Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Υπέρ άνω υποψίας. δ’

Καλοκαίρι. Έναστρος ουρανός, με απαλό αεράκι. Στο τέλος της οδού Ανθέων, η καγκελόπορτα του φράχτη, είναι διάπλατα ανοιχτή. Λιμουζίνες, η μία πίσω από την άλλη, ακολουθούν τα αναμμένα φαναράκια, που είναι τοποθετημένα προσεκτικά στις δυο πλευρές του δρόμου, για να καταλήξουν στην είσοδο του μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος. Οι πόρτες τους ανοίγουν κι από μέσα κατεβαίνουν γυναίκες στολισμένες με τουαλέτες και ακριβά κοσμήματα, συνοδευόμενες από άντρες που φορούν σμόκιν. Όλοι κατευθύνονται στην μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί μέσα στο  σπίτι κι από εκεί στον κήπο.
Η μεγάλη δεξίωση γίνεται προς τιμήν της γυναίκας του υπουργού υγείας, που έχει τα γενέθλιά της. Ο υπουργός χαμογελά αυτάρεσκα, καθώς υποδέχεται τους καλεσμένους του. Η γυναίκα του είναι όμορφη, έξυπνη, μορφωμένη και πάνω από όλα νέα. Μόλις τριάντα πέντε ετών. Αυτός έχει ήδη κλείσει τα εξήντα. Την γνώρισε πριν τρία χρόνια στην κλινική που εργάζονταν, όταν χρειάστηκε να νοσηλευτεί, με πρόβλημα στην καρδιά. Αυτή τον κούραρε. Μέχρι να πάρει εξιτήριο, το ειδύλλιο είχε αναπτυχθεί. Λίγους μήνες μετά, ήταν ήδη παντρεμένοι. 
Η προσέλευση των καλεσμένων τελείωσε και όλα έδειχναν ότι η βραδιά θα είχε μεγάλη επιτυχία. Και είχε. Για βδομάδες μίλαγαν στους κύκλους της καλής κοινωνίας για το τι φορέθηκε, ποιοι παρεβρίσκοντω και ποιοι όχι, τι έφαγαν και τι ήπιαν. Ακόμη και οι εφημερίδες της εποχής, το ’χαν πρωτοσέλιδο, για δυο μέρες, τουλάχιστον. Κανένας, όμως, δεν έμαθε ποτέ, τι πραγματικά έγινε εκείνο το βράδυ, λίγες ώρες μετά την έναρξη της δεξίωσης, ούτε ποτέ συνέδεσε το ένα γεγονός με το άλλο. Την παραίτηση του υπουργού και την αυτοκτονία του δύο μήνες μετά. 
......
Ο Ευγένιος χαμογέλασε, χαιρέκακα. Εκείνο το πάρτυ ήταν που τον καθιέρωσε, ολοκληρωτικά.  
«Η καημένη η Αλεξάνδρα. Άραγε, τι να έγινε από τότε;», αναρωτήθηκε.
Όταν συνήλθε από το σοκ της πτώσης, τράβηξε τα βήματά του στην βιβλιοθήκη και πήγε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, που έβλεπε στον κήπο. Σήκωσε την κουβέρτα και κάθισε. Την έριξε στα πόδια του. Το βλέμμα του χάθηκε στα γυμνά δέντρα και το ξερό γκαζόν. Στα παρτέρια, τα ξερά κλαδιά, πρόδιδαν ότι κάποτε ο κήπος, έσφυζε από ζωή. Τώρα, πέθαινε κι αυτός μαζί με τον ιδιοκτήτη του. 
«Αλεξάνδρα.», ήρθε το όνομα πάλι στο μυαλό του. Είχε πολλά χρόνια να την σκεφτεί. Από τη δεξίωση και μετά δεν ξανά συναντήθηκαν, αλλά ούτε έμαθε ποτέ τι απέγινε. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Βέβαια, οποιαδήποτε γυναίκα να ήταν στη θέση της, το ίδιο θα έκανε.
Ήταν την εποχή, που εκείνος, δούλευε ακόμη στη κλινική, σαν απλός γιατρός. Στην αρχή, η Αλεξάνδρα τον απαξίωνε. Με υπομονή και επιμονή, κατάφερε να την τουμπάρει. Όταν πια σιγουρεύτηκε για την αγάπη της και ότι ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα για να μην τον χάσει, την έριξε στην αγκαλιά του υπουργού. Ο πορνόγερος, έπεσε σαν ώριμο φρούτο. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν, η Αλεξάνδρα του φάνηκε πολύ χρήσιμη. Το σπίτι του υπουργού, ήταν πάντα ανοιχτό για εκείνον, ακόμη και όταν ο υπουργός έλειπε από αυτό. 
Σε αυτές του τις επισκέψεις φρόντιζε να μαθαίνει, από την Αλεξάνδρα, για τις διασυνδέσεις του άντρα της με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Είχε μια υπόνοια, αλλά του έλειπαν τα στοιχεία. Τα εμβόλια ήταν έτοιμα για παραλαβή, χωρίς να είναι ολοκληρωτικά ελεγμένα και θα έμπαιναν στην αγορά.  Η Αλεξάνδρα ήταν αυτή που του έδωσε τα συμφωνητικά με το ύψος της προμήθειας προς τον υπουργό, από τις εταιρείες. Έτσι, το βράδυ της δεξίωσης, στο γραφείο του υπουργού παίχτηκε η σκηνή, πριν το ολοκληρωτικό τέλος.
Ο Ευγένιος, με τα αποδεικτικά στοιχεία στα χέρια, απείλησε ότι θα αποκαλύψει τα πάντα στον τύπο και την τηλεόραση, εάν ο υπουργός δεν του έδινε τη θέση του γενικού διευθυντή της κλινικής και ένα ποσό, των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών, για να βγάλει τον σκασμό και να ξεχάσει το θέμα. Ο υπουργός στην αρχή αντιστάθηκε και τότε ο Ευγένιος του αποκάλυψε και τον ρόλο που έπαιξε, η ίδια η γυναίκα του, στην ιστορία αυτή. Μέσα στην απελπισία του ο υπουργός, την κάλεσε στο γραφείο του, για να μάθει αν είναι αλήθεια ή όχι. Εκείνη, δεν το αρνήθηκε. Μέσα σε εκείνο εκεί το γραφείο, για πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι για τον Ευγένιο, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα πιόνι που χρησιμοποιήθηκε, για μια θέση και λεφτά. Ότι ποτέ δεν την αγάπησε. Ότι ήταν ένα σκαλοπάτι και τίποτα άλλο.
Δυο μέρες μετά την δεξίωση, η Αλεξάνδρα, εγκατέλειψε τον άντρα της και χάθηκε. Ο υπουργός, απέκρυπτε το γεγονός της φυγής, λέγοντας ότι η γυναίκα του, έκανε ταξίδι αναψυχής στην Αμερική. Όταν τον βρήκαν στο γραφείο του με μια σφαίρα φυτεμένη στον κρόταφο και την παραίτησή του υπογεγραμμένη, όλοι πίστεψαν ότι αυτοκτόνησε, γιατί η σύζυγός του, δεν ξανά γύρισε από τότε που έφυγε. Όμως η αλήθεια, ήταν τελείως διαφορετική. Ο υπουργός, φοβόταν τον Ευγένιο. Τον είχε ικανό, μια ζωή να τον εκβιάζει, για να του αποσπά λεφτά και θέσεις. Και δεν είχε άδικο. Ήδη ο Ευγένιος ετοίμαζε καινούρια απειλή, αλλά τον πρόλαβε η αυτοκτονία. 
....
Το σκοτάδι, απλώθηκε στον ορίζοντα. Ο Ευγένιος ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος και τον αέρα να λιγοστεύει στα πνευμόνια του. Είχε ξεχάσει να πάρει τα φάρμακά του. Η πλάτη του άρχισε να πονά και να μουδιάζει το αριστερό του χέρι. Έμφραγμα. Κάπου στο γραφείο του, είχε υπογλώσσια. Πέταξε την κουβέρτα στο πάτωμα και με δυσκολία σηκώθηκε. Τα πόδια του, δεν τον κράταγαν και το σφίξιμο μπροστά, έγινε πιο δυνατό. Γονάτισε  και προσπάθησε να πάρει ανάσα. Ο αέρας μπήκε με ορμή στα πνευμόνια του, αλλά δεν βγήκε. Τα ένιωθε να διογκώνονται. Σύρθηκε με δυσκολία και κοφτές ανάσες, μέχρι το γραφείο του.
«Θα πεθάνω!», σκέφτηκε. 
Άνοιξε το συρτάρι, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του να δει που είναι τα φάρμακα. Έβαλε το χέρι του κι άρχισε να πετάει έξω το περιεχόμενο του συρταριού, μέχρι που, μπροστά του, επιτέλους, βρέθηκε η καρτέλα με τα μικρά στρογγυλά χαπάκια. Με τρεμάμενα χέρια πίεσε να βγει ένα, αλλά εκείνο έπεσε και κύλισε μακριά. Προσπάθησε πάλι ως που κατάφερε κάποιο να το συγκρατήσει και να το βάλει στο στόμα του. Το έβαλε κάτω από τη γλώσσα του, ξάπλωσε εξουθενωμένος και περίμενε να δράσει το φάρμακο. Σε λίγο, η αναπνοή του άρχισε να γίνεται, σχεδόν, κανονική και το σφίξιμο, να φεύγει από το στήθος του. 
«Παραλίγο!», ψιθύρισε.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Υπέρ άνω υποψίας. γ’

Η Νία προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο. Όσο πλησίαζε την κλειστή πόρτα, τόσο η μυρωδιά γίνονταν πιο έντονη. Κάτουρο και αποσύνθεση. Το στομάχι της ανακατεύτηκε. 
«Πάλι πάνω σου τα ’κανες, ξεροκέφαλε, παλιόγερε! Και δεν ψοφάς να τελειώνουμε!».
Άνοιξε την πόρτα κι έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα της. Της ήρθε έντονη η επιθυμία να βγάλει τον καφέ που ’χε πιεί νωρίτερα, αλλά, με το ζόρι, κρατήθηκε.
«Γιατί δεν φοράς την πάνα, μου λες;».
Ο Ευγένιος την κοίταξε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο σχηματίστηκε στα σουφρωμένα χείλη του.
«Για να έχω την ευχαρίστηση, να σε βλέπω να παιδεύεσαι την ώρα που με πλένεις!», της είπε.
«Νομίζεις ότι μπορείς να με εκδικηθείς; Νομίζεις ότι έχεις το πάνω χέρι; Εγώ είμαι αυτή που διατάζω εδώ, όχι εσύ! Σήκω!».
Ο Ευγένιος σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι.
«Βγάλε τα ρούχα σου και πήγαινε στο μπάνιο.».
Με όσες δυνάμεις είχε, γδύθηκε. Η Νία τον κοίταξε με αηδία και του ’δειξε την πόρτα του μπάνιου. Προχώρησε με μικρά βήματα, σέρνοντας τις παντόφλες του, για να την εκνευρίσει περισσότερο και το πέτυχε. Λάθος του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να την κάνει, να μην ξανά πατήσει εκεί.
Τον ακολούθησε, τον έβαλε μέσα στην μπανιέρα, άνοιξε το ντουζ και χωρίς να  περιμένει το νερό να ζεσταθεί, άρχισε να τον τρίβει με μανία. Ο Ευγένιος πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας την καρδιά του έτοιμη να εκραγεί.
«Σκύλα!», γρύλησε.
«Δεν βλέπω να το ’φχαριστιέσαι τώρα!», συνέχισε να τον τρίβει, μέχρι που η πλάτη του, κόντεψε να ματώσει. Ο Ευγένιος, δεν ξανά μίλησε. Σφάλισε τα μάτια του, μέχρι που τέλειωσε τη δουλειά της, τον έβγαλε από την μπανιέρα και άνοιξε το συρτάρι να του δώσει καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες. Του τα πέταξε στα μούτρα, αλλά τα αντανακλαστικά του ήταν τόσο αργά, που προσγειώθηκαν στα πόδια του.
«Μέχρι να ντυθείς, θα έχω αλλάξει τα σεντόνια. », είπε και βγήκε από το μπάνιο. 
Έσκυψε, μάζεψε τα ρούχα του από το πάτωμα, τα ακούμπησε πάνω στο κομό και άρχισε να ντύνεται με όσες δυνάμεις του ’χαν απομείνει. Την άκουγε που τράβαγε τα σκεπάσματα από το κρεβάτι και μουρμούριζε. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις καθαρά, αλλά ήταν σίγουρος ότι με αυτόν τα είχε. Τον μισούσε. Κι αυτός την μισούσε, αλλά όλοι οι γέροι μισούν τις αποκλειστικές τους. Άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο, αλλά όλοι τις μισούν. Γιατί; Από ζήλεια, από αγανάκτηση, από ανάγκη. Είναι πολύ μεγάλο πλήγμα η ανημπόρια για τον άνθρωπο. Μέχρι χτες να μην χρειάζεσαι κανένα και σήμερα να μην μπορείς, ούτε το πουλί σου να πιάσεις, για να κατουρήσεις. 
Το δικό της μίσος, ήταν διαφορετικό. Σαν να ήθελε να τον εκδικηθεί. Άραγε, με τον ίδιο τρόπο φέρονταν σε όλους, όσους κοίταζε; Από το βιογραφικό της, πάντως, νόμιζες ότι είχες να κάνεις με άγγελο. Σπουδές στην σχολή του Ευαγγελισμού, εκπαίδευση στο ίδιο νοσοκομείο και μετά στο Λοιμωδών. Στις παρατηρήσεις έγραφε, ότι ήθελε να προσφέρει κοινωνικό έργο, βοηθώντας ανήμπορους ηλικιωμένους, επειδή το σύστημα δεν μπορούσε να το κάνει. Πριν αποφασίσει να την προσλάβει, έκανε έρευνα για την οικογενειακή της κατάσταση. Για τους γονείς της, δεν βρήκε στοιχεία. Είχε μεγαλώσει σε ένα Ίδρυμα στην Αγία Παρασκευή. Το μόνο που βρήκε, στα χαρτιά της, ήταν ότι η διαγωγή της ήταν άμεμπτη και άψογη.
Κάγχασε καθώς τα σκέφτονταν αυτά. 
«Άψογη! Όντως! Είχε καταφέρει να κλέψει τα πάντα, με πολύ έξυπνο τρόπο!», σκέφτηκε. 
Αν έβρισκε μια τέτοια γυναίκα, εκείνη την εποχή που μπορούσε, θα έκαναν πολύ καλό δίδυμο. Το ’λεγε η καρδούλα της.
«Τι έγινε; Ακόμα να ντυθείς;», η φωνή της, διέκοψε τις σκέψεις του. 
«Στα τσακίδια, σκύλα! Μέχρι να βγω, να έχεις φύγει από ’δω μέσα!».
Εμφανίστηκε στην πόρτα. Ήταν ψηλή, για γυναίκα. Τα κιλά της, πολύ παραπάνω από αυτά που έπρεπε, μοιράζονταν ομοιόμορφα στο σώμα της. Δεν ήταν άσχημη, αλλά ούτε και όμορφη. Αδιάφορη, ίσως. Τα γεμάτα χείλη και τα μαύρα μάτια της είχαν κάτι να πουν επάνω της. Κατά τα άλλα, μόνο το ύψος της εντυπωσίαζε. Τα μαλλιά της δεν μπορούσες να καταλάβεις τι χρώμα ήταν. Τα ’χε βαμμένα σε διάφορα χρώματα του ξανθού, που δεν της πήγαιναν καθόλου. Το δέρμα της ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια, υπήρχαν μόνιμοι μαύροι κύκλοι.
«Δεν έχεις την πολυτέλεια να με απειλείς....... Πάω, τώρα αμέσως, σε εισαγγελέα......», μισόκλεισε τα μάτια της και το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Στο διάολο, να πας! Ούτε κι εσύ θα χαρείς ότι έκλεψες! Θα ακυρώσω τα πάντα!!!!! Θα τα βγάλω στη φόρα!!!!!».
«Σου χρειάζεται....... παλιάνθρωπε..... Σου χρειάζεται, μετά από ότι έκανες.....», σταμάτησε. Ήταν έτοιμη να το ξεστομίσει. Την έφτανε στα όρια, αν και πάντα την τελευταία στιγμή, θυμόταν το σκοπό της.
«Και τι σε νοιάζει εσένα τι έκανα εγώ! Εσύ πήρες αυτά που ήθελες! Γιατί με βασανίζεις;».
«Γιατί; Ρωτάς, γιατί; Δεν φαντάστηκες ποτέ ότι κάποιος θα σε ανακάλυπτε, ε; Νόμιζες ότι δεν θα πληρώσεις για τα κρίματά σου, ε; Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να πληρώσεις!!!!! Και μην νομίζεις..... Είναι πολύ μικρό το τίμημα, σε διαβεβαιώ!». 
Ο Ευγένιος ρίχτηκε με μανία επάνω της για να την αρπάξει. Αυτή με μια κίνηση τον απέφυγε κι εκείνος έπεσε με όλη του τη δύναμη στο πάτωμα. Τα χέρια του, αδύναμα, δεν μπόρεσαν να κρατήσουν την ορμή του σώματος, με αποτέλεσμα να χτυπήσει το σαγόνι του. Ήταν πολύ τυχερός που δεν το έσπασε. Το χαλί στην κρεβατοκάμαρα ήταν από εκείνα που πατάς το πόδι σου και το χάνεις, με αποτέλεσμα, να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος της κρούσης.
Η Νία τον κοίταξε απαξιωτικά. 
«Αυτή είναι η θέση σου! Αυτή σου αξίζει, κάθαρμα!», γύρισε την πλάτη της και βγήκε από το δωμάτιο. 
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, τα βήματά της, χάθηκαν από το σπίτι. Ο Ευγένιος, ανακάθισε αργά πάνω στο χαλί. Ήταν ζαλισμένος από την πτώση. Το σαγόνι του πονούσε φριχτά. Τα ούρα του ξέφυγαν και μια κηλίδα εμφανίστηκε μπροστά του, πάλι.
Έμεινε εκεί, αρκετή ώρα, μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Μετά, έσυρε τα κουρασμένα βήματά του, ξανά, στο μπάνιο και με διπλάσιο κόπο άλλαξε τις βρεγμένες του πιτζάμες.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Υπέρ άνω υποψίας. β’

Ο Ευγένιος σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Πήγε στο μπάνιο. Με την τουαλέτα είχε αποκτήσει σχέση εξάρτησης. Ο προστάτης. Αυτός ο αδένας, που λίγο μετά τα πενήντα άρχισε να διογκώνεται και δεν ήθελε να σταματήσει να το κάνει ακόμη και τώρα, που ήταν ογδόντα. Ο γιατρός που τον παρακολουθούσε, του πρότεινε την εγχείρηση σαν λύση, αλλά ο Ευγένιος, δεν άκουγε με τίποτα. 
«Να με ευνουχίσεις θέλεις; Δεν υπάρχει περίπτωση!!!», του ’πε.
«Μα Ευγένιε, γιατρός είσαι κι εσύ. Ξέρεις πολύ καλά ότι τα φάρμακα, δεν βοηθούν όταν είναι σε προχωρημένο στάδιο. Και στο κάτω-κάτω, είσαι σε μια ηλικία που δεν υπάρχει πρόβλημα....».
«Άκου να σου πω, γιατρέ της δεκάρας! Ξέρω πολύ καλά τι θα γίνει μετά την εγχείρηση! Ένας άντρας, που γεννιέται άντρας, οφείλει και να πεθάνει σαν άντρας! Κατάλαβες; Ή συμμορφώνεσαι με αυτό που θέλω ή αλλάζω γιατρό!», τον αποστόμωσε.
«Πολύ καλά! Συνέχισε την αγωγή που σου έδωσα και αν ξανά πάθεις ουρολοίμωξη..... ξέρεις εσύ..... Ο καθετήρας, θα είναι η συνέχεια της κύστης σου!».
Λίγες μέρες μετά το συμβάν με τον γιατρό, νοσηλεύτηκε στην κλινική με ουρολοίμωξη και ο καθετήρας έμεινε κολλημένος στο σώμα του, για πάνω από ένα μήνα. Ούτε αυτό τον έπεισε. Δεν ήθελε με τίποτα να ακούσει για επέμβαση. Στο τέλος, γύρισε στο σπίτι του καταβεβλημένος και με ακράτεια. 
Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Αυτόν που έβλεπε απέναντί του, δεν τον γνώριζε. Ένας ξεμωραμένος γέρος, με ξεπλυμένα μάτια, με κρεμασμένα μάγουλα, με προγούλι γεμάτο ρυτίδες να κρέμεται κάτω από το σαγόνι, με σακούλες γύρω από τα μάτια, πυκνά άσπρα φρύδια, τρίχες στα αυτιά και μαλλιά αραιωμένα, κάτασπρα. Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του δεν φαντάζονταν ότι θα καταντούσε έτσι. Νόμιζε ότι θα ήταν πάντα νέος. Γι’ αυτό δεν ήθελε παιδιά.  Η αλαζονεία του, που ήθελε την περιουσία, μόνο, για τον εαυτό του. Τώρα την καπηλεύονταν αυτή η άχρηστη, η αποκλειστική με τον απατεώνα που ήταν μαζί.
Το αρχείο. Αν δεν έβρισκαν το αρχείο, θα ήταν ευτυχισμένος. Ήρεμος. Θα έκανε ότι ήθελε, όπως παλιά. Ενώ τώρα, δεν μπορούσε. Τώρα ήταν έρμαιο στα χέρια τους. Η παλιο.... Τον παρακολουθούσε. Τον είχε δει στο γραφείο του, να ανοίγει το χρηματοκιβώτιο που ήταν χτισμένο στον τοίχο, πίσω από κάτι ράφια της βιβλιοθήκης. Έστησε με τον γκόμενό της μια κάμερα, σε τέτοια θέση, ώστε να μπορούν να καταγράψουν τον συνδυασμό κι όταν εκείνος νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο, το άνοιξαν. Έλπιζαν να βρουν χρήματα, αλλά αυτό που βρήκαν εκεί μέσα τους βγήκε πιο κερδοφόρο. Άρπαξαν το αρχείο και άρχισαν να τον απειλούν ότι θα το δώσουν στην αστυνομία. Για να αποφύγει το σκάνδαλο, γιατί φυλακή σε αυτή την ηλικία δεν θα έμπαινε, τους έδωσε τα πάντα, με αντάλλαγμα να μένει στο σπίτι και να πηγαίνει αυτή που και που να τον βλέπει. Μετά το θάνατό του, το σπίτι θα πέρναγε και αυτό στα χέρια τους. Ευτυχώς είχε τη σύνταξη. Αυτή δεν μπορούσαν να την πειράξουν. Άλλωστε, δεν τους ένοιαζε. Τι να τα κάνουν δυόμιση χιλιάδες ευρώ το μήνα, όταν πήραν τρία εκατομμύρια ευρώ, τις πολυκατοικίες και το κότερο; Θα μπορούσαν να τον είχαν σκοτώσει, αλλά δεν ήταν δολοφόνοι. Απατεώνες ήταν, που τους έκατσε η καλή.
Αν είχε κάψει τον φάκελο. Το ’χε σκεφτεί πολλές φορές. Η διεστραμμένη φύση του, όμως, δεν τον άφησε να το κάνει. Ήθελε να είναι εκεί, στη διάθεσή του. Ήθελε να κάνει αναδρομές στην περασμένη του ζωή και να θαυμάζει το μεγαλείο της εξυπνάδας του. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός, ο επιφανής γιατρός, ο Ευγένιος Δορίτσας, είχε κάνει αυτό το φρικτό έγκλημα, μέρα με τη μέρα, για να αποκτήσει τη θέση και μέρος των χρημάτων, που είχε μέχρι πρότινος; 
Στον φάκελο, μπορούσε κανείς να διαβάσει, όλο το ιστορικό. Τις δόσεις, τα συμπτώματα, την πορεία και το τέλος. Τα καταγράφουν οι γιατροί, τα συμβάντα και ειδικά αυτοί που ασχολούνται με τα πειραματικά φάρμακα. Τα καημένα τα ποντίκια. Όσο άσπλαχνος και να είσαι, όσο και να σιχαίνεσαι αυτά τα ζώα, υπάρχουν στιγμές που σκέφτεσαι ότι είναι ανήθικο να χρησιμοποιείς μια ζωή για πετύχεις το σωστό αποτέλεσμα. Όλα στον βωμό της επιστήμης, ακόμη και η ζωή των ανίσχυρων ζώων. 
Ο Ευγένιος, βγήκε από το μπάνιο. Με αργά βήματα κατευθύνθηκε στο κρεβάτι του και ξάπλωσε. Έκλεισε τα μάτια, αλλά ο ύπνος δεν έρχονταν. Δεν είχε πάρει το ηρεμιστικό, αλλά δεν είχε νόημα. Έξω η καινούρια μέρα ξεκίναγε και μαζί το καθημερινό του μαρτύριο. Αυτή θα έρχονταν σήμερα ή τουλάχιστον έτσι του ’χε πει. Έπρεπε να του αλλάξει τα σεντόνια. Η μυρωδιά ήταν τόσο έντονη, που είχε απλωθεί και στο υπόλοιπο σπίτι. Οι πιτζάμες του είχαν ποτίσει και μαζί και το δέρμα του. Έλπιζε να τον πλύνει, αλλά δεν ήταν σίγουρο ούτε αυτό. Που να φανταστεί ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, θα πνίγονταν μέσα στο ίδιο του το κάτουρο; Δεν υπήρχε τρόπος να τους ξεφορτωθεί και να πάρει καμιά άλλη γυναίκα να τον προσέχει. Του το ’χαν ξεκόψει. Ήθελαν και το σπίτι και θα περίμεναν μέχρι να το πάρουν και αυτό. Από μια άποψη τους καταλάβαινε. Ή όλα ή τίποτα. Το ίδιο μότο χρησιμοποίησε στην ζωή του κι εκείνος. 
Όλα τα ’χε. Κύρος, σεβασμό, λεφτά, γυναίκες, διασυνδέσεις. Δεν είχε ξανά παντρευτεί. Την να την κάνει τη σύζυγο, όταν είχε τόσες γυναίκες διαθέσιμες; Γιατροί; Γυναίκες γιατρών; Νοσοκόμες; Γυναίκες ασθενών; Γυναίκες πολιτικών; Δεν ήταν το σεξ. Όχι. Όλες τις χρησιμοποίησε για τους απώτερους σκοπούς του. Όλες του ’στρωσαν τον δρόμο να ανέβει ακόμη ψηλότερα. Μάθαινε τα πιο σκοτεινά μυστικά των αντρών τους, βγάζοντάς τους από το δρόμο του, ειδικά αυτούς που προσπαθούσαν να τον εκτοπίσουν είτε από ένστικτο είτε γιατί τον αντιπαθούσαν. 
Θα μπορούσε να γίνει πολιτικός, αλλά θα ξεσκόνιζαν το παρελθόν του και δεν ήθελε κανείς να μάθει ότι ήταν το μούλικο μιας χωριάτισσας. Του έφτανε που κινούσε τα νήματα από κάτω προς όφελος του. Αυτός δεν απείλησε τον τότε πρωθυπουργό, Χατζημιχαήλ, να του εγκρίνει ένα μεγάλο κονδύλι για την κλινική του, για αγορά δήθεν αξονικών και μαγνητικών τομογράφων, αλλιώς θα αποκάλυπτε την μεγάλη απάτη με τους εφοπλιστές και τα χρήματα που βγήκαν στο εξωτερικό; Από που τα έμαθε; Από την γυναίκα του υπουργού οικονομικών φυσικά! Η γυναίκα ήταν πανέξυπνη, αλλά εθισμένη στο σεξ.
Την πολιόρκησε στενά και κάποια στιγμή την έριξε στο κρεβάτι του. Στην συνέχεια βιντεοσκόπησε τις συνευρέσεις τους, φροντίζοντας να μην φαίνεται ο ίδιος στην κάμερα και την απείλησε ότι θα αποκάλυπτε τα πάντα, εκτός κι αν τον βοηθούσε να μάθει τα σχέδια του υπουργού με τον πρωθυπουργό. Η δόλια. Το’ χε χάψει. Το βίντεο, την επόμενη μέρα είχε καταστραφεί, αλλά αυτό ήταν λεπτομέρεια. Εκείνες τις εποχές ήταν πολύ προσεκτικός. Δεν άφηνε ίχνη πουθενά. Ο φάκελος, ο συγκεκριμένος, ήταν άλλη υπόθεση, προσωπική. Θα τον κατέστρεφε κι αυτόν κάποτε, αλλά όλο το ανέβαλε. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, παρά να περιμένει να έρθει η ώρα που θα τον γλίτωνε, μια και καλή, από αυτή τη μιζέρια που τον περιέβαλε. Η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε πάλι. Τακούνια ακούστηκαν στο παρκέ του σαλονιού και μετά στο διάδρομο που οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα. Μια γνώριμη, γυναικεία φωνή ακούστηκε από το τέρμα του διαδρόμου.
«Ζεις ακόμη σκατόγερε ή μας έκανες την χάρη και πέθανες;».
Ο Ευγένιος δεν απάντησε.
«Έχεις χάρη παλιοτσ....α που δεν είμαι νέος να σε στείλω αδιάβαστη στην κόλαση, μαζί με την Αγγέλα.», σκέφτηκε.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Υπέρ άνω κάθε υποψίας.

Το τσάι έκαιγε ακόμη. Το ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο κι άναψε το πορτατίφ. Κούμπωσε το πάνω μέρος της πιτζάμας του, τράβηξε το σκέπασμα από το κρεβάτι και κάθισε. Πήρε τα φάρμακα στο χέρι του, διστάζοντας να τα βάλει στο στόμα. Ένα για τον προστάτη, ένα για το ζάχαρο, ένα για την καρδιά, ένα για την χοληστερίνη και μετά τις εισπνοές για τα πνευμόνια του. Αυτά ήταν τα τελευταία της ημέρας. Το πρωί με το που θ’ άνοιγε τα μάτια του, θα ξεκίναγε πάλι την ιεροτελεστία. Ένα για την πίεση, ένα για το ζάχαρο, ένα για την καρδιά, συν τις εισπνοές. Το μεσημέρι το αντιπηκτικό, του ζαχάρου, του προστάτη και πάλι εισπνοές. 
Παράταση ζωής. Μειδίασε. Πήρε το ποτήρι με το νερό στο άλλο χέρι και τα κατάπιε. Σκέφτηκε να μην πάρει το ηρεμιστικό. Θα διάβαζε λιγάκι, θα έπινε το τσάι κι αν δεν βοηθούσαν αυτά, τότε θα το ’παιρνε κι εκείνο. Όταν ήταν νέος. Όταν ήταν νέος...... Πως διάβολο πέρασαν εξήντα χρόνια από τότε που ήταν νέος; Είκοσι χρονών βλαστάρι, με όνειρα, φιλοδοξίες. Τώρα, ένα ραμολιμέντο, με μια αποκλειστική της κακιάς ώρας, που όποτε ήθελε έρχονταν, όποτε ήθελε έφευγε. 
Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Με νύχια και με δόντια, γεμάτος πείσμα, τέλειωσε το γυμνάσιο στο χωριό με έπαινο, περνώντας στην ιατρική. Όταν κατέβηκε στην Αθήνα δεν είχε τίποτα, παρά μόνο ένα κατοστάρικο που του ’δωσε η μάνα του, στερώντας από τα υπόλοιπα παιδιά το γάλα. Τα άλλα παιδιά είχαν πατέρα. Αυτός ήταν το μούλικο της οικογένειας. Είχαν παντρέψει την μάνα του μ’ έναν αγροίκο μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την ντροπή.
Πόσες φορές δεν την είχε σταυρώσει να του πει. Πόσες φορές δεν την παρακάλεσε. Εκείνη τίποτα. Από τους καλοθελητές είχε μάθει ότι ο πατέρας του ήταν ένας παντρεμένος, λεφτάς, που την κορόιδεψε ότι θα την πάρει, χωρίς να της αποκαλύψει την αλήθεια για την οικογένεια που είχε. Όταν έμαθε την αλήθεια, ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος. Τι βοτάνια πήρε, τι δηλητήρια, για να το ρίξει, αλλά ο σπόρος είχε φυτευτεί καλά και τίποτα δεν βοήθησε. Οι γονείς της, για να γλυτώσουν την κατακραυγή του κόσμου, την έδωσαν σε έναν παλιάνθρωπο, που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν, να έχει μια δούλα μέσα στο σπίτι του.
Ξύλο. Πολύ ξύλο. Όταν δεν άντεχε εκείνη άλλο, τότε βούταγε αυτόν. Μόλις γύριζε από την ταβέρνα του χωριού στο σπίτι, η μάνα του τον έκρυβε στη στάνη, στον αχερώνα, όπου μπορούσε, για να μην ξεσπάσει την μανία του επάνω στο σπλάχνο της. Τις περισσότερες φορές, όμως, δεν την γλύτωνε. Το μόνο που τον κράταγε ζωντανό, ήταν το διάβασμα. Κάθονταν όλο το βράδυ με το λαμπογυάλι και διάβαζε για να τελειώσει το σχολείο. Εκεί τον έστελνε, για ένα λόγο. Για να φαίνεται στους συγχωριανούς του, άνθρωπος του Θεού. Κάθε Κυριακή τους πήγαινε στην εκκλησία, για να λένε όλοι ότι ήταν μεγαλόψυχος  που φρόντιζε την άτυχη γυναίκα και το παιδί της. Και μόλις γύριζαν στο σπίτι, άρχιζε πάλι το μαρτύριο. Όταν πήρε το απολυτήριο στο χέρι, φίλησε την μάνα του κι έφυγε, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά ξανά πίσω του. Την άφησε στην τύχη της, εκείνη που είχαν διαλέξει οι άλλοι για την ίδια, καταδικάζοντάς την για ένα λάθος, τόσο σκληρά, σαν να έφταιγε για όλα τα δεινά του κόσμου κι ακόμη περισσότερα. 
Στην Αθήνα, νοίκιασε ένα χαμόσπιτο που το ’χε μια γεροντοκόρη. Το πρωί πήγαινε στο πανεπιστήμιο και το βράδυ δούλευε σε ένα ταβερνάκι με μουσική, σαν σερβιτόρος. Τα χρήματα που έβγαζε, λιγοστά, δεν του έφταναν. Ήθελε περισσότερα, αλλά δεν ήξερε που να τα βρει. Γνωριμίες πολλές δεν είχε, αλλά κι αυτούς που ήξερε ή σαν αυτόν ήταν ή χειρότερα. Η σπιτονοικοκυρά του είχε εισοδήματα. Σε κάποια συζήτηση του αποκάλυψε, άθελά της ότι, νοίκιαζε δύο ακόμη διαμερίσματα στο κέντρο. Δεν έχασε χρόνο. Έκανε έρευνα κι έμαθε όσα χρειάζονταν για να ξεκινήσει. Άρχισε να της κάνει τα γλυκά μάτια. Η εμφάνισή του και ο λόγος του ήταν τα μεγάλα του ατού. Ψηλός, με μαύρα πυκνά μαλλιά, μαύρα μάτια κι ένα σώμα που κόλαζε μέχρι και άγγελο. Η καημένη δεν είχε ελπίδες. Έπεσε στην αγκαλιά του σαν ώριμο φρούτο και της έφαγε όχι μόνο τα δύο διαμερίσματα, αλλά και τρεις χιλιάδες λίρες που είχε η καημένη στην άκρη για τα γεράματά της. Μέχρι τότε είχε τελειώσει και το πανεπιστήμιο. Ήταν έτοιμος πια, για να κάνει το αγροτικό του. Πήρε ότι μετρητό είχε αρπάξει από την δύστυχη και έφυγε για ένα απομακρυσμένο χωριό σε κάποιο νησί. Χρόνια μετά έμαθε ότι, πέθανε λίγο καιρό αφότου έφυγε, μέσα στο χαμόσπιτο που του ’χε νοικιάσει, κάτω από άθλιες συνθήκες. Δεν είχε ούτε ένα ξεροκόμματο. Οι γείτονες της στάθηκαν στα τελευταία της. 
Στο νησί που τον ξαπόστειλαν, ένιωθε εγκλωβισμένος, σαν να βρίσκονταν σε κλουβί. Ήθελε να γυρίσει στην πρωτεύουσα, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, πριν ξεμπερδέψει με τη θητεία του. Έκανε υπομονή, μέχρι που από το τίποτα, η ζωή του απέκτησε καινούριο ενδιαφέρον. Ένα κοριτσάκι μόλις δεκατεσσάρων, μοναχοπαίδι και με μεγάλη περιουσία.  Τόσο μεγάλη που άξιζε να φέρει τα πάνω κάτω για να το πάρει από την πατρική αγκαλιά. Δούλεψε μεθοδικά. Την έκανε να τον ερωτευθεί παράφορα, τόσο, που απείλησε τον πατέρα της ότι θα αυτοκτονήσει αν δεν τον παντρευτεί. Και την παντρεύτηκε, όχι για τα κάλλη της, ένα ξερακιανό παιδί ήταν, χωρίς καμπύλες και ομορφιά, αλλά για τα λεφτά της. Το πρόβλημα που προέκυψε αυτή τη φορά ήταν διαφορετικής φύσεως. Η πρώτη ήταν μεγάλη, δεν ήταν δύσκολο να την ξεφορτωθεί. Αυτή εδώ έσφυζε από ζωή. Θα ήταν πιο περίπλοκο, αλλά θα έβρισκε τον τρόπο. Γιατρός ήταν στο κάτω-κάτω.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

MAKE KONY FAMOUS

Αυτό το βίντεο, το βρήκα πολλές φορές μέσα στο ίντερνετ σήμερα, κάνοντας μια βόλτα στα μπλογκς που διαβάζω και ομολογώ ότι μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Φυσικά δεν ξεχνώ τη δική μας δεινή θέση. Τα δικά μας παιδιά θα πεινάσουν, δεν θα μορφωθούν, αλλά τουλάχιστον δεν τα απαγάγει κάποιος για να τα στρατολογήσει και να γίνουν οι δολοφόνοι των ίδιων των γονιών τους.... Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο. Τα συμπεράσματα δικά σας.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Μια δουλειά με πολύ άγχος.....


Είμαι μόνος αυτή τη στιγμή, μπροστά στον υπολογιστή προσπαθώντας να φτιάξω την προσφορά του πελάτη. Ξεκίνησα την εταιρεία πριν δυο χρόνια, από το τίποτα και σήμερα είμαι αρκετά ικανοποιημένος από τον εαυτό μου. Κατάφερα να επεκταθώ σε όλη την Ελλάδα, ας είναι καλά το internet, στέλνοντας τα προϊόντα μου παντού. Δουλεύω όμως πολλές ώρες, στο γραφείο και στο σπίτι.
Τώρα είμαι σπίτι. Η ώρα έχει προχωρήσει πολύ. Σε λίγο θα αρχίσει να βγαίνει το πρώτο φως της ημέρας, αλλά πρέπει να τελειώσω, οπωσδήποτε απόψε. Το πρωί που θα μιλήσω με τον πελάτη, πρέπει να είμαι έτοιμος. Μια εβδομάδα με ταλαιπωρεί. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε τίποτα. Του πρότεινα διάφορα είδη ξύλου, αλλά εκείνος επέμεινε στο μαόνι. Δεν είχα αντίρρηση, αλλά όταν του είπα την τιμή έγινε έξω φρενών. Μετά, τσαντίστηκα εγώ. Δεν μπορείς, ρε φίλε, να μου ζητάς τον βασιλιά των ξύλων και να θες να πληρώσεις ψίχουλα.  Ο άτυπος νόμος που υπάρχει, ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, με κράτησε από το να τον διαολοστείλω και να βρω την ησυχία μου. Δεν μπορείς να διώχνεις πελάτες τέτοιους χαλεπούς καιρούς, δυστυχώς......
Επιτέλους, βρήκαμε τη χρυσή τομή. Θα χρησιμοποιούσαμε τριανταφυλλιά Αφρικής, που ήταν πιο οικονομική, αλλά θα την βάφαμε μαύρη για να ξεγελάει στο μάτι. Εξάλλου, δεν θα προλάβαιναν να το καταλάβουν. Μέχρι να το δουν, θα χάνονταν....
Είχα μπροστά μου τις διαστάσεις που μου έδωσε. Θα γίνονταν πολύ  μεγάλο. Τόσο μεγάλο, μου έκανε εντύπωση. Μα πως θα το σήκωναν; Δεν ήταν δική μου δουλειά, αυτό. Η δική μου δουλειά ήταν να του πω, πως ακριβώς θα γίνονταν, να του στείλω τα σχέδια και την τελική τιμή, μαζί με τα εργατικά. 
Τελείωσα, λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Έκλεισα τον υπολογιστή και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Η γυναίκα μου, κοιμάται κι εγώ ζηλεύω που δεν μπορώ να χωθώ κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα, να ακουμπήσω στο κορμί της και να κοιμηθώ κι εγώ.  Βγάζω τις πυτζάμες μου και ντύνομαι. Κατεβαίνω στην κουζίνα, φτιάχνω καφέ για μένα και για εκείνη. Σε λίγο θα σηκωθεί να ετοιμάσει τα παιδιά για το σχολείο. Μόλις φύγουν, θα πάει κι εκείνη στην δουλειά της. 
Σε όλη τη διαδρομή για την εταιρεία, ξανά σκέφτομαι την προσφορά. Ελπίζω να τη δεχθεί, γιατί δεν θα αντέξω άλλη αλλαγή. Έχω αφήσει, όλα τα άλλα στην άκρη και ασχολούμαι μόνο με την συγκεκριμένη. Ο βοηθός μου έχει αναλάβει τον υπόλοιπο όγκο δουλειάς, που αυξήθηκε τον τελευταίο καιρό. Τον λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να τον βοηθήσω. Είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Θα του δώσω μερικά μπόνους, όταν ξεμπερδέψω από τον απαιτητικό πελάτη. 
Μόλις μπαίνω στο γραφείο μου, πριν ακόμη ανοίξω τον υπολογιστή, χτυπά το τηλέφωνο. Το σηκώνω, ξέροντας ποιος είναι στην άλλη άκρη του ακουστικού. Με καλημερίζει κι εγώ νιώθω τις τρίχες στον σβέρκο μου να σηκώνονται. Θα την απορρίψει πάλι. Το αισθάνομαι. Και την απέρριψε. Τώρα ουρλιάζω....... στο ακουστικό......
«Ένα φέρετρο είναι, για όνομα του Θεού! Μου έχετε βγάλει την ψυχή! Έτσι κι αλλιώς θα λιώσει μαζί με αυτόν που θα θάψετε μέσα του!!!! Έλεος πια!!!!! Βρείτε άλλο εργοστάσιο που να φτιάχνει φέρετρα. Εγώ δεν ξανά δίνω στο δικό σας γραφείο τελετών!!!!!». Ξεφύσηξα και έκατσα στην καρέκλα μου, απαλλαγμένος από το στρες των τελευταίων ημερών.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Για το βραβείο ξεκίνησα......

Η πατριώτισσά μου η Eva Z. μου απένειμε, πριν κάμποσο καιρό, ένα βραβείο, που λόγω του κυρίου «Τότα»..... δεν μπόρεσα να σας το ανακοινώσω.
Το κάνω σήμερα λοιπόν, πρωτομηνιά, μήπως μας μπει ο μήνας και η άνοιξη καλά...... Θα μου πείτε: Τι καλά να μπει, που μας μπήκε τρόικα, δντ, μνημόνεια...... στον απ’ αυτό μας και δεν λένε να βγουν; Τόσο καιρό δεν μίλησα για όλα αυτά, επειδή με πληγώνουν. Νιώθω στους ώμους μου ένα βάρος, που ώρες ώρες νομίζω ότι θα με πλακώσει, τελικά και θα με σκάσει.
Κάθε βράδυ, πρωί, μεσημέρι, όπου κι αν βρεθώ ότι κι αν κάνω, βλέπω ανθρώπους να παραμιλάνε....στην κυριολεξία...... Γυρνώ το κεφάλι μου μπας και ξεκλέψω κανένα χαμόγελο, για να χαμογελάσω κι εγώ, αλλά δεν το βλέπω πουθενά. Σκυμμένα κεφάλια, κλειστά μαγαζιά, άνθρωποι που τριγυρνούν άσκοπα στους δρόμους να βρουν δουλειά. Νέα παιδιά που άκουγες παλιά τα τιτιβίσματά τους, στις καφετέριες, στα πάρκα τώρα κατεβάζουν τα μάτια και κοιτούν το χώμα, επειδή δεν βρίσκουν πουθενά ένα μεροκάματο. Παιδιά γεμάτα νιάτα, όρεξη, όνειρα.... που όπου πάνε, τους κόβουν τα φτερά.....
Θα μου πείτε, με το να μην τα λες, αλλάζει κάτι; Χάνονται; Εξαφανίζονται; Όχι. Τίποτα από όλα αυτά. Απλά, τις ώρες που είμαι εδώ μέσα, έχω την ανάγκη να ξεφύγω από τον κλοιό που σφίγγει την ψυχή μου. Διαβάζω, βέβαια τα ειδησιογραφικά μπλογκς που εγώ έχω επιλέξει αλλά πάντα διαλέγω τι θα διαβάσω και τι όχι, χωρίς να δέχομαι τον βομβαρδισμό των καναλιών, για το ποιος θα τα πει, πιο αναλυτικά,  πιο...... πιο..... Να σας πω την αλήθεια, πάντα μισούσα τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τώρα τις μισώ ακόμη περισσότερο.....
Υπάρχουν στιγμές που πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά, υπάρχουν όμως στιγμές που νομίζω ότι τίποτα δεν θα πάει καλά και ότι θα χαθούμε σαν άνθρωποι, σαν έθνος,  σαν οντότητα....... Θα μας καταβροχθίσουν όλοι αυτοί και θα πετάξουν την ιστορία και τα κουφάρια μας στη θάλασσα για να μην μείνει τίποτα από τους Έλληνες......
Από την άλλη, πάλι, σκέφτομαι ότι, περάσαμε τόσα μέσα στους αιώνες που απέδειξαν ότι, η ψυχή μας είναι ελεύθερη. Ο λόγος μας αληθινός, δυνατός που θέλοντας και μη ακούγεται στα πέρατα του κόσμου. Σκέφτομαι ότι θα αναγεννηθούμε μέσα από τις στάχτες μας, ξανά... Αλλά γιατί πρέπει πάντα να υπάρχουν στάχτες για μας, για να αναγεννηθούμε και να μην υπάρχει μια πιο βατή διέξοδος;
Φτάνει τόσο! Που λένε κι εδώ στη Δράμα. Δεν θέλω να σας κάνω να νιώσετε άσχημα..... Από βραβείο το ξεκίνησα και το ’κανα θρίλερ...... τρομάρα μου!
Για να κλείσω.... το γυρνώ πάλι στο βραβείο. Ευχαριστώ πολύ τη φίλη, που μου το έδωσε κι εγώ με την σειρά μου το δίνω σε όλους, όσοι είστε εδώ μαζί μου και στις χαρές και στις λύπες μου!!!!!