και μου λες ότι το έκανες για μας; Μα τι άνθρωπος είσαι; Βλαμμένος;;;;».
«Όχι, βρε, αγάπη μου.....»
«Μη με λες αγάπη σου, γιατί θα σου φέρω την καρέκλα στο κεφάλι, να ανοίξει σαν καρπούζι.....».
«Κοίτα..... Πριν λίγο καιρό, μετά που μιλήσαμε μαζί στο internet, δέχτηκα ένα αίτημα φιλίας από μια άγνωστη κοπέλα, δηλαδή, όχι ακριβώς άγνωστη, την γνωρίζουν κάποιοι από τους δικούς μου φίλους και το δέχτηκα..... ξέρεις πως είναι αυτά...... και ξεκινήσαμε να μιλάμε..... και..... μην φανταστείς δηλαδή τίποτα, αλλά εκείνη την είδε αλλιώς κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω......».
Η Ρόζα άρχισε να κοκκινίζει.
«Δεν ήξερες τι να κάνεις; Δεν ήξερες τι να κάνεις; Τι κάθομαι κι ακούω Θεέ μου και δεν σηκώνομαι να φύγω......».
Ο Τότας την πήρε στην αγκαλιά του, όσο εκείνη είχε ακόμη σταυρωμένα τα χέρια της και την έσφιξε. Εκείνη ελευθερώθηκε βίαια και τον έσπρωξε μακριά της.
«Όχι, μη φεύγεις. Εσένα αγαπάω, εσένα θέλω. Παρεξήγηση έγινε και μπλέχτηκα. Την πλάκα μου έκανα μαζί της για να περάσει η ώρα. Δεν είχα σκοπό, ποτέ να την συναντήσω, πόσο μάλλον να την αρραβωνιαστώ, όταν ένα καταραμένο βράδυ, ήρθαν κάτι γνωστοί και πήγαμε στο μπαράκι του χωριού της. Για κακή μου τύχη ήταν εκεί...... Μετά από κάμποσα ποτά...... δεν κατάλαβα ούτε πως γύρισα στο σπίτι, ούτε πως βρέθηκε αυτή στο κρεβάτι μου. Στο ορκίζομαι, έτσι έγινε......».
Η Ρόζα τον κοίταζε καθόλη την διάρκεια της εξομολόγησης με ανοιχτό το στόμα. Δεν γίνεται, εν έτη 2012, να γίνονται αυτά. Που ζούσαν; Στον μεσαίωνα;
«Καλά.... για ένα one night stand, την αρραβωνιάστηκες;;;;».
«Εεεε.... δεν είναι μόνο αυτό....... ήμουν και.... ο πρώτος της.....».
Η κανάτα πέρασε ξυστά από το δεξί αφτί του και καρφώθηκε με δύναμη στον τοίχο, σπάζοντας σε κομμάτια που σκόρπισαν σε όλη την κουζίνα.
«Ρε άτιμε; Πόσο μικρή είναι;;;;».
«Εεε..... όχι μικρή, δηλαδή...... ενήλικη....... δηλαδή... δεκαοχτώ.....».
« Άι στο διάολο, ηλίθιε! Φεύγω!!!! Κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου...Για ένα πράγμα λυπάμαι μόνο..... Που δεν σε είχα καταλάβει νωρίτερα.... Έχασα δύο χρόνια από την ζωή μου..... για τα μούτρα σου....».
Του γύρισε την πλάτη κατευθυνόμενη προς την έξοδο, όταν ο Τότας την πρόλαβε, έπιασε το μπράτσο της και τη γύρισε για να τον κοιτάξει.
«Σε παρακαλώ! Μην με σταυρώνεις! Έκανα ένα λάθος, που το πληρώνω ακριβά. Μόνο εσένα αγαπάω και θέλω. Θα χωρίσω μαζί της, αλλά χρειάζομαι λίγο χρόνο. Ήδη έχω ξεκινήσει..... να της δείχνω ότι δεν την θέλω, αλλά μου κάνει την Κινέζα..... Έχει καταλάβει, είμαι σίγουρος...... Σε παρακαλώ!!!! Θα πεθάνω χωρίς εσένα....... Δεν έχει νόημα η ζωή χωρίς εσένα.......».
Η Ρόζα δεν έλεγε τίποτα. Τον αγαπούσε. Ακόμη κι αυτό που της είχε κάνει, δεν ήταν ικανό να την κάνει να τον μισήσει.
«Είναι δυνατόν;», σκέφτηκε.
«Δεν ξέρω.... Όταν αποφασίσεις στα σίγουρα τι θέλεις..... ξέρεις που θα με βρεις...... », απαγκιστρώθηκε από τη λαβή του και έφυγε από το σπίτι του, αφήνοντάς τον μόνο να την κοιτά, καθώς χάνονταν από το οπτικό του πεδίο.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

The lover boy.....

Άνοιξε την πόρτα απότομα, γεμάτη θυμό και εισέβαλε στον χώρο. Η πόρτα έμεινε πίσω της, ανοιχτή και το κρύο μπήκε μαζί της, δριμύ, σαρώνοντας το μαγαζί, απ’ άκρη σ’ άκρη. Το ζευγάρι που κάθονταν στο τραπέζι κοντά στο τζάκι την κοίταξε με απορία. Η γυναίκα έκανε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο άντρας που την συνόδευε της έπιασε το μπράτσο, κάνοντάς της νόημα να μην μιλήσει. 
Το μπαρ είχε χαμηλό φωτισμό, αναδύοντας την μυρωδιά της κλεισούρας και του καπνού, ανάμεικτη, με την γλυκερή μυρωδιά του ιδρώτα, όλων των ανθρώπων που πέρασαν από αυτό. Με γρήγορα βήματα και βαριά, πλησίασε στην μπάρα. Ο μπάρμαν, ένας γίγαντας με τετράγωνες πλάτες, ξυρισμένο κεφάλι και μουστάκι που έφτανε μέχρι τις άκρες του σαγονιού του, έτριβε με μια τριμμένη, βρώμικη πετσέτα ένα ποτήρι, καθόλη τη διάρκεια της εισόδου της.
Μόλις έφτασε κοντά, σήκωσε το κεφάλι του από το ποτήρι που ήταν πιο βρώμικο τώρα και την κοίταξε με απάθεια. Ήταν συνηθισμένος σε τέτοια, αν και η γυναίκα που έκανε την εισβολή ήταν πολύ μικροκαμωμένη. Βάση πείρας, όμως, γνώριζε ότι οι μικροκαμωμένοι άνθρωποι ήταν αυτοί, που έκαναν τις μεγαλύτερες φασαρίες. 
«Μου είπαν ότι θα τον βρω εδώ, τέτοια ώρα.», του είπε λες και ήδη γνώριζε για ποιον μιλούσε.
«Δεν σας καταλαβαίνω, κυρία.», σήκωσε ειρωνικά τα φρύδια του. Φυσικά και γνώριζε. Το χωριό ήταν πολύ μικρό και τα νέα ταξίδευαν όπως το φως της αστραπής. 
Η Ρόζα, ανέβηκε στο ποδαράκι του σκαμπό για να έρθει στα ίσα με τον μπάρμαν και τον κοίταξε απειλητικά, απλώνοντας το χέρι της για να τον αρπάξει από τον γιακά του καρό πουκάμισου που φόραγε.
«Μη μου κάνεις εμένα την κότα, μίστερ, γιατί στο κάνω το μαγαζί καλοκαιρινό. Θα φάω εγώ, αλλά κι εσύ θα φας κάμποσες. Ξέρω kick boxing και έχω ρίξει ψηλότερο από σένα κάτω.... Λοιπόν;;;», έφτυσε τις λέξεις μια μια για να γίνει περισσότερο κατανοητή. 
Ο Λόρη-κατά κόσμων Γρηγόρης- άπλωσε το χέρι του στο γιακά και κατέβασε το δικό της από εκεί, με μια κίνηση. 
«Άκου, δεσποινίς.... Αν θες καμιά μπύρα ή κανένα ποτό, ok. Μπορώ να σε εξυπηρετήσω. Για ότι άλλο θες, να ρωτήσεις, να πας αλλού. Εδώ δεν είναι γραφείο πληροφοριών. Κατάλαβες;». Την κοίταξε με το δήθεν κακό του το βλέμμα, γιατί ήταν γνωστό ότι ο Λόρη δεν είχε ίχνος κακίας μέσα του. Ένας καλοκάγαθος άνθρωπος ήταν, που πέρα από τον όγκο του, τίποτα άλλο δεν ήταν τεράστιο στην προσωπικότητά του εκτός ίσως από την καλοσύνη του και την αγάπη του για τους συγχωριανούς του. Αυτά, βέβαια, δεν τα γνώριζε εκείνη, αφού δεν ήταν από εκεί.
Αν πρόδιδε τον Τότα-παρατσούκλι του Γιάννη- ήταν σαν να πρόδιδε τον εαυτό του. Στο χωριό, μπορεί, να μην μιλάς με κανέναν, να είσαι τσακωμένος με όλους, αλλά εάν έρθει ξενόφερτος για να κάνει κακό σε κάποιον χωριανό, τότε τον υπερασπίζεσαι με όλη την δύναμη της ψυχής σου.  Έλληνες παιδάκι μου, τι περιμένεις; Και είχε μάθει ότι η Ρόζα, δεν θα   άφηνε κοκαλάκι για κοκαλάκι στον Τότα και με το δίκιο της δηλαδή.
Η Ρόζα κατέβηκε από το σκαμπό, έστησε το κορμί της για να φαίνετε πιο αποφασιστική και κακιά και είπε γεμάτη δηλητήριο.
«Να του πεις ότι θα τον βρω. Και στου βοδιού το κέρατο να κρυφτεί θα τον ξετρυπώσω και αλοίμονό του!!!! Άκουσες;;;; Εσείς εκεί ακούσατε;;;», γύρισε προς το ζευγάρι. Η γυναίκα που προηγουμένως ήθελε να διαμαρτυρηθεί λούφαξε πιο βαθιά στην καρέκλα της. Ο άντρας δεν απάντησε, ούτε έγνεψε.
Γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το μαγαζί, με την ίδια ορμή που είχε μπει πριν από λίγο. Η πόρτα έμεινε ανοιχτή, αλλά κανείς για λίγα λεπτά δεν είχε το θάρρος να πάει και να την κλείσει, με το φόβο μήπως εκείνη μετανιώσει και γυρίσει πίσω.
Ένα κεφάλι ξεπρόβαλλε σιγά σιγά πίσω από την μπάρα δίπλα από τον Λόρη.
«Έφυγε, ρε παιδιά;», ρώτησε και σηκώθηκε λίγο πιο ψηλά, μέχρι που εμφανίστηκε ολόκληρος από το στέρνο και πάνω. Ένας τύπος, με ύψος κάτι λιγότερο από ένα κι εβδομήντα, λίγα μαλλιά και κοιλίτσα. Ο Τότας, με το όνομα, την τσαχπινιά και τις πολλές γυναίκες...... Μάλλον είχε έρθει η ώρα να βρει τον μάστορά του, με τα τόσα που είχε κάνει.
Ήταν απορίας άξιο το γεγονός ότι αυτό το ανθρωπάκι είχε τόση επιτυχία στις γυναίκες. Και μιλάμε για πολλές, όχι μια. Τι ήταν αυτό που τις τράβαγε όπως το μέλι τις μέλισσες, κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει. Οι άντρες τον αγαπούσαν και οι γυναίκες τον λάτρευαν και τον συγχωρούσαν. Εντάξει, εντάξει, εξαιρείται η Ρόζα. Κάποτε θα βρίσκονταν μια να τον βάλει στη θέση του, αλλά όσο μπορούσε, ακόμη, το χωριό θα προσπαθούσε να τον προστατεύσει. 
Πόσο όμως θα τον κράταγε μακριά από τα χέρια της;
Όλα ξεκίνησαν μερικές μέρες πριν, όταν έσκασε η βόμβα Ρόζα. Ο αγαπητός κύριος Τότας είχε σχέση μαζί της για δύο χρόνια, αλλά ποτέ δεν την είχε φέρει στα μέρη του, γιατί εκείνη ζούσε σε άλλη χώρα, μέχρι που αποφάσισε να έρθει εκείνη να τον βρει και να μάθει τα πεπραγμένα του. Ως τότε, μόνο εκείνος πήγαινε κάθε τρεις και λίγο και την έβλεπε. Πάντα εκ του ασφαλούς, φυσικά......