Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Δεν έχουμε σκοπό....

.... να σταματήσουμε τα ταξίδια, τουλάχιστον όσο έχουμε υγεία. Εγώ, προσωπικά, στην Ήπειρο, πήγα για πρώτη φορά όταν, πριν λίγο καιρό, ο Γιώργος μου έκανε δώρο μια εκδρομούλα στα Ιωάννινα και στις γειτονικές πόλεις. Την ανάρτηση, νομίζω ότι την θυμάστε. Τούτη τη φορά κάναμε το εξής:
 Ακολουθήσαμε την ίδια διαδρομή από Βέροια,
 προς Ιωάννινα, με τέλειο καιρό και όταν
 φτάσαμε στα τούνελ, ανακαλύψαμε ότι τα χιόνια, δεν είχαν λιώσει ακόμη.
Μετά τα τούνελ δεν βρήκαμε άλλο χιόνι και η φύση μας εντυπωσίασε.

Νομίζω ότι αυτό το Μενίδι, είναι πιο όμορφο από το γνωστό στους περισσότερους, Μενίδι της Αθήνας.
Η Αμφιλοχία, με τους τουρίστες της, πανέμορφη, επίσης.
 Η Άρτα με το υπέροχο και πολυτραγουδισμένο της γεφύρι, μέχρι που ο δρόμος μας έβγαλε...
 ... στο άλλο γεφύρι, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στον κόσμο, του Ρίου - Αντιρρίου.

Όλα καλά, αλλά και τα 13,20 ευρώ.... ακόμη καλύτερα, για να τη διασχίσεις.....
Και τελικά βρεθήκαμε














στο καρναβάλι της Πάτρας. Ποτέ στη ζωή μου δεν έτυχε να πάω, όσο ήμουν στην Αθήνα. Έπρεπε να ανέβω στην Δράμα για να αξιωθώ να το ζήσω και αυτό...... Οφείλω να ομολογήσω ότι εντυπωσιάστηκα και φυσικά πέρασα θαυμάσια!!!!!
Την επόμενη μέρα, Καθαρά Δευτέρα, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Είχε βέβαια κακοκαιρία, αλλά ευτυχώς ξεκινήσαμε πριν κλείσουν οι δρόμοι.
 Κάπως έτσι ήταν η διαδρομή, αλλά περάσαμε όμορφα, ξεκουράσαμε το μυαλό μας και την ψυχή μας και γυρίσαμε πίσω, για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας για επιβίωση!
Εύχομαι όλοι να περάσατε το ίδιο καλά με μας!
Καλή Σαρακοστή σε όλους!!!!!

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....κ’

Τα χτυπήματα στην πόρτα έγιναν πιο δυνατά και πιο επίμονα. Κάποιος χτύπαγε και φώναζε το όνομά του. Άνοιξε τα μάτια του και το φως τον τύφλωσε. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Η μύτη του πόναγε πολύ. Σαν αστραπή τα βραδινά γεγονότα, απλώθηκαν στο μυαλό του. Έκανε να σηκωθεί και σωριάστηκε ξανά στον καναπέ.
«Έρχομαι! Έρχομαι!», φώναξε.
Έκανε ακόμη μια προσπάθεια καταφέρνοντας να σταθεί όρθιος. Κατευθύνθηκε στην είσοδο του σπιτιού. Μόλις άνοιξε, είδε μια μικρή γροθιά έτοιμη να έρθει κατά πάνω του. Πήγε ένα βήμα πίσω. 
«Σιγά!».
«Επιτέλους! Ωωωωω.... τι έπαθες;».
«Τίποτα.».
«Αυτή την μύτη δεν την λες τίποτα......».
«Να μη σε νοιάζει, τι έπαθα! Τι θες;».
«Να μιλήσουμε.».
«Να πούμε τι; Ότι με απατάς με τον Νώντα; Αυτό ήρθες να μου πεις;».
«Δεν βάζεις μυαλό εσύ, έτσι; Πάμε μέσα, σε παρακαλώ. Δεν συνηθίζω να μιλάω για τα προσωπικά μου στον δρόμο.».
«Ναι, βέβαια..... Εσύ ξέρεις και τα κάνεις..... πιο..... διακριτικά..... Στο ξενοδοχείο.... ας πούμε!».
Ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. Είχε έρθει εδώ, να ξεκαθαρίσει μια και καλή τα πράγματα κι εκείνος, τα έκανε χειρότερα. Το χέρι της, σαν να είχε δική του βούληση, έπεσε με δύναμη στο πρόσωπό του. 
«Αυτό..... δεν έχεις κανένα δικαίωμα να το λες εσύ..... που..... που...... δεν έχεις αφήσει ήσυχη ούτε θηλυκή γάτα...... Αλλά δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς έχουμε τελειώσει.».
«Ρόζα.... με συγχωρείς!», άπλωσε τα χέρια του για να την πιάσει και να την αγκαλιάσει, αλλά εκείνη τραβήχτηκε πίσω και δεν τον άφησε. 
«Τέλος, Γιάννη! Εύχομαι να μην ξανά βρεθείς στον δρόμο μου ποτέ πια!».
«Σε παρακαλώ! Μην φεύγεις κι εσύ!», κλαψούρισε ο Τότας. 
Η Ρόζα κάγχασε!
«Κι εγώ; Σε παράτησε κι η μικρή;».
«Είχε άλλον......», παραδέχτηκε. 
«Άλλον;», άρχισε να γελάει. «Θεία Δίκη!». 
Ο Τότας την πλησίασε, ξανά.
«Μην τολμήσεις! Γιατί θα το μετανιώσεις πικρά!». Τον αγριοκοίταξε. 
Την πίστεψε. Είχε διακριθεί σε αγώνες και είχε στείλει στο νοσοκομείο, ένα τύπο με μεγαλύτερες διαστάσεις από τον ίδιο.  Δεν θα το διακινδύνευε. 
«Ρόζα.... ».
«Όχι Γιάννη.  Τέλος! Και το εννοώ!».
Γύρισε την πλάτη της και προχώρησε έξω από την αυλή. Η κουρτίνα στο απέναντι σπίτι έκλεισε απότομα, κρύβοντας τη φιγούρα που τόση ώρα στέκονταν και τους παρακολουθούσε. Ο Τότας, μετά από αυτό, έκανε κάμποσες μέρες να βγει από το σπίτι. Η κυρά Μαρία του πήγε μερικές φορές φαγητό. Θα έκανε πολύ καιρό να συνέλθει. Θα τα κατάφερνε, δεν θα κατάφερνε, ωστόσο, να ξανά βρει τον αυθορμητισμό του.


.... Τάχυνε το βήμα της. Κρύωνε. Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος ως το ξενοδοχείο. Την βλακεία της πλήρωνε. Όταν έφυγε τσατισμένη από τον Νώντα,  πήγε κατευθείαν στο σπίτι του Τότα. Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό της ότι έπρεπε να αλλάξει ρούχα πρώτα. Από το θυμό, δεν αισθάνονταν το κρύο. Τώρα όμως που είχε καταλαγιάσει ο θυμός και το αίμα κυλούσε κανονικά στις φλέβες της, ένιωθε να τρυπά τα κόκκαλά της. 
Μόλις έφτασε στον προορισμό της, ζήτησε από την ρεσεψιόν ένα ζεστό τσάι κι ανέβηκε στο δωμάτιό της. Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο. Κάθισε κάτω από την ντουζιέρα κι άφησε το καυτό νερό να ζεστάνει το κορμί της. Όταν το δέρμα της κοκκίνισε, βγήκε από ’κει, έβαλε ένα ζευγάρι ζεστές φόρμες, κάθισε στο κρεβάτι, ώστε η πλάτη της να ακουμπά στο προσκέφαλο του κρεβατιού, τράβηξε τα σκεπάσματα στα πόδια της κι άρχισε αργά να πίνει το ζεστό ρόφημα, που την περίμενε αχνιστό πάνω στο κομοδίνο της. 
Τίποτα δεν βοήθησε. Η μύτη της άρχισε να τρέχει. Το κεφάλι της να πονά και τα μάγουλά της τα ένιωθε να καίνε. Τελικά είχε κρυολογήσει. Χώθηκε κάτω από το πάπλωμα. Κάπου μέσα στην τσάντα της είχε χάπια για τον πονοκέφαλο και τον πυρετό, αλλά ήταν πολύ εξαντλημένη για να σηκωθεί και να τα πάρει. Νύσταζε....... έκλεισε τα μάτια της κι αφέθηκε......
Κάτι κουδούνιζε. Το κεφάλι της; Το άφησε να κουδουνίζει και βυθίστηκε πάλι..... Εκείνο όμως ήταν επίμονο και δεν την άφηνε να ησυχάσει. Άνοιξε τα μάτια της με κόπο και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το χλωμό φως της λάμπας, που βρίσκονταν πάνω στο κομοδίνο, ήταν το μοναδικό φως που υπήρχε στο δωμάτιο, σημάδι ότι έξω, είχε ήδη νυχτώσει. 


«Καλησπέρα. Η κυρία Νικολοπούλου είναι εδώ, Γιωργία;», είπε ο Νώντας στην κοπέλα της ρεσεψιόν.
«Ναι. Είναι στο δωμάτιό της. Ένα λεπτό να την ειδοποιήσω ότι θέλεις να την δεις.».
Σήκωσε το τηλέφωνο, πληκτρολόγησε το νούμερο του δωματίου, αλλά απάντηση δεν πήρε.
«Δεν το σηκώνει. Ίσως να είναι στο μπάνιο.».
«Ξανά προσπάθησε σε παρακαλώ. Πρέπει να της μιλήσω.». 
Ένα τέταρτο μετά ο Νώντας άρχισε να ανησυχεί. 
«Μπορεί να κοιμάται.», του είπε η Γιωργία. 
«Και να μην ακούει; Να μην έπαθε τίποτα.......» και μόνο στην σκέψη του ’ρχονταν τρέλα.
«Σε παρακαλώ, Νώντα. Μη λες τέτοια και αρχίζω και φοβάμαι. Γιατί να πάθει κάτι η γυναίκα;».
«Ξέρω και εγώ....... Δώσε μου το κλειδί να πάω να δω.»
«Αποκλείεται! Θες να χάσω τη δουλειά μου;».
«Δώσε μου το κλειδί! Θα αναλάβω εγώ την ευθύνη!».
«Πάμε μαζί, αλλά να ξέρεις αν γίνει κάτι......».
«Είπα! Αναλαμβάνω την ευθύνη!».
Ανέβηκαν μαζί. Η Γιωργία έβαλε την κάρτα στην σχισμή και η πόρτα άνοιξε. Ο Νώντας έκανε στην άκρη την Γιωργία και μπήκε πρώτος μέσα. Η Γιωργία ακολούθησε.
Ο ελάχιστος φωτισμός στο δωμάτιο, έκανε το πρόσωπο της Ρόζας να δείχνει πιο χλωμό από ότι ήταν στην πραγματικότητα. Με δυο δρασκελιές ο Νώντας βρέθηκε γονατιστός στο πλάι της. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι της. Το μέτωπό της έκαιγε. Εκείνη μισάνοιξε τα μάτια της, που ήταν θολά από το πυρετό και προσπάθησε να εστιάσει. Δεν τα κατάφερε και τα έκλεισε ξανά. 
«Ήρθες!», είπε με ανακούφιση.
«Ήρθα, γλυκιά μου! Μην ανησυχείς! Εδώ είμαι!».
Γύρισε το κεφάλι του στην Γιωργία.
«Φέρε μου σε παρακαλώ μερικά αντιπυρετικά και νερό.».
Η Γιωργία, έφυγε για να πάει και να φέρει ότι της ζητήθηκε.
«Μη φύγεις!».
«Όχι, γλυκιά μου! Ποτέ δεν θα φύγω!», της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο. 
Η Ρόζα χαμογέλασε αδύναμα.
«Το ’ξερα!». 
ΤΕΛΟΣ

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....ι’

Κοίταζε το φύλλο της ντουλάπας της, σαν να περίμενε ν’ ανοίξει από μόνο του. Δεν ήθελε να το κάνει, ήταν καιρός, όμως, να ξορκίσει τους δαίμονες που τον κατέτρεχαν. Πήρε την απόφαση, όταν θυμήθηκε την Ρόζα στον καναπέ του, βρεγμένη ως το κόκαλο. Είχε λίγη ώρα καθισμένη στο χιόνι, ως που να καταφέρει να σηκωθεί από εκεί, με αποτέλεσμα, το παντελόνι της να έχει μια μεγάλη στάμπα στο πίσω μέρος. 
Δεν είχε καιρό για καθυστερήσεις. Η κοπέλα θα άρχιζε να κρυώνει, σε λίγο. Άνοιξε την πόρτα και το άρωμα της λεβάντας τον τύλιξε. Αισθάνθηκε την Ναταλία απέναντί του, να χαμογελά. Ένας ψίθυρος χάιδεψε το αφτί του:«Είναι καιρός να πας μπροστά.....» κι έσβησε. Μπορεί να το φαντάστηκε, δεν είχε σημασία. Σημασία είχε να το κάνει. Να προχωρήσει επιτέλους, αφήνοντας το παρελθόν εκεί που άνηκε.
Βρήκε ένα χειμωνιάτικο παντελόνι της. Το μοναδικό που της ήταν κοντό και δεν το φόραγε, ελπίζοντας να κάνει στην Ρόζα. Το άρπαξε από την κρεμάστρα και πήγε στο μπάνιο για πάρει από το φαρμακείο τα παυσίπονα. Αφού τα βρήκε, κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Στην αρχή δεν κατάλαβε, αλλά ακούγοντας την αναπνοή της και το ανεπαίσθητο ροχαλητό της, ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Είχε αποκοιμηθεί. Έσκυψε πάνω από το κεφάλι της. Το συνοφρύωμα είχε φύγει από το πρόσωπό της, κάνοντάς το να δείχνει γαλήνιο. Το στόμα της ήταν μισάνοιχτο. Έσκυψε κι άλλο, ανασαίνοντας βαθιά, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με πικραμύγδαλο. Ήθελε να την φιλήσει και θα το έκανε, αν εκείνη, την ίδια στιγμή, δεν άνοιγε τα μάτια της. Τραβήχτηκε πίσω,  σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. 
«Συγγνώμη..... Δεν ήξερα ότι κοιμάσαι.....», είπε ψέματα.
Η Ρόζα ανασηκώθηκε. Μια σουβλιά στον γοφό της, την ξύπνησε απότομα από την θολούρα του ύπνου.
«Αχ! Ούτε κι εγώ κατάλαβα ότι με πήρε ο ύπνος.».
Ο Νώντας της έτεινε τα παυσίπονα.
«Πάρε ένα από αυτά, για να μην πονάς.».
Η Ρόζα άπλωσε το χέρι της να πάρει το μπουκαλάκι και φευγαλέα, άγγιξε το δικό του. Τον κοίταξε με απορία, σαν να μην ήξερε τι να τα κάνει αυτά που της έδινε. Δεν ήθελε τα χάπια. Δεν ήθελε τίποτα άλλο από το να την πάρει στα χέρια του, να τη φιλήσει και να ξεχάσει όλα όσα συνέβησαν στην ζωή της μέχρι τώρα. Αυτό προσπαθούσε να χωνέψει. Αυτή ήταν η απορία της. Από που ξεχείλιζε όλο αυτό; Από την ανάγκη της να αγαπηθεί; Από την ανάγκη της να είναι η μια και μοναδική; Το ένστικτό της γνώριζε ότι, ήταν στο σωστό μέρος, με τον σωστό άντρα. Το είχε δει στα μάτια του, καθώς άνοιξε τα δικά της. Ήταν έτοιμος να τη φιλήσει, αλλά τον είχε τρομάξει.
Σηκώθηκε, αφήνοντας το μπουκαλάκι πάνω στο τραπέζι, χωρίς να το ανοίξει για να πάρει τα παυσίπονα. 
«Δεν πονάω τόσο πολύ. Άλλωστε, σχεδόν, μου πέρασε».
«Τότε, βάλε αυτό το παντελόνι.... Είσαι μούσκεμα και θα κρυολογήσεις.».
Της έδωσε το ρούχο γυρίζοντάς της την πλάτη του κι έκανε να  εξαφανιστεί στην κουζίνα, για να την αφήσει να αλλάξει.
«Τίνος είναι;», τον ρώτησε κι εκείνος σταμάτησε, χωρίς να γυρίσει. 
«Της γυναίκας μου.....», ήρθε η απάντηση σαν μαχαιριά. Κοντοστάθηκε.
«Δεν ήξερα ότι είσαι παντρεμένος....», η φωνή της έσβησε.
«Δεν είμαι πια.... Δεν ζει....».
«Συγγνώμη.... Δεν ήξερα.....».
«Δεν πειράζει..... Άλλωστε πάνε αρκετά χρόνια από τότε.....», έκανε ένα βήμα ακόμη, θέλοντας να βγει από το δωμάτιο.
«Νώντα.....».
Γύρισε και την κοίταξε. Δεν άντεχε άλλο. Ή τώρα ή ποτέ. Πήγε κοντά της, την άρπαξε και τη φίλησε με πάθος. Σταμάτησε μόνο μια στιγμή, για να πάρει μια ανάσα και την ξανά φίλησε πιο δυνατά, πιο διεκδικητικά. Εκείνη αφέθηκε στα χέρια του, νιώθοντας το πάθος να δίνει δύναμη στο κορμί της. Το κεφάλι της άρχισε να γυρνάει. Κόλλησε, το σώμα της πάνω στο δικό του. Σταμάτησε να σκέφτεται. Τίποτα δεν είχε σημασία, παρά μόνο το πάθος που τους είχε κυριεύσει.
Σαν σε όνειρο, ένιωσε τον Νώντα να την σπρώχνει απαλά.
«Ρόζα..... Ρόζα.....».
Την ξεκόλλησε από πάνω του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.
«Σε παρακαλώ..... πες μου.... Είσαι σίγουρη; Μετά από αυτό δεν είμαι σίγουρος, ότι θα υπάρχει γυρισμός.......».
Η Ρόζα ένιωσε, σαν να είχε φάει χαστούκι. Τον κοίταξε με την σειρά της.
«Αν είναι να το κάνεις, για να εκδικηθείς τον Τότα, ας σταματήσουμε τώρα......».
«Πιστεύεις ότι είχα, αυτόν στο μυαλό μου και..... και...... έκανα ότι έκανα μαζί σου, τώρα;» ήταν θυμωμένη, τώρα. Όχι με τον Νώντα. Με τον εαυτό της που παρασύρθηκε, χωρίς πρώτα, να ξεκαθαρίσει τα πραγματικά της συναισθήματα, απέναντί του. 
«Ξεχνάς κάτι! Δεν είμαι κανένα κοριτσάκι, που δεν ξέρει τι του γίνεται! Ξέρω πολύ καλά τι κάνω και γιατί, το κάνω!».
«Δεν ήθελα να σε προσβάλλω. Αλλά μια πληγωμένη γυναίκα..... μπορεί να αντιδράσει κατά αυτόν τον τρόπο.... κι εγώ.... δεν θέλω να είμαι δεκανίκι.....».
«Σταμάτα! Δεν είμαι ανάπηρη για να χρειάζομαι στήριγμα. Ο Τότας έκανε τις επιλογές του και είναι καιρός να κάνω κι εγώ τις δικές μου. Δεν λέω.... ίσως κάποτε να τον αγάπησα..... Με τρεις φορές τον χρόνο που τον έβλεπα, τελικά, πιο πολύ αγάπησα την ιδέα ότι τον αγαπώ, παρά τον ίδιο. Τον είχα εξιδανικεύσει.  Αν δεν γίνονταν, όλα αυτά που έγιναν, ίσως ακόμη να ζούσα μέσα στην πλάνη......». 
«Ρόζα.... ίσως να μην το καταλαβαίνεις τώρα.......».
Η Ρόζα τον έσπρωξε με δύναμη και ελευθερώθηκε από την αγκαλιά του.
«Άσ’ το..... Μην πεις τίποτα άλλο.». Άρπαξε το μπουφάν της από τον καναπέ και βγήκε από το σπίτι. Ο Νώντας δεν πρόλαβε να αντιδράσει καν. Δεν είχε την δύναμη. Το μόνο που κατάφερε ήταν να ψιθυρίσει το όνομά της και να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του καθώς βρόντηξε η εξώπορτα.  Μετά κάθισε βαρύς στον καναπέ και κοίταξε το κενό.
«Τι φοβήθηκες, ρε ηλίθιε;», είπε στον εαυτό του.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....θ’

«Γνωριζόμαστε;;;; Αν γνωριζόμαστεεεε;;;;; Θα σε σκίσω!!!!», ο Τότας δεν κρατιόταν από θυμό. Ένιωθε τα μηνίγγια του να πονάνε και αισθάνονταν το αίμα να θέλει να πεταχτεί από τα μάτια του. 
«Δεν κατάλαβα! Ποιον θα σκίσεις, ρε παλιόγερε;;;;», είπε ο Χάρης και κινήθηκε απειλητικά προς τον Τότα.
«Και τους δυο σας!».
Η Δήμητρα έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, προσπαθώντας να κρυφτεί στις σκιές και να φύγει από το οπτικό πεδίο του Τότα. 
«Παλιοπ........», δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη λέξη, γιατί ο Χάρης του κατάφερε μια μπουνιά στα μούτρα. Το κεφάλι του ταλαντεύτηκε με δύναμη προς τα πίσω, ρίχνοντάς τον στο πάτωμα. Για λίγο το πρόλαβε, να μην το χτυπήσει στο δάπεδο. Ο πόνος ήταν σφοδρός. Αίμα άρχισε να βγαίνει από την μύτη του. Ο φακός γλίστρησε από τα χέρια του και κύλησε προς το σβησμένο τζάκι.
«Μηηηη!!!!», φώναξε η Δήμητρα από τις σκιές και έτρεξε στον Χάρη, προλαβαίνοντάς τον, πριν τον αρπάξει και τον χτυπήσει κι άλλο. Άπλωσε τα χέρια της και τον τράβηξε μακριά από τον Τότα.
«Σε παρακαλώ..... Άσ’ τον!».
«Άσε με να τον κάνω μαύρο στο ξύλο, που θα τολμήσει να σε βρίσει.....».
Το χτύπημα ήταν τόσο ξαφνικό, που βρήκε τον Τότα απροετοίμαστο. Σκούπισε την μύτη του με την ανάστροφη της παλάμης του, κοίταξε τον Χάρη με μίσος και έκανε να σηκωθεί. 
«Την γ....σες, κολ....παιδο!».
«Φτάνει!!!Σταματήστε και οι δυο σας!», φώναξε η Δήμητρα.
Ο Χάρης γύρισε και την κοίταξε με απορία.
«Ποιός είναι αυτός;», την ρώτησε γυρνώντας το βλέμμα του στον Τότα.
«Εγώ ποιος είμαι ή εσύ;», ο Τότας ήταν έτοιμος να του ριχτεί, όταν μπήκε η Δήμητρα στην μέση  και των δυο, αποτρέποντας ακόμη μια επίθεση.
«Να μην σε νοιάζει, ρε! Όποιος θέλω είμαι! Εσύ τι θες από την Δήμητρα, να μου πεις!».
«Εγώ; Εγώ, τι θέλω από αυτή; Αυτή να σου πει, ρε ηλίθιε!».
Ο Χάρης κοίταξε την Δήμητρα με απορία. Εκείνη τον κοίταξε δειλά, με μάτια δακρυσμένα.
«Συγγνώμη, Χάρη.......», ένας λυγμός ανέβηκε στον λαιμό της.
«Τι γίνεται εδώ; Τι είναι αυτός, ρε Δήμητρα;».
«Οοο... Γιάννης κι εγώ...... Εεεεγώ κι ο Γιάννης......», δεν μπορούσε να συνεχίσει, γιατί έκλαιγε με αναφιλητά.
«Είναι η αρραβωνιαστικιά μου, αυτό είναι!», είπε ο Τότας τελικά. 
Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπο του Χάρη και τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές. Ετοιμάστηκε, αυτή τη φορά, να ρίξει μια στη Δήμητρα, αλλά συγκρατήθηκε. Ούτε ο ίδιος κατάλαβε πως βρήκε το κουράγιο.
«Παλιο.....», δεν το ’πε. 
Πήρε τα υπόλοιπα ρούχα του, έβαλε πρόχειρα τις μπότες του και βγήκε από την καλύβα. Δίπλα στο αυτοκίνητο ντύθηκε γρήγορα γρήγορα και μπήκε μέσα. Έβαλε την μηχανή μπροστά μαρσάροντας με μανία. Ήταν θυμωμένος. Πιο πολύ, όμως, ήταν πληγωμένος από την προδοσία της Δήμητρας. Έβαλε ταχύτητα και προσπάθησε να εξαφανιστεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε από εκείνο το μέρος. Λίγα μέτρα πιο κάτω, σε μια στροφή, το αυτοκίνητο γλίστρησε στον παγωμένο δρόμο και παραλίγο να βρεθεί στην χαράδρα. Την τελευταία στιγμή, σαν από θαύμα, σταμάτησε πάνω σε κάτι θάμνους. Με την καρδιά του να χτυπάει ανεξέλεγκτα και την αδρεναλίνη του να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα, κατέβηκε να δει, τι ζημιά είχε κάνει. Όταν είδε ότι μόνο το φανάρι του είχε σπάσει, μπήκε μέσα, έκανε όπισθεν για να βγει από τους θάμνους και πήρε την κατηφόρα για το σπίτι του, οδηγώντας με προσοχή, όση μπορούσε να έχει μετά απ΄ότι είχε συμβεί στο καταφύγιο και στον δρόμο.
Η Δήμητρα, εν τω μεταξύ, δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κι έκλαιγε με αναφιλητά, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια της, γυμνά, να ακουμπάνε στο παγωμένο δάπεδο. Ο Τότας ανακάτεψε τη στάχτη, με αποτέλεσμα, τα κάρβουνα που είχαν απομείνει, να αρχίζουν να κοκκινίζουν. Έριξε μερικά ξερά ξύλα και περίμενε να ανάψουν. Μόλις άναψαν, έριξε δυο μεγάλα κούτσουρα και πήγε στον νεροχύτη για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του, αλλά οι σωλήνες είχαν παγώσει. Πάνω στον πάγκο υπήρχε ένα παγούρι γεμάτο. Πήρε μια πετσέτα, την έβρεξε και καθάρισε το πρόσωπό του από το ξεραμένο αίμα. Η μύτη του είχε πρηστεί, το καταλάβαινε. Την ένιωθε να καίει. Σίγουρα θα άρχιζε να μελανιάζει σε λίγο. Κοίταξε την Δήμητρα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Τον είχε κερατώσει, ένα νιάνιαρο. Αυτός με τόση εμπειρία στις γυναίκες, είχε απατηθεί από μια άβγαλτη.
«Πες μου, αν έχεις το Θεό σου, γιατί το ’κανες αυτό;», την ρώτησε.
Τίποτα. Καμιά απάντηση.
«Πες μου, γιατί;», την ξανά ρώτησε.
Δεν απάντησε, πάλι.
«Ντύσου, να σε πάω σπίτι σου.».
Η Δήμητρα σηκώθηκε, πήρε τα ρούχα της και ντύθηκε. Δεν σήκωσε το κεφάλι της, καθόλου, από φόβο μην αντικρύσει το βλέμμα του Τότα. Όταν βγήκαν από το καταφύγιο,  την οδήγησε στην θέση του συνοδηγού έκανε τον γύρο και κάθισε πίσω από το τιμόνι. Πριν ξεκινήσουν, γύρισε να την κοιτάξει. Εκείνη, κράταγε ένα χαρτομάντιλο, που είχε βγάλει νωρίτερα από την τσάντα της, κάτω από την μύτη της και συνέχιζε κλαίει. 
Στην διαδρομή κανένας από τους δύο δεν μίλησε. Μόλις έφτασαν στο σπίτι της, εκείνος έσβησε την μηχανή. 
«Κατέβα!», την πρόσταξε.
Εκείνη τράβηξε το πόμολο, ανοίγοντας την πόρτα.
«Να μην σε ξανά δω στα μάτια μου! Τι θα πεις στους δικούς σου δεν με ενδιαφέρει. Μόνο να μην μου ζητήσουν το λόγο, γιατί τότε την έβαψες. Θα μάθουν όλοι τι κουμάσι είσαι!».
Κλείνοντας η πόρτα, έβαλε ’μπρος την μηχανή και χάθηκε στο σκοτάδι. 
Η Δήμητρα μπήκε στο σκοτεινό σπίτι, όσο πιο σιγά μπορούσε για να μην ξυπνήσει τους δικούς της και πήγε στο δωμάτιο της. Γδύθηκε, έβαλε τις πυτζάμες της και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Αγκάλιασε το μαξιλάρι της κι έπνιξε σ’ αυτό τους λυγμούς της. Δεν την ένοιαζε για τον Τότα. Δεν τον είχε αγαπήσει και δεν μετάνιωνε που την έδιωξε. Μετάνιωνε για αυτό που είχε κάνει στον Χάρη. Ήταν πολύ πρόστυχο, το ήξερε. Τώρα δεν θα ήθελε να την ξανά δει, πόσο μάλλον να της ξανά μιλήσει. Είχε χάσει ότι πιο όμορφο είχε τύχει στην μέχρι τώρα ζωή της. 
Ο Τότας δεν ήξερε που να πάει. Στο καταφύγιο, ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Το μπαρ τέτοια ώρα θα ήταν κλειστό. Στο σπίτι του. Κατευθύνθηκε προς τα ’κει. Έβαλε το φορτηγάκι στο δρομάκι της αυλής του, κατέβηκε και μπήκε μέσα. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του, το κρύο τον τύλιξε κι έσφιξε η καρδιά του. Αλλά δεν ήταν μόνο το κρύο. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών των είχαν εξαντλήσει, σωματικά και ψυχικά. Αναρωτιόταν τι αμαρτίες πλήρωνε. Πήγε στο χολ και προσπάθησε να ανάψει την σόμπα, μπας και ζεστάνει το χώρο. Όταν η φωτιά άναψε καλά και ζεστάθηκε το μαντέμι, η θέρμη απλώθηκε σε όλο το σπίτι, αλλά δεν έφτασε ποτέ ως την καρδιά του. Είχε τσαλακωθεί η περηφάνια του και η αξιοπρέπειά του. Απατημένος δις και μάλιστα μέσα σε λίγες μέρες, από δύο γυναίκες που δεν το περίμενε ποτέ, ένιωθε ότι ήταν πάρα πολλά μαζεμένα. Γιατί η μια υποτίθεται τον αγαπούσε απόλυτα ενώ η άλλη υποτίθεται ότι ήταν εύκολος στόχος. Πόσο έξω είχε πέσει. 
«Γυναίκες..... Ανάθεμα αν θα καταλάβω ποτέ.....», σκέφτηκε, βάζοντας σε ένα ποτήρι λίγο κονιάκ. Κάθισε στον καναπέ του σαλονιού του και μέχρι το πρωί είχε πιει όλο το μπουκάλι. Η αυγή τον βρήκε καθιστό, με μάτια κατακόκκινα από το ποτό και την αϋπνία, με την μύτη του πρησμένη και μελανιασμένη και τις αντοχές του κουρελιασμένες.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....η’

Η Ρόζα άνοιξε την βαλίτσα κι έβγαλε όλα τα ρούχα έξω. Πάνω στην απελπισία της, δεν ήταν σίγουρη, αν αυτά που κουβάλησε μαζί της, ήταν αυτά που έπρεπε. Όπως τα τακτοποιούσε ξανά μέσα, στα χέρια της έπεσε ένα σετ εσώρουχα. Το είχε αγοράσει μερικές μέρες πριν μάθει τα μαντάτα, για ’κείνον, να του κάνει έκπληξη. Της ήρθε η επιθυμία να το σκίσει και να το πετάξει, αλλά τελικά δεν το ’κανε.
Κρατώντας το ακόμη στα χέρια της, άφησε τη δουλειά της στη μέση και κάθισε στο κρεβάτι. Δάκρυα εμφανίστηκαν στις άκρες των ματιών της, αλλά τα συγκράτησε. Δεν ήθελε να κλάψει. Δεν άξιζε τον κόπο. Το να κάθετε και να κλαίει την μοίρα της, δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα της. Ήταν μια γυναίκα που δεν χρειάζονταν, έναν άντρα σαν κι αυτόν. Τώρα που έπεσαν οι μάσκες και κατάλαβε με τι άνθρωπο είχε να κάνει, έπρεπε να πάρει την σωστή απόφαση. Και η μόνη σωστή απόφαση ήταν, να τον χωρίσει. 
Η αξιοπρέπειά της, δεν την άφηνε ούτε να σκεφτεί το ενδεχόμενο ότι, υπήρχε ξανά περίπτωση να την αγγίξει. Τον σιχαίνονταν. Όταν εκείνο το απόγευμα τον είδε, μετά από τόσο καιρό, η καρδιά της κόντεψε να την προδώσει. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του, να κλείσει τα μάτια και να παραδοθεί  άνευ όρων, όμως την στιγμή που άνοιξε το στόμα του και παραδέχθηκε τι είχε κάνει, της ήρθε η επιθυμία να τον ξεσκίσει με τα ίδια της τα χέρια. Ούτε αυτό του άξιζε. Εξάλλου, δεν της άρεσαν οι μελοδραματισμοί. Ας πήγαινε με όποια ήθελε. Σκασίλα της. Ας πήγαινε με όλες τις γυναίκες του κόσμου. Αυτή τη γυναίκα όμως, δεν θα την ξανά είχε Ποτέ πια.  Θα άνοιγε τα φτερά της και θα πέταγε για αλλού. Δεν τέλειωνε η ζωή με ένα χωρισμό. 
Σηκώθηκε, πέταξε το σετ πάνω στο κρεβάτι και μπήκε στο μπάνιο. Γέμισε την μπανιέρα με ζεστό νερό και αφρόλουτρο κι έμεινε εκεί, μέχρι που το νερό κρύωσε. Τυλίχτηκε σε μια πετσέτα, στέγνωσε τα μαλλιά της και βγήκε στο δωμάτιο. Τα μάτια της έπεσαν πάλι στα εσώρουχα. 
«Φέρ’ τα ’δω! Θα τα βάλω! Γιατί όχι; Καινούρια εσώρουχα, καινούρια ζωή!», είπε στον εαυτό της.
Τα έβαλε και θαύμασε το είδωλό της στον καθρέφτη. Η δανδέλα αγκάλιαζε απαλά το σώμα της και για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες, ένιωσε όμορφα. Μπορεί να της έλειπαν μερικοί πόντοι σε ύψος, αλλά με το σώμα της, πάντα, ένιωθε άνετα. Δεν ήταν αδύνατη. Για το ύψος της, τα κιλά της ήταν αυτά που έπρεπε. Κι αν έκρινε, από τις ματιές που τις έριχναν οι άντρες στο δρόμο, μάλλον ήταν ακόμη επιθυμητή. 
Από τα ρούχα που είχε μέσα κι έξω από τη βαλίτσα, διάλεξε ένα μαύρο παντελόνι που την κολάκευε στα σωστά σημεία, ένα πουλόβερ στο χρώμα της φωτιάς, έβαλε τις μπότες, το παλτό της και βγήκε από το ξενοδοχείο.
Χιόνιζε. Σήκωσε το κεφάλι της, αφήνοντας τις νιφάδες να χαϊδέψουν το πρόσωπό της και χαμογέλασε. Μια νέα αρχή ξεκίναγε. Έπρεπε να είναι αισιόδοξη. Κατηφόρισε το δρόμο. Ήταν ήσυχα. Όλα ήταν κάτασπρα. Η μόνη παραφωνία στο τοπίο ήταν οι καπνοδόχοι των σπιτιών που κάπνιζαν χαλώντας τη γαλήνη του άσπρου, σπιλώνοντάς το αλύπητα. 
«Άσπρο, το χρώμα της αγνότητας, που λερώνεται τόσο εύκολα. Όσο κι αν προσπαθήσεις μετά να το καθαρίσεις ή σημάδι θα μείνει ή θα γαριάσει.» Έδιωξε αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. 
Δεν ήθελε να χαλάσει την γαλήνη και την ηρεμία του τοπίου που γέμιζε την ψυχή της με αγαλλίαση, αλλά ο Θεός είχε άλλο τρόπο για να τα χαλάσει όλα. Χωρίς να το καταλάβει, πάτησε σε ένα σημείο στο πεζοδρόμιο που ήταν παγωμένο και βρέθηκε φαρδιά πλατιά, στο παγωμένο χιόνι.




Ο Νώντας είχε να καπνίσει πάνω από τρία χρόνια. Αυτό, ήταν το τελευταίο τσιγάρο, από το πακέτο που είχε στο κάτω συρτάρι του γραφείου του, που δεν χρησιμοποιούσε συχνά. Καθώς κάπνιζε, κοίταζε έξω από το παράθυρο και σκέφτονταν τι είχε προηγηθεί, το προηγούμενο απόγευμα με τον Τότα. Από εκείνη την ώρα και μετά δεν σκέφτονταν τίποτα άλλο. Δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Γι’ αυτό τα κάπνισε όλα. Ήξερε ότι φέρθηκε πολύ σκληρά. Οι ανοχές του είχαν τελειώσει, όμως. Φίλος, ξε φίλος, κάποιος έπρεπε μια μέρα να τον βάλει στη θέση του. Αυτό που τον πείραξε περισσότερο, δεν ήταν το τι είχε κάνει στην Ρόζα, το ’χε ξανά κάνει και με άλλες. Αυτό, που πραγματικά τον έβγαλε από τα ρούχα του ήταν, η κατηγόρια. Τόσα χρόνια, ούτε μια φορά δεν του ’χε δώσει το δικαίωμα. Άσε που ο δικός του σταυρός ήταν βαρύτερος. Ακόμη, κατά κάποιο τρόπο, πενθούσε την Ναταλία κι ας είχαν περάσει πέντε χρόνια. Έκανε μερικές περιστασιακές σχέσεις μετά τον χαμό της, καμία, όμως, δεν είχε αίσιο τέλος. Κρατούσε απόσταση. Φοβόταν την απώλεια. Δεν  άντεχε άλλο χωρισμό. Καθώς σκέφτονταν όλα αυτά, την είδε.
«Μα καλά....Τι κάνει αυτή έξω με τέτοιο καιρό;», σκέφτηκε.
Την μια στιγμή την έβλεπε, την άλλη την έχασε από το οπτικό του πεδίο. Χάθηκε μπροστά, από τον χιονισμένο φράχτη της αυλής του. 
Βγήκε προσεκτικά από το σπίτι και πήγε κοντά της. Τη βρήκε καθισμένη στο παγωμένο πεζοδρόμιο να βρίζει. Κράταγε τον αριστερό γοφό της, ενώ οι λέξεις έβγαιναν με μανία από το στόμα της, ανακατεμένες στον αχνό της ανάσας της. Σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε. 
«Είσαι καλά; Χτύπησες;», την ρώτησε και την έπιασε από τα χέρια, για να τη σηκώσει.
«Λίγο.... Αχ.... Εδώ στον γοφό...... Περίμενε..... Δεν μπορώ να σηκωθώ.....». Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει από τον πόνο και το κρύο. 
«Έλα, σιγά σιγά, προσπάθησε. Δώσε δύναμη στο άλλο πόδι που δεν σε πονάει..... Μη φοβάσαι.... Σε κρατάω.....».
Εκείνη, ακολούθησε τις συμβουλές του και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια. Μόλις τα κατάφερε, χωρίς να τον αφήσει, έκανε ένα βήμα μπροστά, ξανά γλίστρησε και έπεσε στην αγκαλιά του. Στα ρουθούνια του Νώντα, ήρθε η μυρωδιά από πικραμύγδαλο. Έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια του κι ένιωσε το άρωμα να φτάνει ως τα τρίσβαθα της ψυχής του. Μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, κατάφερε να αιχμαλωτίσει την καρδιά του. Την ίδια στιγμή, ένα αίσθημα  προστασίας βγήκε στην επιφάνεια, κάνοντάς τον να νιώθει υπεύθυνος, για ότι θα της συνέβαινε από εκεί και μετά.
Την πήγε προσεκτικά στο σπίτι, την οδήγησε στο σαλόνι και την έβαλε να καθίσει στον καναπέ. 
«Περίμενε εδώ!», την πρόσταξε και χάθηκε στα μέσα δωμάτια. 
Η Ρόζα κοίταξε τριγύρω. Δίπλα στο μεγάλο παράθυρο βρίσκονταν ένα γραφείο και πίσω από αυτό μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Μπροστά της είχε ένα χαμηλό μαύρο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα τασάκι, γεμάτο γόπες κι ένα ποτήρι με καφέ. Απέναντι, στερεωμένη στον τοίχο, μια μεγάλη τηλεόραση και δίπλα, μερικά ράφια με διάφορα διακοσμητικά.  Αριστερά και δεξιά της είχε δύο πολυθρόνες στα ίδια χρώματα με τον καναπέ. Ο χώρος φαίνονταν τακτοποιημένος. Σίγουρα, κάποια γυναίκα είχε βάλει το χέρι της. 
«Κανένας άντρας δεν μπορεί να είναι τόσο τακτικός και καθαρός.», σκέφτηκε.  
Έβγαλε το μπουφάν της και το άφησε κοντά της. Από κάπου μέσα στο σπίτι ακούγονταν πόρτες -ντουλάπια;- να ανοίγουν και να κλείνουν. Ο γοφός της δεν πόναγε πολύ, αλλά σίγουρα μέχρι το βράδυ θα είχε μελανιά. Έγειρε το κεφάλι της και άφησε την ζεστασιά του σπιτιού να την τυλίξει. Για κάποιο παράξενο λόγο, ένιωθε ασφάλεια. Όλη η κούραση από την αϋπνία και την συναισθηματική φόρτιση ήρθε στην επιφάνεια και έκλεισε τα μάτια. Χωρίς να το καταλάβει, την πήρε ο ύπνος.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....ζ’

«Πες μου, τώρα τι συμβαίνει με σένα και τη Ρόζα!!! Τώρα! Τώρα, αλλιώς σε σπάω στο ξύλο! Με ποιο δικαίωμα;», φώναζε τόσο δυνατά, που τα πνευμόνια του άρχισαν να πονάνε.
«Σταμάτα, Χριστιανέ μου, να μιλήσουμε και μην φωνάζεις! Δεν έχω τίποτα, με την γυναίκα! Τυχαία την συνάντησα και πιάσαμε κουβέντα!», ο Νώντας προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του.
Που να ’ξερε ότι ο Τότας του είχε στήσει καρτέρι, έξω από το σπίτι; Μόλις γύρισε από την πόλη, έβαλε το αυτοκίνητο στο γκαράζ.  Πριν καλά καλά βγει από εκεί, τον πλησίασε ο Τότας απειλητικά φωνάζοντάς του.
«Εμένα άλλα μου είπαν.....», πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, ο Νώντας τον διέκοψε.
«Φτάνει, ρε, εξυπνάκια που θες να βγεις κι από πάνω. Πάμε μέσα στο σπίτι, να μιλήσουμε σαν άντρες. Οι γυναικούλες τσακώνονται στις ρούγες, ηλίθιε!». 
Ο Τότας κοκκίνισε από θυμό, αλλά ο Νώντας είχε δίκιο. Αν μαθαίνονταν στο χωριό για την Ρόζα, την είχε άσχημα. Θα μάθαινε και η Δήμητρα και θα γίνονταν χαμός. Δεν θα ήξερε από που να τα συμμαζέψει.
Μπήκαν μαζί μέσα στο σπίτι και ο Νώντας άναψε τα φώτα. Κατευθύνθηκαν στο σαλόνι. Κανένας από τους δυο τους δεν κάθισε.
Ο Τότας, όντας ανυπόμονος και εκνευρισμένος, ρίχτηκε πάλι στον Νώντα, φραστικά.
«Αυτό που έκανες δεν ξεπλένεται με τίποτα! Τι δουλειά είχες στο ξενοδοχείο μαζί της; Η Ρόζα ανήκει σε μένα!».
«Τι σου ανήκει, βρε παλιάνθρωπε, που τόσα χρόνια όλοι, κάνουμε τα στραβά μάτια, στις βλακείες που κάνεις; Μέχρι τώρα δεν ανακατεύτηκα, γιατί δεν μ’ ένοιαζε για τις γυναίκες που άφηνες πίσω πληγωμένες. Εσύ ήσουν ο φίλος μου και κοίταγα πάντα, να σε δικαιολογώ. Το ίδιο προσπάθησα να κάνω και με την Ρόζα, αλλά όταν είδα πόσο βαθιά σημάδια έχεις αφήσει στην ψυχή της, το ξανά σκέφτηκα!».
«Να μη σε νοιάζει! Είναι δική μου υπόθεση και δεν θα σου επιτρέψω.....».
«Συγγνώμη που το λέω στα μούτρα σου, αλλά η απόφαση ανήκει στη Ρόζα και μόνο. Ήδη έχει καταλάβει τι λαμόγιο είσαι..... και το σκέφτεται σοβαρά, αν θα γυρίσει πίσω ή όχι.».
«Αποκλείεται!!!!!!! Σε προειδοποιώ! Αν την πλησιάσεις έστω και στα δέκα μέτρα, σε καθάρισα!».
Ο Νώντας, το κοίταξε από πάνω ως κάτω, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Αυτός ήταν ο Γιάννης, που έκαναν παρέα από το δημοτικό; Τι ήταν αυτό που ανακάλυψε τώρα και τον έκανε να νιώθει, ταυτόχρονα, απέχθεια και λύπη γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Κούνησε το κεφάλι του και θυμήθηκε τι είχε δει νωρίτερα. Μάλλον τον λυπόταν περισσότερο, παρά τον μισούσε. Οι επόμενες λέξεις βγήκαν από το στόμα του, χωρίς να το καταλάβει και την ίδια στιγμή τις μετάνιωσε, αλλά ήταν πολύ αργά, για να τις πάρει πίσω.
«Κι αυτόν που πλησιάζει την Δήμητρα, σε λιγότερο από λίγα χιλιοστά, τι θα τον κάνεις;».
«Τι είπες, ρε;», ο Τότας έβαλε το χέρι στο στέρνο του Νώντα, έπιασε το πουλόβερ με δύναμη κι έσπρωξε το σαγόνι του ψηλά, κάνοντάς τον να κοιτάξει το ταβάνι για λίγο. Αστραπιαία, έβαλε το δικό του χέρι στον πήχη του χεριού που τον έσφιγγε και το ξεκόλλησε από πάνω του, βίαια. Τα μαύρα μάτια του σκοτείνιασαν και κοίταξαν τον Τότα απειλητικά.
«Μην το ξανά κάνεις αυτό!», είπε μέσα από τα δόντια του.
Ο Τότας πισωπάτησε και ο θυμός του εξατμίστηκε. Ο Νώντας υπερτερούσε σε ύψος και σε δύναμη. Κανείς δεν μπορούσε να τον αμφισβητήσει. Ήταν σε όλους γνωστό ότι, ο Νώντας μπορούσε να τα βάλει με δέκα και να την γλιτώσει, μόνο, με μερικές αμυχές. 
«Φύγε από το σπίτι μου! Δεν αξίζεις ούτε στο ελάχιστο  τη Ρόζα, αλλά δεν αξίζεις ούτε την δική μου φιλία πια. Από ’δω και πέρα, είσαι μόνος σου.».
Ο Τότας έσκυψε το κεφάλι του και βγήκε στον παγωμένο αέρα. Είχε πάει με τα πόδια ως εκεί, βγαίνοντας από την πίσω πόρτα του σπιτιού του, για να μην τον δει η κυρά Μαρία. Κατευθύνθηκε προς το μπαρ, με το κεφάλι ακόμη σκυφτό και γεμάτο από τις τελευταίες κουβέντες του Νώντα. 


Ο Χάρης, ανακάτεψε τα ξύλα στο τζάκι που είχαν ανάψει πριν από μερικές ώρες μαζί με την Δήμητρα και έριξε μέσα μερικά κούτσουρα, για να δυναμώσει τη φωτιά. Η ζεστασιά της άρχισε να απλώνεται, σε όλο το χώρο. Η Δήμητρα πλησίασε και αγκάλιασε τον Χάρη από πίσω, ακουμπώντας το κεφάλι της στην πλάτη του. 
«Ότι και να γίνει, να ξέρεις ότι μόνο εσένα αγαπώ και θέλω.», του είπε.
Ο Χάρης άνοιξε τα χέρια της και την έφερε μπροστά του. Έβαλε το κεφάλι της ανάμεσα στις παλάμες του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω.»
«Τίποτα δεν εννοώ.... Απλά, θέλω να το ξέρεις.».
«Πες μου! Και νωρίτερα στην καφετέρια δεν ήθελες να μου πεις και άλλαξες κουβέντα.».
«Μην δίνεις σημασία...... Απλά, νιώθω ανασφάλεια. Αυτό μόνο.».
«Ανασφάλεια με μένα; Γιατί; Δεν σου έχω αποδείξει, πόσο πολύ σε θέλω;». 
Και για να επιβεβαιώσει τα λόγια του, τη φίλησε δυνατά στο στόμα, με όλο το πάθος των νεανικών του χρόνων. Εκείνη ανταποκρίθηκε με θέρμη και σε λίγα λεπτά, βρέθηκαν ξανά στο σημείο από ’που είχαν ξεκινήσει.
Το καταφύγιο βρίσκονταν στις παρυφές του βουνού, ανάμεσα στα πρώτα δέντρα του μεγάλου δάσους, που εξαπλώνονταν σε όλη την πλαγιά, σχεδόν, ως την κορυφή. Η νύχτα ήταν ανέφελη και σκοτεινή, με αποτέλεσμα το κρύο να είναι πιο τσουχτερό. Η Δήμητρα, εξουθενωμένη, αγκάλιασε πιο σφιχτά τον Χάρη κι έκλεισε τα μάτια της. Εκεί, στο κρεβάτι δίπλα από το τζάκι, ήρθε ο Μορφέας και τους τύλιξε στα πέπλα του, ταξιδεύοντάς τους στον κόσμο των ονείρων. Χωρίς να το καταλάβουν, η φωτιά, άρχισε να σβήνει.


Ο Τότας το μετάνιωσε. Έκανε μεταβολή και πήγε στο σπίτι του. Ανέβηκε στο φορτηγάκι και κατευθύνθηκε προς το βουνό. Κάθε φορά που τον προβλημάτιζε κάτι, ανέβαινε ως το τελευταίο καταφύγιο κι εκεί, ανάμεσα στα δέντρα, μέσα στην ησυχία, ξεκαθάριζαν οι σκέψεις του. Κάποτε έκανε μια εβδομάδα να κατέβει από εκεί πάνω, με αποτέλεσμα να τον ψάχνουν οι χωριανοί του, μαζί με τους δασάρχες. Απόψε, όμως, δεν μπορούσε να πάει τόσο ψηλά. Τα χιόνια είχαν κλείσει σίγουρα τον δρόμο, αλλά δεν τον πείραζε. Το πρώτο καταφύγιο ήταν μια χαρά. Με τέτοιο καιρό, ποιος θα ανέβαινε σε τόσο αφιλόξενο μέρος;
Μισή ώρα μετά, έφτασε στον προορισμό του. Μέσα στο σκοτάδι, δεν πρόσεξε το άλλο αυτοκίνητο που βρίσκονταν πίσω δεξιά, γιατί οι σκιές, το έκρυβαν από την κοινή θέα. Έσβησε την μηχανή, πήρε τον φακό στα χέρια του, τον άναψε, κατέβηκε και άγγιξε το πόμολο της πόρτας. Έπιασε το αφτί του μερικά ψιθυρίσματα και περίεργους θορύβους, αλλά τα απέδωσε στο δάσος. Δεν κατάλαβε ότι, έρχονταν μέσα από την καλύβα. Καθώς άνοιξε την πόρτα και πρότεινε τον φακό μπροστά για να βλέπει, αντίκρισε ένα μισόγυμνο άντρα να τον κοιτά, με τα χέρια ανοιχτά, σαν να έκρυβε κάτι από πίσω του. Αυτό το κάτι, έβγαλε το κεφάλι του στο πλάι και ο Τότας, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.
«Δήμητρα;;;;;;;;».
«Γιάννη;;;;;».
«Τι έγινε ρε παιδιά; Γνωρίζεστε;», ο Χάρης κατέβασε τα χέρια του και έκανε πιο ’κει, αποκαλύπτοντας μια Δήμητρα, η οποία είχε μόλις προλάβει να βάλει,  το σλιπ και την μπλούζα της.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

The lover boy....στ’

Ο Νώντας άνοιξε τα μάτια του, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και στο στόμα του είχε τη γεύση του τσιγάρου και του αλκοόλ. Έκανε να σηκωθεί, αλλά ξανά ’πεσε  στο μαξιλάρι βαρύς.  
«Το μπαρ!», θυμήθηκε.  
Εκείνος, η Ρόζα, η κουβέντα. Μα τι της έλεγε μέχρι της έξι και μισή το πρωί; Σηκώθηκε σιγά σιγά και άναψε το φως. Του φάνηκε τόσο δυνατό που μισόκλεισε τα βλέφαρά του. Όχι, δεν της είχε πει εκείνος. Εκείνη μονοπωλούσε την κουβέντα. Για πρώτη φορά, μετά από δύο χρόνια, έμαθε την άλλη πλευρά της ίδιας ιστορίας. Όλο τον προηγούμενο καιρό, γνώριζε μόνο, αυτά που του ’χε πει ο Τότας. Τώρα είχε σφαιρική εικόνα. 
Όσο θυμόταν τι είχε διαδραματιστεί, τόσο ο πονοκέφαλος γίνονταν πιο ξεκάθαρος. Πήγε στο μπάνιο και άνοιξε το ντουλαπάκι που είχε τα παυσίπονα. Πήρε δύο στο χέρι του, άνοιξε τον νιπτήρα, τα κατάπιε και ήπιε νερό κατευθείαν από την βρύση. Γύρισε στο δωμάτιο και ξάπλωσε ξανά, μέχρι ο πονοκέφαλος να γίνει έστω λίγο υποφερτός. 
Τόσο καιρό ήξερε από τον φίλο του ότι η Ρόζα ήταν μια- δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα- κοπέλα που ζούσε στην Γερμανία, επειδή μετά τις σπουδές της  η ευκαιρία της δόθηκε εκεί για δουλειά. Ο Τότας την είχε γνωρίσει, όταν ανέβηκε σε εκείνη την πόλη για να αγοράσει το φορτηγάκι, που μέσω internet, του’χε φανεί σαν μια, πολύ καλή, ευκαιρία. Η Ρόζα ήταν στο τμήμα πωλήσεων και έτσι η γνωριμία, ήταν αναπόφευκτη. 
Από τον ίδιο, είχε μάθει ακόμη ότι η συγκεκριμένη ήταν εντάξει, για να περνάει καλά, αλλά δεν τον ενδιέφερε για κάτι περισσότερο. Εξάλλου, οι ερωτικές ιστορίες εξ’ αποστάσεως, ποτέ δεν έχουν το προσδοκώμενο τέλος. 
Η Ρόζα, όμως είχε πιστέψει όλα όσα της είχε υποσχεθεί. Ότι μια μέρα θα έρχονταν να την πάρει από εκεί. Ότι την αγαπούσε. Ότι δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη και ότι ο καιρός πλησίαζε για την μεγάλη μέρα. Πως το ’χε κάνει ο Τότας αυτό σε μια τόσο τόσο..... -δεν έβρισκε την λέξη- κοπέλα; Ένιωθε ένοχος. Ένιωθε ότι αυτός ήταν που την είχε προδώσει,  μόνο και μόνο επειδή ο Τότας του ’χε πει ότι η Ρόζα ήταν σαν όλες τις άλλες και ο ίδιος δεν έκανε καν την προσπάθεια να σκεφτεί ότι ίσως, να μην ήταν. Αφού τον ήξερε. Τέτοιος ήταν πάντα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε βλακεία με γυναίκα, αλλά δεν το ’χε σκεφτεί και τώρα, ένιωθε το ίδιο σκάρτος με τον φίλο του. 
Το κινητό του ακούστηκε από κάπου μακριά, βαθιά; Που να το είχε παρατήσει; Σηκώθηκε κι έψαξε στο μπουφάν του. Στην εσωτερική τσέπη το βρήκε, αλλά δεν το πρόλαβε. Η κλήση είχε απορριφθεί. Κοίταξε το νούμερο και το όνομα που εμφανίζονταν στην οθόνη. 
«Ωχ! Δεν μου αρέσει αυτό!», σκέφτηκε.
Ο Τότας τον είχε πάρει καμιά δεκαριά φορές. Τι του έκανε εντύπωση; Κάποιος θα του τα ’χε προλάβει τα μαντάτα. Τόσοι ήταν μέσα στο μαγαζί. Το έκλεισε τελείως και το πέταξε στη καρέκλα που βρίσκονταν δίπλα στον καλόγερο. Ο πονοκέφαλος είχε σχεδόν περάσει. Άλλαξε ρούχα και ετοιμάστηκε να φύγει. Θα πήγαινε στην πόλη να πιει κανένα καφέ. Ίσως έβρισκε  κανένα γνωστό,  να περάσει την ώρα του και  να ξεκαθαρίσει λίγο το μυαλό του από την θολούρα της προηγούμενης βραδιάς.
Μισή ώρα αργότερα, έφτασε στο κέντρο, έβαλε το αυτοκίνητο στο πάρκιν που ήταν εκεί κοντά και πήγε στην καφετέρια που μάζευε τον πιο πολύ κόσμο. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ένα βουητό από χαρούμενες κουβέντες ακούγονταν από όλη την αίθουσα. Παρά το τσουχτερό κρύο, το μαγαζί ήταν γεμάτο. Προχώρησε προς το μπαρ, όταν άκουσε να φωνάζουν το όνομά του από μια παρέα τεσσάρων ατόμων στα δεξιά. Κατευθύνθηκε προς αυτούς και κάθισε ανάμεσα τους, χαμογελώντας. Παρήγγειλε καφέ στο σερβιτόρο, όταν κάτι στο βάθος του μαγαζιού τράβηξε την προσοχή του. Ήταν δυνατόν; Αυτή που φιλιόταν με τον νεαρό να ήταν η.........
Μόλις ξεκόλλησε από την αγκαλιά του πιτσιρικά τότε την είδε ξεκάθαρα. Η Δήμητρα, με τον..... Ποιος να ’ταν αυτός; Πάντως, όποιος και να ήταν, σίγουρα είχε πολλά υπέρ, απέναντι στον Τότα. Το πιο βασικό; Ήταν συνομήλικός της. Δεν ήθελε και πολύ φιλοσοφία! Η μικρή είχε την καβάτζα της και τι καβάτζα; Τον θεό Απόλλωνα, αυτοπροσώπως!!!!!
«Α, ρε Τότα...... Καλά να πάθεις!!!!!», σκέφτηκε ο Νώντας και γύρισε το κεφάλι του στην παρέα, γελώντας  ικανοποιημένος που για μια φορά ο συγκεκριμένος άνθρωπος, πληρώνονταν με το ίδιο νόμισμα και μάλιστα από εκεί που δεν το περίμενε με τίποτα!


Η Δήμητρα, έσπρωξε τον Χάρη μακριά της.
«Φτάνει! Μας βλέπει ο κόσμος!», του είπε.
«Και τι μας νοιάζει ο κόσμος; Εγώ έχω να σε δω τρεις ολόκληρες μέρες!!!!!».
«Έλα, ρε Χάρη! Άσε με σε παρακαλώ!».
«Δεν σε αφήνω! Μου έλειψες!», της είπε και την ξανά βούτηξε.
«Άσε με σου λέω, μην μπει μέσα κανένας γνωστός και μας δει!».
«Ας μας δουν. Εγώ σε θέλω και θέλω όλοι να το ξέρουν.... εκτός κι αν..... », ο Χάρης σοβάρεψε, ξαφνικά.
«Τι συμβαίνει; Ποιος να μην μας δει και γιατί;», συνέχισε.
«Ωωω, μην γίνεσαι μελοδραματικός...... Εννοώ από τους δικούς μου. Σου έχω πει ότι είναι αυστηροί και λίγο σκουριασμένα μυαλά.... Δεν θέλουν να δίνουν δικαιώματα για σχόλια και τέτοια.... Ξέρεις τώρα.... βλακείες. ».
«Ε, τότε να έρθω στο σπίτι σου και να τους γνωρίσω, για να μην έχουμε πια πρόβλημα!»
«Όχι!».
«Γιατί όχι; Εντάξει, δεν λέω, είμαστε πολύ νέοι για γάμους και μ.....κίες, αλλά τουλάχιστον, θα μπορούμε να βλεπόμαστε συχνότερα και χωρίς να γίνονται σχόλια.......».
«Είπα, όχι!».
«Γιατί;».
«Γιατί..... Ωωωω πάμε να φύγουμε σε παρακαλώ!».
«Αλλάζεις κουβέντα.....».
«Δεν αλλάζω τίποτα! Πάμε κάπου οι δυο μας να σου δείξω πόσο πολύ μου έλειψες κι εμένα...... Έλα σε παρακαλώ..... Την κάνουμε άλλη φορά αυτή την κουβέντα. Τώρα δεν θέλω να κουβεντιάσω....... Θέλω.....», κι έσκυψε στο αφτί του για να του πει ακριβώς τι ήθελε να του κάνει.
Χωρίς να σκεφτεί περισσότερο ο Χάρης, σηκώθηκε από τον καναπέ που κάθονταν και την τράβηξε μαζί του στην έξοδο. Περνώντας ανάμεσα από τα τραπέζια, η ματιά της έπεσε στον Νώντα. 
«Που τον έχω ξανά δει αυτόν;», αναρωτήθηκε, αλλά όχι για πολύ. Μόλις μπήκαν στο αυτοκίνητο του Χάρη και κατευθύνθηκαν προς το καταφύγιο, ξέχασε τα πάντα κι επικεντρώθηκε στην υπόσχεση που του είχε δώσει λίγο νωρίτερα......