Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ!!!!!!!!!!!!!









ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!!!!
ΜΑΚΑΡΙ, ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΜΗΝΑ, ΟΛΟΙ ΝΑ ΓΕΜΙΣΟΥΜΕ ΜΕ ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!!!!!!

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Τρία βραβεία που είναι για όλους!!!!!!




Αυτά τα τρία βραβειάκια μου τα έδωσε ένα γλυκό αγόρι   που είμαστε φιλαράκια από τότε που ξεκίνησα να μπαίνω μέσα στα μπλογκς. Μαζί είναι και το παιχνίδι που έπαιξα σε πρόσφατη ανάρτηση...... με εφτά πράγματα για μένα που δεν ξέρετε..... αλλά λέω να μην το παρακάνω και γίνουν δεκατέσσερα..... Ας υπάρχει και λίγο μυστήριο.....
Λοιπόν, στα δύσκολα τώρα..... Κάθε βραβείο έχει δέκα πέντε αποδέκτες..... άρα πρέπει εγώ να βρω σαράντα πέντε από σας για να τα απονείμω..... και να σας ενημερώσω για την απονομή. Το πρόβλημα είναι ότι θέλω να τα δώσω σε όλους σας.... Ας με συγχωρήσει ο Skroutzakos, αλλά δεν μπορώ να διαλέξω. Θα κάνω το άλλο, λοιπόν. Όποιος μπει, αφήσει σχόλιο στην ανάρτηση και δεν τα έχει πάρει, τότε του τα απονέμω, με όλη μου την καρδιά!!!!!!!!!!!!!!!

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Εξομολόγηση.....

Δεν ήταν ποτέ κρυψίνους. Ποτέ. Όλη η ζωή της, φάτσα φόρα στους ανθρώπους που αγαπούσε και την αγαπούσαν. Δυο τρία πράγματα, όμως, τα κράταγε τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή της και το κεφάλι της, που ούτε στον ίδιο της τον εαυτό δεν τα εξομολογούνταν. Όχι! Όχι, αμαρτίες! Είχε κι από αυτές, αλλά με τις αμαρτίες της είχε συμφιλιωθεί και πληρώσει το τίμημα. Είχε εξιλεωθεί. Αυτά που κράταγε, ήταν αυτά, που την είχαν πληγώσει βαθιά και δεν ήθελε να τα θυμάται, γιατί στην ουσία, δεν τα ξεπέρασε. Ούτε μετά από τόσα πολλά χρόνια. 
Καμιά φορά κάθονταν στο κρεβάτι της με τα μάτια ανοιχτά, κοιτώντας το κενό και το κεφάλι της γέμιζε από ανεπιθύμητες εικόνες, που έρχονταν απρόσκλητες. Από το πίσω μέρος του κρανίου της ταξίδευαν στο μπροστινό κι έβλεπε το νοσοκομείο, τον ορό να κρέμεται από το σταντ, τους γιατρούς να λένε ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Τότε γέμιζε η καρδιά της ξανά με την ίδια αγωνία και απελπισία που είχε εκείνες τις καταραμένες μέρες. Σε μια προσπάθεια να τις αποτινάξει από μέσα της, έκλεινε τα μάτια της και αντί να χαθούν, έπαιρναν υπόσταση. 
Άλλες πάλι φορές, τον έβλεπε στον ύπνο της. Απόμακρο, αμίλητο, με ζωγραφισμένη, στο πρόσωπό του την προσμονή. Χωρίς να της μιλά, τον ένιωθε να την παρακαλά να πάει κοντά του, γιατί του έλειπε. Γιατί ένιωθε μόνος του. Κι εκείνη να θέλει τόσο πολύ να το κάνει, αλλά να προσπαθεί ταυτόχρονα να διευθετήσει και τις εκκρεμότητες που είχε πίσω της. Πάντα την περίμενε υπομονετικά, πάντα πριν τα καταφέρει, ξύπναγε. 
Κομμάτι της ζωής της, που τελείωσε. Δεν το άφησε να επηρεάσει, σε καμιά περίπτωση, την μετέπειτα πορεία της. Συνέχισε με το κεφάλι ψηλά, αφήνοντας πίσω το παρελθόν και ατενίζοντας με αισιοδοξία το μέλλον. Έδωσε στον εαυτό της, τις ευκαιρίες που πίστευε ότι άξιζε, για να είναι ευτυχισμένη, αφήνοντάς το στη θέση του, εκεί που ανήκε. Κάτι στιγμές σαν κι αυτές, όμως, αναρωτιόταν αν πραγματικά, ίσχυε κάτι τέτοιο.
Όσο κι αν ήθελε να το αρνηθεί, ήξερε ποια ήταν η αλήθεια. Δεν τον είχε θρηνήσει, ούτε συγχωρήσει. Τα δάκρυα που είχε χύσει ήταν λίγα. Δεν έφτασαν βαθιά μες την καρδιά της. Του κράταγε κακία, γιατί της είχε υποσχεθεί ότι θα έκαναν μαζί ένα ταξίδι κι εκείνος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, μόνος του, χωρίς, ούτε καν, να την αποχαιρετίσει. Χωρίς να της πει ότι την αγαπά. Τώρα στοίχειωνε τα όνειρά της παρακαλώντας την να πάει μαζί του, να γεμίσει την μοναξιά του κι εκείνη ξύπναγε με τύψεις που δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει και να τον λυτρώσει.  
Δεν είχε αυταπάτες. Ήξερε ότι μέχρι να έρθει και η δική της η ώρα, πάντα θα της έλειπε. Ήξερε ακόμη ότι μέχρι να γίνονταν αυτό,  θα υπήρχαν πράγματα που θα της τον θύμιζαν. Ένα πρωινό, μια βροχή, ένα τραγούδι........
Τέλος

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Βρήκα ευκαιρία να το ρίξω λίγο έξω!!!!!

Δεν σε ξέχασα φιλενάδα! Υποσχέθηκα ότι θα παίξω και θα το κάνω. Βέβαια..... πέρασε πολύς καιρός.... αλλά νομίζω ότι δεν σε πειράζει που το κάνω τώρα, ε;
Για να καταλάβετε οι υπόλοιποι.... η Zoyzoy ή armenaki πριν μερικούς αιώνες, με προσκάλεσε σε ένα παιχνίδι ερωτήσεων, αλλά επειδή εγώ ήμουν ήδη στη μέση του τελευταίου διηγήματος, δεν κατάφερα να παίξω τότε. Θα το κάνω, σε αυτή την ανάρτηση. Είμαι σίγουρη ότι το έχετε ήδη παίξει γι’ αυτό, θα βάλω κι εγώ, μετά τις ερωτήσεις της φιλενάδας μου,  τις δικές μου και όποιος θέλει ας τις απαντήσει, εντάξει;
Είναι, επίσης, ευκαιρία να παίξω και το παιχνίδι του 
Στέφανου Ανδρουλιδάκη που μιλά για την νοσταλγία. Να γράψω, δηλαδή, ένα δικό μου απόφθεγμα  και ένα σχετικό τραγούδι...... Μετά, να βάλω μερικούς από εσάς να κάνετε το ίδιο. 
 Πάμε λοιπόν..... 
1. Τι ζώδιο είσαι; (αν γνωρίζεις ωροσκόπο και θέση Σελήνης ακόμη καλύτερα.) 
Είμαι το καλύτερο ζώδιο σε όλο το ζωδιακό κύκλο! Είμαι ψυχωτική με την τάξη και την καθαριότητα. Είμαι τελειομανής..... Μουρμουρίζω πολύ.  Γκρινιάζω.... λίγο λιγότερο από ότι μουρμουρίζω. Έχω άποψη για τα πάντα. Ναι! Το βρήκατε!!!! Είμαι Παρθένος..... με ωροσκόπο Παρθένο....... Διπλή δηλαδή, έτσι, για να βασανίζω κόσμο..... και έχω Σελήνη στον Κριό....... Τώρα, αυτό ειδικά, δεν ξέρω τι σημαίνει..... αλλά μάλλον για καλό.... δεν είναι....... σας το λέω σίγουρα!!!!
2. Τι σε ηρεμεί; 
Η απόλυτη αλήθεια, σε αυτή την ερώτηση είναι ότι, τίποτα δεν μπορεί να καταφέρει να με ηρεμήσει, τόσο όσο πρέπει, για να νιώσω κι εγώ, βρε αδερφέ, λίγη ανακούφιση.  Αυτός ο ξεδιάντροπος ο θυροειδής μου, αποφάσισε ότι, δεν του αρέσει να κάνει τη δουλειά του όπως παλιά -τον κούρασα λέει- με αποτέλεσμα, οι ορμόνες μου να είναι σε μόνιμο μπάχαλο...... (Τι;  Ο Γιώργος;;;;;;  Ήρωας!!!!).
3. Τι μουσική αγαπάς; 
Την Rock. Ταιριάζει στον χαρακτήρα μου και την ιδιοσυγκρασία μου. Εδώ, έχω πει παλιότερα πιο πολλά. Δεν θα σας κουράσω άλλο......
4. Τι προτιμάς βουνό ή θάλασσα;  
Καλά; Τόση ώρα δεν καταλάβατε, τίποτα; Τσάμπα γράφω τόσα κατεβατά; Άμα μπορούσα να τα ξεχωρίσω, θα ήμουν ευτυχισμένη...... Θέλω ένα βουνό..... μέσα στη θάλασσα. Πολλά ζητάω;;;;;
5. Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;
 Σε αυτή την ερώτηση θα απαντούσα ευχαρίστως, αν ήταν αλλιώς: Ποιο είναι το φαγητό που δεν σου αρέσει......... Αιώνες προσπαθώ να κόψω τις κακές συνήθειες....... αλλά μάταια.....
6. Ποιος είναι ο χειρότερος εφιάλτης σου;
Να είμαι μόνη, άρρωστη, σε ένα νοσοκομείο και να με μισεί η αποκλειστική........ (χαχαχαχα.... σας θυμίζει κάτι;).
7. Γράψε ένα τρελό σου όνειρο.
Να κερδίσω στο τζόκερ καμιά δύο εκατομμύρια ευρώ. Θα βάλω δικηγόρο να μοιράσει τα μισά στους αγαπημένους μου ανθρώπους, χωρίς να ξέρουν ότι είμαι εγώ από πίσω και με τα υπόλοιπα, θα κάνω μερικά πράγματα που αρέσουν σε μένα, χωρίς όμως να κινήσω τις υποψίες.....
8. Είσαι αισιόδοξος/η για το μέλλον;
χαχαχαχαχα..... ξέρω κι εγώ ένα με τον Τοτό! Να το πω; Χωρίς πλάκα; Όχι ιδιαίτερα! Όταν γίνεται κάτι, πάντα την καταστροφή θα μελετήσω πρώτα και μετά θα σκεφτώ αν μπορεί να υπάρχει φως στο τούνελ. Θα το σκεφτώ όμως...... Δεν μετράει;;;;;;
9. Είσαι ευχαριστημένος/η με την δουλειά που κάνεις;
Ευτυχώς, για μένα, κάνω αυτό που μου αρέσει και αγαπώ πολύ........ αλλά λεφτά δεν βγάζω......... σνιφ...... Δεν μπορείς να τα έχεις όλα σε αυτή τη ζωή...... δυστυχώς.
10. Τι θα άλλαζες, αν μπορούσες, στη ζωή σου;
Δεν νομίζω ότι θα ήθελα να αλλάξω κάτι...... Είμαι ευτυχισμένη, άσχετα που οικονομικά είμαι πάτος. Δεν είναι το χρήμα, το παν στη ζωή...... Έχω αυτά που θέλω, εκτός από τον πατέρα μου, που έφυγε πολύ γρήγορα και απότομα. Δεν πρόλαβα καν να το συνειδητοποιήσω......
11. Τι σε κάνει να συνεχίζεις το blogging;
Για μένα, προσωπικά, το blogging είναι τρόπος έκφρασης. Μπορώ να πω αυτά που έχω μέσα στο κεφάλι μου, είτε καλά είτε άσχημα και να βρω ανταπόκριση. Να βρω ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο. Να επιλέξω ή να με επιλέξουν χωρίς αυτό να γίνεται αναγκαστικά. Να μάθω πράγματα που κρύβει η τηλεόραση και οι μεγαλοδημοσιογράφοι. Να δω τον τόπο κάποιων ανθρώπων μέσα από τα δικά τους τα μάτια. Να διαβάσω διηγήματα, ποιήματα, από άλλους που γράφουν, γιατί τους αρέσει να το κάνουν και δεν έχουν την δυνατότητα να τα εκδώσουν. Και το πιο σημαντικό από όλα, είναι η στήριξη και η βοήθεια που έχω για το δικό μου το blog, από όλους αυτούς τους ανθρώπους, που χωρίς να με ξέρουν, με κάνουν να νιώθω τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη που κάνω αυτό που, πραγματικά, αγαπώ!!!!


Τώρα θα βάλω τις δικές μου ερωτήσεις.....
  • Αν δεν ήσουν από αυτόν εδώ τον πλανήτη, από ποιον θα ήθελες να είσαι και πως φαντάζεσαι ότι θα ήσουν;
  • Τι προτιμάς αυτοκίνητο ή μηχανή;
  • Τι θα ήθελες να είσαι στην επόμενη ζωή σου;
  • Γάμος ή συμβίωση;
  • Ποιο είναι το αγαπημένο σου μέρος;
  • Ποιο είναι το αγαπημένο σου ζώο;
  • Τι είναι αυτό που σε κάνει να νιώθεις άβολα;
  • Ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της, μέχρι τώρα, ζωής σου;
  • Ποια είναι η αγαπημένη σου εποχή;
  • Τι σου αρέσει να κάνεις, όταν έχεις χρόνο στη διάθεσή σου, μόνο για σένα;
  • Πόσα απίδια πιάνει ο σάκος;;;; (πλάκα κάνω..... απλά στέρεψα από ερωτήσεις.....).
Αν θέλετε και δεν έχετε παίξει, θα χαρώ πολύ να το κάνετε!!!!

Τώρα θα συνεχίσω με το άλλο κομμάτι.
Νοσταλγία. 
Όταν όλα στη ζωή σου είναι διαφορετικά απ’ ότι τα φαντάστηκες τότε νοσταλγείς τις παλιές  καλές εποχές, ενώ όταν όλα βαίνουν καλώς...... ξεχνάς πως έφτασες εκεί που είσαι......  Σταυρούλα Ζέρβα.

Και το τραγούδι που με αντιπροσωπεύει στην προκειμένη περίπτωση είναι το Summer of '69 του Bryan Adams. 




Εγώ έπαιξα, τώρα είναι η σειρά σας! 


Ο Στέφανος μου ζήτησε να βάλω κάποιους από εσάς να παίξετε το παιχνίδι του κι εγώ δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Υπέρ άνω υποψίας. στ’

Η Νία, άφησε το αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο και μπήκε στο καφενεδάκι. Δύο άτομα μπροστά της περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Μόλις τέλειωσαν, ήρθε η σειρά της.
«Τι θέλετε παρακαλώ!», της είπε η υπάλληλος.
«Ένα διπλό εσπρέσο. Σκέτο.».
«Για εδώ;».
«Όχι. Θα τον πάρω μαζί μου.».
Πήρε το πλαστικό ποτήρι και γύρισε στο αυτοκίνητο. Κάθισε πίσω από το τιμόνι, έβαλε τον καφέ στη θήκη του και ξεκίνησε για το σπίτι του Ευγένιου. Απόψε θα τέλειωναν όλα. Ο φάκελος στο διπλανό κάθισμα, θα έδινε το οριστικό τέλος στο μαρτύριο και των δυο. 
Έριξε το βλέμμα της, για μια στιγμή επάνω του και χαμογέλασε με πικρία. Τόσα χρόνια. Τόσος πόνος. Τόσο δάκρυ. Θα του το ’τριβε στα μούτρα, μόνο και μόνο για να μπορέσει... να λυτρωθεί; Να μπορέσει να πάρει πίσω...... Τι να πάρει; Τίποτα. Μόνο την ικανοποίηση ότι θα τον έκανε να πονέσει τόσο, όσο πόναγε κι η ίδια. Να τον εκδικηθεί, όπως ακριβώς του άξιζε.   
........
 Ο Ευγένιος σηκώθηκε πριν ξημερώσει. Τα μπουκαλάκια με την στρυχνίνη που ’χε βρει στο παλιό εργαστήριο τον είχαν τόσο χαροποιήσει, που ζήτημα ήταν, αν μπόρεσε να κοιμηθεί καμιά δυο ώρες μέσα στην νύχτα. Τα ’χε βάλει κάτω από το μαξιλάρι του, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά με τα παιχνίδια που δεν θέλουν να αποχωριστούν και κάθονταν ξάγρυπνος να τα φυλάει, φτιάχνοντας με το μυαλό του σενάρια, για το πως θα κατάφερνε να τα χρησιμοποιήσει. Δεν θα ήταν εύκολο, γιατί η Νία, από τη μία, δεν έμενε πολύ και από την άλλη, όσο ήταν εκεί, δεν τον άφηνε από τα μάτια της. 
Μπήκε στην σκοτεινή κουζίνα, κουβαλώντας στην τσέπη της πιτζάμας του, τα φιαλίδια. Δεν άναψε το φως. Προχώρησε και στάθηκε μπροστά από το μεγάλο παράθυρο, παρακολουθώντας πέρα στον ορίζοντα, το πρώτο φως της μέρας, να κάνει την εμφάνισή του δειλά δειλά. 
«Αυτή είναι η τελευταία μέρα που θα αντικρίσεις! Θα γλιτώσω από εσένα, μια και καλή!», ψιθύρισε σαν να ήταν κι αυτή εκεί και δεν ήθελε να τον ακούσει. 
Είχε λίγο χρόνο  ακόμη, μέχρι να κάνει την εμφάνισή της. Γέμισε τον βραστήρα με νερό και τον άναψε. Έβαλε το αγαπημένο του φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι με ένα φακελάκι τσάι μέσα και κάθισε μπροστά του, περιμένοντας το νερό να βράσει. Σήμερα θα έβαζε ζάχαρη. Και γάλα. Σήμερα θα επέτρεπε στον εαυτό του, μια μικρή κατάχρηση, έτσι, για να το γιορτάσει. Μόλις το νερό ήταν έτοιμο, έφτιαξε το τσάι του και άρχισε να το απολαμβάνει.
Το κλειδί στην εξώπορτα δεν το άκουσε. Άκουσε μόνο το τρίξιμο των μεντεσέδων, καθώς άνοιγε. Ήρθε νωρίτερα, από το συνηθισμένο. Έβαλε το χέρι του πάνω στην τσέπη. Δεν τα ’χε κρύψει. Τώρα δεν προλάβαινε να κάνει κάτι. Τον έπιασε κρύος ιδρώτας.  Δεν έπρεπε να τα βρει επάνω του, αλλά ήταν αργά. Η Νία μπήκε στην κουζίνα, κρατώντας στο ένα χέρι τον καφέ της και στο άλλο, ένα κόκκινο φάκελο.
«Εδώ είσαι, παλιόγερε; Καλύτερα!», του είπε.
Ο Ευγένιος, ασυναίσθητα, κάρφωσε το βλέμμα του στον καφέ της. Όταν συνειδητοποίησε ότι αυτό θα την έβαζε σε υποψίες, σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τα δικά της. Ποτέ άλλοτε δεν το ’χε κάνει. Το μίσος που έτρεφε για το άτομό της ήταν τόσο, που όσο λιγότερο την έβλεπε, τόσο καλύτερα ήταν. Έμεινε εκεί να την κοιτάει, σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Τα μάτια της, είχαν κάτι. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό το κάτι, αλλά ήταν εκεί και ήταν τρομακτικό.
Η Νία προχώρησε πιο μέσα και ακούμπησε τα πράγματά της πάνω στον πάγκο, δίπλα στον βραστήρα. 
«Σήκω να πας στο μπάνιο, να σε ξεβρομίσω, γιατί θέλω να μιλήσουμε μετά.».
Ο Ευγένιος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του.
«Δεν πάω πουθενά, βρώμα! Να σηκωθείς και να φύγεις από δω μέσα! Δεν ξανά κάνω τίποτα από ότι μου λες!».
«Δεν θα φάω όλη τη μέρα μαζί σου, βρωμόγερε! Σήκω!».
Τον έπιασε από το μανίκι της πιτζάμας του και τον τράβηξε. Εκείνος έπεσε στο πάτωμα, δίπλα στην καρέκλα. 
«Σκύλα! Δεν πάω πουθενά! Κατάλαβες;».
«Πάω στο μπάνιο να βγάλω ρούχα. Σε δύο λεπτά ή έρχεσαι ή εδώ που είσαι, γίνεται ο τάφος σου!», του είπε και βγήκε από την κουζίνα. 
Δεν πίστευε στην τύχη του. Σηκώθηκε από το δάπεδο με αρκετή δυσκολία, αλλά η έξαψη ήταν τόσο μεγάλη που με ένα βήμα, βρέθηκε δίπλα στον καφέ της. Έβγαλε το ένα μπουκαλάκι από την τσέπη του και το άνοιξε. Τα χέρια του, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, είχαν σταματήσει να τρέμουν. Διαύγεια. Αδρεναλίνη. Ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων που είχε ξεθωριάσει με το πέρασμα των χρόνων και την αδράνεια, τώρα ήταν πάλι εκεί, σαν να ήταν μόλις χθες. 
«Όπως παλιά!»,  σκέφτηκε. 
Ξεκαπάκωσε το πλαστικό ποτήρι, έριξε το δηλητήριο μέσα στο καφέ υγρό και έβαλε πάλι το καπάκι στη θέση του. Έβγαλε το δεύτερο φιαλίδιο από την τσέπη του και μαζί με το άδειο, άνοιξε το συρτάρι με τις καθαρές πετσέτες και τα τοποθέτησε στον πάτο του, όσο πιο βαθιά μπορούσε. 
«Τώρα θα δεις σιχαμένη, τι σημαίνει Ευγένιος!», χαμογέλασε χαιρέκακα και ξανά κάθισε στη θέση του.
Η Νία γύρισε στην κουζίνα βρίσκοντάς τον στο τραπέζι, να πίνει ήρεμος το τσάι του.
«Δεν έχεις τον Θεό σου, παλιάνθρωπε!». 
Πήγε στον πάγκο, πήρε τον καφέ και τον φάκελο και τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. 
«Καλά, λοιπόν. Ας τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.».
Δεν κάθισε. Δεν θα ’κανε ψιλοκουβέντα μαζί του. Θα του τα ’λεγε έξω από τα δόντια. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της.
Ο Ευγένιος την κοίταζε με απάθεια. 
«Αλεξάνδρα.», του είπε.
Του κόπηκε η ανάσα. Το χρώμα του άλλαξε λες κι έφυγε το αίμα από το πρόσωπό του, αλλά δεν είπε τίποτα.
«Δεν μιλάς, τώρα ε; Από την έκφρασή σου φαίνεται ότι θυμάσαι. Δεν ξέχασες! Ωραία! Το κάνεις λίγο πιο εύκολο!».
«Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα που κατέστρεψες χωρίς να νοιαστείς ούτε ένα λεπτό για αυτή. Που μόνο μέλημά σου ήταν να κερδίσεις εξουσία και χρήμα. Αυτή η Αλεξάνδρα, ήταν η μητέρα μου.».
Ο Ευγένιος εξακολουθούσε να μη μιλά. Τι τον ένοιαζε που η εν λόγω γυναίκα, ήταν η μητέρα, αυτής εδώ; Σκασίλα του. Αυτός είχε να την δει, ούτε θυμόταν από πότε. Η Νία ήπιε κι άλλο καφέ. 
«Όταν έφυγε εκείνο το βράδυ από το σπίτι της, ήταν έγκυος!».
«Ώστε η κόρη του υπουργού ήταν, λοιπόν.... Γι’ αυτό το μίσος! Ήθελε να εκδικηθεί για τον πατέρας της! Δεν θα προλάβαινε να χαρεί για πολύ!», σκέφτηκε ο Ευγένιος, αλλά δεν έβγαλε τσιμουδιά. Η Νία ήπιε λίγο ακόμη καφέ. Όσο έβλεπε το ποτήρι της να κατεβαίνει, τόσο πιο ευχαριστημένος ήταν. 
«Ξέρω τι σκέφτεσαι! Δεν είναι, όμως, έτσι! Δεν είμαι δικό του παιδί....... Δικό σου είμαι!».
Ο Ευγένιος πετάχτηκε από την καρέκλα σαν να του έριξε κάποιος καυτό νερό στα πόδια. 
«Αποκλείεται! Ψέματα!!!!! ΛΕΣ ΨΕΜΑΤΑ!!!!! Θες να μου κάνεις κακό!!!!! ΨΕΜΑΤΑ!!!!!», φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής του.
«Τώρα αρχίζεις και μπαίνεις στο νόημα!», του είπε η Νία. Επιτέλους, το βάρος όλων των χρόνων που πέρασαν, άρχισε να φεύγει σιγά σιγά από τους ώμους της.       
Έσπρωξε το φάκελο προς το μέρος του.
«Καμιά αμφιβολία... Εγώ....δεν είχα ποτέ..... αλλά ήξερα ότι θα έχεις... Εσύ. Ξέρεις τι σημαίνει εξέταση DNA, έτσι; Αλλά τι λέω; Γιατρός είσαι! Σίγουρα ξέρεις!», σήκωσε ξανά τον καφέ και ήπιε την τελευταία γουλιά. 
Ο Ευγένιος κοίταξε τον φάκελο με αηδία, σαν να έβλεπε φίδι.  Δεν τόλμαγε να πλησιάσει και να τον ανοίξει.
«Δεν ήταν δύσκολο, να βρω ιστό για να κάνω το τεστ. Καταλαβαίνεις....... Είχα όλο το χρόνο να το κάνω και να το κάνω σωστά!», άρχισε να έχει δυσκολία στην αναπνοή. 
«Από την ταραχή μου θα είναι.», σκέφτηκε η Νία.
Άνοιξε τον φάκελο και του πρότεινε το χαρτί. Ο Ευγένιος έκανε μερικά βήματα πίσω κι ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε την πλάτη του και το αριστερό του χέρι άρχισε να μουδιάζει. 
«Πάρ’ το από μπροστά μου! Δεν είναι αλήθεια! Δεν είσαι δικό μου παιδί! Ποτέ δεν είχα παιδιά!», φώναζε τόσο δυνατά που ο πόνος έφτασε και στο στήθος του. 
«Όταν έφυγε η Αλεξάνδρα από την Ελλάδα, ήταν ήδη τεσσάρων μηνών έγκυος. Μετά την γέννησή μου το ’ριξε στο ποτό. Γνώριζες ότι ήταν ευαίσθητος άνθρωπος. Εκεί πόνταρες. Όταν το ανακάλυψαν, απείλησαν ότι θα της πάρουν το μωρό και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, κρυφά, χωρίς να ξέρει κανείς. Αλλά δεν άντεξε για πολύ. Πέθανε από το ποτό όταν εγώ ήμουν εφτά. Μέχρι τα εφτά μου όμως, μέσα στο παραλήρημα του ποτού και της απελπισίας, φρόντισε να με γεμίσει μίσος. Μέχρι τα εφτά μου κατάφερε να με δηλητηριάσει τόσο, που δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο, όλα αυτά τα χρόνια, από το πως θα σε κάνω να σέρνεσαι στα πόδια μου και να παρακαλάς....... για λύτρωση..... ».
«Ψέματα!!!!! Έκανα έρευνα για σένα! Πουθενά δεν λέει ότι μητέρα σου ήταν η Αλεξάνδρα. Η μητέρα σου λέγεται Ελένη και είσαι αγνώστου πατρός.......», τώρα τσίριζε.
Η Νία ένιωσε τα άκρα της να μουδιάζουν, αλλά συναισθηματικά ήταν πολύ φορτισμένη για να καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. 
Με κοφτές ανάσες συνέχισε.
«Ήξερε ότι.... ήταν άρρωστη. Ήξερε ότι... θα πεθάνει.... Είχε.... γυρίσει με ψεύτικο όνομα..... Ήταν σύζυγος υπουργού.... κάποτε...... Όλοι θα μάθαιναν...... Ντρεπόταν.... για την κατάντια..... Μου ζήτησε..... να μην πω σε κανένα... Ούτε στο ... ορφανοτροφείο.... τους είπα..... Κατέληξα εκεί.... όταν... με ... βρήκε στο δρόμο.... να περιπλανιέμαι.... ένας παπάς....Το μόνο .... αληθινό, είναι.... το όνομά μου.... Το δικό σου... όνομα που... το κουβαλάω.... κατάρα..... στους ώμους μου..... Ευγενία.... για να μην ξεχάσω ΠΟΤΕ! Και δεν ξέχασα.......  Τι έπαθα;;;;; Δεν μπορώ να ανασάνω......», η αναπνοή της ήταν κοφτή και το σαγόνι της δεν μπορούσε να το κουνήσει. Η καρδιά της χτύπαγε δυνατά.
Ο Ευγένιος ένιωσε το σφίξιμο στο στήθος σαν μέγγενη. Γονάτισε. Η Νία, με δυσκολία, καταλαβαίνοντας ότι παθαίνει έμφραγμα ο Ευγένιος, πήρε το χαρτί και το έβαλε στο πάτωμα ακριβώς μπροστά του. Ήθελε να σηκώσει το κεφάλι του, να μην κοιτάξει, αλλά δεν είχε επιλογή. 
«Πάρ’ το από μπροστά μου.... σκύλα!!! Είναι.... ψεύτικο!!!! Αλλά.... δεν θα ζήσεις..... για να χαρείς!!!!!».
Η Νία κοκάλωσε. Δεν ήταν η ταραχή της. Την δηλητηρίασε...... Πως;;;;;; Πότε;;;;;; Τα συμπτώματα..... Ίδια με το αρχείο από το χρηματοκιβώτιο...... 
Τα μπλε φώτα έξω από την μονοκατοικία αναβόσβηναν. Άντρες κατέβαιναν από τα άσπρα αυτοκίνητα που είχαν τα φώτα και χάνονταν στο εσωτερικό του σπιτιού. Δύο ασθενοφόρα. Τέσσερις τραυματιοφορείς, έβγαζαν δύο δύο τα κρεβάτια από τα οχήματα. Ο Αστυνόμος Λαζάρου δεν έβλεπε πρώτη φορά το συγκεκριμένο σκηνικό. Κατέβηκε από το δικό του αυτοκίνητο με τις συμβατικές πινακίδες και προχώρησε ανάμεσα από τον κλοιό που είχαν σχηματίσει οι συνάδελφοί του, δείχνοντας την υπηρεσιακή του ταυτότητα. Πριν μπει μέσα, έβγαλε από το μπουφάν του ένα ζευγάρι γάντια και τα φόρεσε. Το σπίτι ήταν τεράστιο και γεμάτο αστυνομικούς. Προχώρησε στο μακρύ διάδρομο. Στο βάθος αριστερά, από μια είσοδο, ένα χλωμό φως, άναβε κι έσβηνε.
«Ο φωτογράφος της σήμανσης. Εκεί είναι ο τόπος του εγκλήματος.», σκέφτηκε.
Μόλις έφτασε στην πόρτα, μπροστά του ανοίχτηκε όλο το σκηνικό.  Μια μεγάλη κουζίνα, με ένα τεράστιο παράθυρο που έβλεπε στην ανατολική πλευρά του κήπου. Κλασική, χωρίς πολλά πολλά. Μια εργένικη κουζίνα, με τα απαραίτητα. Τραπέζι, καρέκλες, φούρνο που δεν είχε χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ, ψυγείο, νεροχύτη.... Χωρίς στολίδια..... χωρίς κατσαρολικά να είναι διάσπαρτα στους πάγκους. Αποστειρωμένη. 
Η μια καρέκλα ήταν τραβηγμένη προς τα πίσω. Δεν ακούμπαγε στο τραπέζι. Δίπλα της ένας παππούς, ξαπλωμένος, μπρούμυτα. Κάτω από το μάγουλό του, ένα χαρτί. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού μια καρέκλα πεταμένη ανάσκελα, δίπλα σε μια κοπέλα. Ξανθιά, μεγαλόσωμη. Πάνω στο τραπέζι ένα φλιτζάνι με λίγο τσάι, ένα πλαστικό ποτήρι με υπολείμματα από καφέ και ανοιχτός, ένας κόκκινος φάκελος.
Ένας αστυνομικός έπαιρνε φωτογραφίες και ο ιατροδικαστής εξέταζε τα πτώματα.
«Τι λες να έγινε εδώ;», ρώτησε ο Λαζάρου.
Ο ιατροδικαστής, σήκωσε το βλέμμα του στον Αστυνόμο.
«Ο γέρος, μάλλον, έπαθε έμφραγμα. Η άλλη, δεν ξέρω ακόμη. Θα τελειώσουμε με τη φωτογράφιση και θα τους πάρω στο νεκροτομείο. Μετά τις τοξικολογικές θα ξέρω σίγουρα. Αυτό πάντως, κάτω από τον παππού, είναι τεστ DNA. Φαίνεται, αν κοιτάξεις εκεί που εξέχει το χαρτί κάτω από κεφάλι.... Υπάρχει πιθανότητα να είναι πατέρας και κόρη...... Θα κάνω όμως κι εγώ ένα, να δω. Μπορεί να ανήκει σε διαφορετικούς ανθρώπους.... Δεν έχω κάτι άλλο προς το παρόν.».
Ο Λαζάρου βγήκε από την κουζίνα και κατευθύνθηκε στην βιβλιοθήκη του σπιτιού. Ήθελε να ρίξει μια ματιά σε όλο το σπίτι, μήπως έβρισκε κάτι.
«Προβλέπεται δύσκολη κι αυτή η εβδομάδα!», σκέφτηκε. 
ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Υπέρ άνω υποψίας. ε'

Η δεύτερη πόρτα της αποθήκης, είχε χρόνια να ανοιχτεί. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, έβαλε μπροστά το ερμάριο με τους φακέλους των ασθενών του και δεν ξανά κατέβηκε την σκάλα, που βρίσκονταν από πίσω. Κανένας άλλος, εκτός από τον ίδιο, δεν ήξερε ότι αυτή η σκάλα οδηγούσε στο εργαστήριο. 
Όταν αγόρασε το σπίτι, ο πρώτος χώρος που επιμελήθηκε, ήταν αυτός. Άσπρα πλακάκια στους τοίχους και το πάτωμα. Λάμπες φθορισμού, με έντονο ψυχρό φως. Δύο υπολογιστές τελευταίας τεχνολογίας, εποχής, για τις αναλύσεις. Δύο ψυγεία. Ένα για τα δείγματα, ένα για τα φάρμακα. Δοκιμαστικοί σωλήνες, αποστειρωτές, εργαλεία. Μηχάνημα ανάλυσης αίματος, φυγόκεντρος, περιστροφικός εξατμιστήρας. Μικροσκόπιο. Στερεοσκόπιο. Πολλοί γιατροί θα  ζήλευαν, αν ήξεραν την υπάρξή του, τότε.


Η περιπέτεια του Ευγένιου στο γραφείο της βιβλιοθήκης, έληξε αισίως. Τον βρήκε η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι, μια ώρα μετά και κάλεσε αμέσως ασθενοφόρο. Αυτό λειτούργησε προς όφελός του. O γιατρός του είπε ότι, το έμφραγμα δεν ήταν σοβαρό, αλλά αν δεν πήγαινε άμεσα, τότε τα πράγματα δεν θα είχαν καλή έκβαση. 
Όταν ξανά γύρισε στο σπίτι, το μίσος του για την Νία ήταν ακόμη πιο έντονο. Εξαιτίας της είχε ξεχάσει να πάρει τα φάρμακα. Αν δεν ήταν αυτή η σκύλα να τον παιδεύει, θα ήταν πιο συγκεντρωμένος. Πιο χαλαρός. Αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την εκδικηθεί. Να την στείλει από εκεί που 'ρθε και ακόμη παραπέρα, αν ήταν δυνατόν.  Και τότε, στο μυαλό του, ήρθε το εργαστήριο.

......
Το ερμάριο, ήταν βαρύ. Δεν μπορούσε να το μετακινήσει, όσο ήταν γεμάτο. Άνοιξε τα συρτάρια κι άρχισε να βγάζει τους φακέλους, από μέσα, στοιβάζοντάς τους σε μια άκρη της αποθήκης. Όταν τέλειωσε με αυτούς, τράβηξε τα συρτάρια ένα ένα και τα έβγαλε κι αυτά. Το κουφάρι που απέμεινε, ήταν, επιτέλους, ελαφρύ. Το τράβηξε και το παράτησε μέσα στη μέση της αποθήκης. 
Το κλειδί. Είχε ξεχάσει να το φέρει μαζί του. Ήταν  στο χρηματοκιβώτιο μαζί με τον φάκελο. Όταν η Νία του έκλεψε τα αρχεία, δεν έκανε καν τον κόπο να δει αν του το 'χε αφήσει ή όχι. Τον έπιασε κρύος ιδρώτας.
«Ηρέμησε! Δεν είναι να ξανά παθαίνεις έμφραγμα.... τώρα!», σκέφτηκε.
«Το κλειδί της είναι άχρηστο. Δεν γνωρίζει, για το εργαστήριο, για να το συνδέσει με αυτό.» 
Όσο γρήγορα μπορούσε, πήγε στην βιβλιοθήκη. Μετακίνησε τα ράφια και άνοιξε το χρηματοκιβώτιο. Μέχρι να συνηθίσει η όρασή του το σκοτεινό περιεχόμενο, του κόπηκε η ανάσα.  Έβαλε το χέρι του μέσα και με την παλάμη του ψηλάφισε το επάνω ραφάκι. 
«Κάπου εδώ πρέπει να είναι!», είπε εκνευρισμένος.
Με την άκρη των δαχτύλων του έπιασε την ψυχρή επιφάνεια του κρίκου. Έβαλε το χέρι πιο βαθιά και άρπαξε το κλειδί.  Ξεφύσηξε με ανακούφιση. Γύρισε στην αποθήκη. Άνοιξε την πόρτα. Μετά από τόσα χρόνια, δεν ήταν σίγουρος αν τα φώτα λειτουργούσαν ακόμη. Πάτησε τον διακόπτη που βρίσκονταν στα αριστερά του. Οι λάμπες στο βάθος, πέρα από τη σκάλα, τρεμόπαιξαν για λίγο και τελικά άναψαν. Άρχισε να κατεβαίνει. Αμέσως στα ρουθούνια του ήρθε η μυρωδιά της εγκατάλειψης. Ο αέρας ήταν βαρύς, νοτερός. Μούχλα, σκόνη, αράχνες. Όταν έφτασε στη βάση της σκάλας, αποκαλύφθηκε το μέγεθος της καταστροφής. Πολλά από τα πλακάκια στους τοίχους είχαν πέσει στο δάπεδο  σπάζοντας και το κίτρινο φως των λαμπτήρων, έδινε στο χώρο μια απόκοσμη αίσθηση. Την αίσθηση του θανάτου. 
Δεν είχε κατέβει, όμως, για επιθεώρηση. Ήταν σίγουρος για το τι συνέβαινε εδώ κάτω. Πολλές φορές άκουγε τα ποντίκια να τρέχουν με τα μικρά τους ποδαράκια πάνω κάτω στα μηχανήματα, το γραφείο, τους πάγκους. Είχε δει στην φαντασία του τις αράχνες, να πλέκουν τους περίτεχνους ιστούς τους, καλύπτοντας τα κενά ανάμεσα στους υπολογιστές και τα εργαλεία. Έτσι, δεν του έκανε καμιά εντύπωση το αποτέλεσμα. Το περίμενε, μάλιστα, σε χειρότερη κατάσταση. 
Προχώρησε πιο μέσα. Θυμόταν, ακριβώς, σε πιο από τα ντουλάπια το φύλαγε. Όταν μπορούσε να το προμηθευτεί, με την ιδιότητα του γιατρού, πήρε αρκετό. Το περισσότερο το χρησιμοποίησε στην γυναίκα του. Δόση με τη δόση, παρακολούθηση στην παρακολούθηση, θυμόταν τα συμπτώματα και χωρίς να έχει τον φάκελο μπροστά του. Ταραχή. Φόβος. Μυικές συσπάσεις και πόνος. Καταστροφή των νεφρών και του ήπατος. Πυρετός. Σφίξιμο στο σαγόνι. Άκαμπτα άκρα. Σκούρα ούρα. Δυσκολία στην αναπνοή. Η τελευταία δόση, που ήταν υψηλή, την είχε αποτελειώσει. Αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλικός θάνατος. 
Με χέρια που έτρεμαν από αγωνία, άνοιξε το ντουλάπι. Ένα ποντίκι έτρεξε και χάθηκε στην τρύπα που είχε ανοίξει, από πίσω, για να μπορεί να μπαινοβγαίνει εκεί μέσα.  Ο Ευγένιος τινάχτηκε πίσω.
«Αι στο διάολο με κατά τρόμαξες!», είπε όταν κατάλαβε τι ήταν η μαλλιαρή μπάλα που βρέθηκε για λίγο μπροστά του. 
Όταν ξεπέρασε την ταραχή του, κοίταξε ξανά το ντουλάπι. Τα δύο τελευταία μπουκαλάκια ήταν εκεί, άκαμπτα, σαν να τον περίμεναν. Οι ετικέτες τους είχαν κιτρινίσει από το πέρασμα του χρόνου και τα γράμματα είχαν σχεδόν ξεθωριάσει. Ακόμη, όμως, μπορούσε κανείς να διαβάσει, τα μικρά μαύρα γράμματα. Strychnine.
«Εδώ είμαστε!», είπε και χαμογέλασε σαρδόνια. Δεν ήταν σίγουρος για το πως θα κατάφερνε να την χορηγήσει. Θα έβρισκε την ευκαιρία. Θα του την έδινε, η ίδια, εν αγνοία της. Είχε καταλάβει, πολύ καιρό τώρα, την αδυναμία της στο καφέ. Τον σκέτο καφέ. Ακόμη καλύτερα. Το θέμα ήταν να του δοθεί μόνο η κατάλληλη στιγμή...... Και θα την έβρισκε.....