Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Και.... για του λόγου του αληθές.....

..... πάρτε μια γεύση και μετά πείτε μου εάν έχω άδικο.....










 Οι πρώτες μέχρι τους γλάρους, είναι το Σάββατο στους Αμμόλοφους της Καβάλας, στην παραλία Όαση που κατέληξε σε νυχτερινό μπάνιο και οι υπόλοιπες είναι από χθες στον Μπάτη (πάλι Καβάλα).
Χθες, βέβαια, μετά.... μας πότισε με μια βροχή.... αλλά δεν βαριέστε; Ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται......

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Θέλω να κάνω μια παρένθεση......

Όλες αυτές τις μέρες, μετά την τελευταία ανάρτηση που έκανα...... κάθομαι μπροστά στη λευκή επιφάνεια του υπολογιστή και προσπαθώ να συγκεντρωθώ για να συνεχίσω την ιστορία μου..........ΑΛΛΑ.....
Πρώτον, άλλαξα βάρδια..... Αυτό σημαίνει ότι τώρα είμαι το πρωί στο χωριό. Τι εννοώ; Ότι σηκώνομαι με τη δροσούλα, τρόπος του λέγειν, γιατί στις 9 ο ήλιος ζεματάει και ανεβαίνω στο μαγαζί...... Δηλαδή..... τέλος τα σκοτάδια που βοηθούν στην συγκέντρωση και την έξαψη της φαντασίας, τουλάχιστον για μένα..... 
Δεύτερον, η θάλασσα.... Όχι καλέ..... Το χωριό είναι στο βουνό, δεν άλλαξε τοποθεσία...... Αλλά να..... ο Γιώργος μου, μετά τη δουλειά, με πάει στη θάλασσα για να δροσιστώ κομμάτι από τη κάψα της μέρας........ 
Μετά από αυτά..... μπορώ εγώ να βλέπω πέμπτη κι έκτη διάσταση;;;;;;; Κλείνω τα μάτια και βλέπω ψαράκια, βαρκάκια, κυματάκια, βραχάκια και όλα τα -ακια που αφορούν τη θάλασσα. 
Ένα σας λέω.... ότι κάνω πράγματι πολύ φιλότιμες προσπάθειες..... αλλά το μυαλό μου δεν μπορώ να το βάλω να κάνει ότι θέλω εγώ. Ενώ ξεκινάω να γράψω για τον Βασίλη και τον Τάκη....... ξαφνικά ξεστρατίζει και βρίσκομαι με τον παγωμένο καφέ στην παραλία να μετράω βοτσαλάκια........ 
Συγγνώμη που σας έχω αφήσει σε αγωνία..... αλλά έχω πάθει black out....... Ελπίζω  να με καταλαβαίνετε και να με συγχωρήσετε. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν θα το αφήσω έτσι. Θα το ολοκληρώσω.... μόνο που δεν ξέρω πότε.......
Ευχαριστώ για την κατανόηση......

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. η'

Χρυσές και οι έξι και σφιχταγκαλισμένες. Δεν μπορούσε κανείς να τις χωρίσει, ακόμα, αλλά η μοίρα τους ήταν σκληρή και δεν θα τις άφηνε να συνεχίσουν το αέναο ταξίδι τους στην λήθη. Θα έκοβε την μια και θα την ξεμπρόστιαζε. Θα την έριχνε  με μανία στον χώρο και τον χρόνο και το μυστικό της θα αποκαλύπτονταν. Όλη η γνώση....... Όλο το πάντα......
Ο Βασίλης κοίταγε ψηλά, εκστασιασμένος. Ότι κι αν ήταν αυτό που αντίκριζε, ήταν πανέμορφο. Λαμπύριζε. Στροβιλίζονταν. Άρχισε να αλλάζει χρώματα. Χρυσό, Ασημί, Κόκκινο, Κίτρινο, Λευκό. Ξανά πάλι. Χρυσό...... Έβγαινε μέσα από τα σύννεφα και έφτανε στο έδαφος. Σαν να υπήρχε πάνω από αυτά ένα σκάφος..... ένα ούφο......
«Μας την έπεσαν οι εξωγήινοι;», σκέφτηκε και γέλασε με την ίδια του τη σκέψη.
Και τότε έγινε. Βαθιά στο διάστημα και πέρα από το γνωστό σύμπαν. Ο ήχος εκκωφαντικός, το κύμα σφοδρό.
Η δύναμη της ταλάντωσης παρέσυρε στο πέρασμά της ότι υπήρχε δίπλα της και εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από αυτή. Άγνωστοι κόσμοι χάθηκαν. Σύμπαντα διαλύθηκαν και ήταν θέμα χρόνου, όλο αυτό το κακό, να φτάσει και στη γη....
.........

Εξέπεμπαν φως. Αυτό τον καθοδηγούσε μέσα στο σκοτεινό πυκνό δάσος. Οι επιφάνειες έγιναν πιο φωτεινές, δημιουργώντας τρεις ακτίνες. Τρεις ακτίνες που συναντήθηκαν στο κέντρο κι έφτιαξαν μία. Αυτή η μια του χάραξε τον δρόμο για το ξέφωτο.
«Τι ευχάριστη έκπληξη, να είσαι κι εσύ εδώ!», είπε ο Ευδόκιμος στον Βασίλη, μόλις έφτασε εκεί.
Ο Βασίλης δεν τον είχε αντιληφθεί, ως τη στιγμή που του μίλησε. Γύρισε αργά το κεφάλι του προς την κατεύθυνση του Ευδόκιμου.
«Τι σημαίνουν όλα αυτά; Τι είναι αυτό από ’κει πάνω; Τι είναι αυτό που κρατάς;», όλες οι ερωτήσεις με μια ανάσα. Τα ’χε χαμένα. 
«Δεν έχω χρόνο να σου εξηγήσω, τώρα...... Περίμενε να στήσω τους καθρέφτες.....», είπε και τους ακούμπησε απαλά στο έδαφος. 
Η ακτίνα που εξέπεμπαν πριν, χάθηκε όταν ο Ευδόκιμος άνοιξε τους δύο ακριανούς, τόσο όσο χρειάζονταν, για να παγιδεύσει μέσα τους όλο το πλάτος της δέσμης που ήταν μπροστά τους. Μετά,  έκλεινε και τους τρεις λίγες μοίρες, ώστε να βλέπουν ψηλά και απομακρύνθηκε από κοντά τους.
Οριακά πρόλαβε. Η δύναμη από τα τρία κάτοπτρα μείωσε την ταλάντωση και γλύτωσε τα υπόλοιπα σύμπαντα από την καταστροφή. Δεν σταμάτησε, όμως να ξετυλίγεται...... Συνέχισε μέχρι που έφτασε στο έδαφος και αποχωρίστηκε. Όταν έγινε αυτό, οι υπόλοιπες έσβησαν σιγά-σιγά και χάθηκαν ξανά στη λήθη.
Ο Ευδόκιμος και ο Βασίλης παρακολουθούσαν μαγεμένοι, χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν λέξη. 
«Ωωω Θεέ μου, αυτή είναι η έκτη διάσταση!!!!!!», είπε ο Ευδόκιμος τελικά, όταν αυτή άρχισε να απλώνεται σαν λεπτή, άυλη, χρυσή κουρτίνα. 
«Η κουρτίνα είναι η Πύλη!», σκέφτηκε.
Οι ρευστές επιφάνειες στα κάτοπτρα, άλλαξαν ξανά υπόσταση. Τώρα είχαν στερεοποιηθεί πάλι, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο πεδίο ανάμεσα σε αυτούς και την πύλη. Κάτι που ο Βασίλης αγνοούσε, αλλά όχι και ο Ευδόκιμος. Τώρα ήταν η ευκαιρία του να τον  παγιδεύσει μέσα σε εκείνο το πεδίο και τα κάτοπτρα να τον στείλουν κατευθείαν στην καρδιά της έκτης διάστασης.
Ο Βασίλης γύρισε στον Ευδόκιμο.
«Τι εννοείς όταν λες έκτη διάσταση;»
«Δεν εννοώ τίποτα. Απλά διαπιστώνω....... Μπροστά σου, αγαπητέ μου, εμφανίζεται η έκτη διάσταση, αλλά δεν έχεις την γνώση ... Ούτε την πέμπτη δεν μπόρεσες ..... κι ας βρέθηκες εκεί..... Καλά που σε γύρισα πίσω..... ». 
«Έκτη;;;; Πέμπτη;;;;; Τι λες τώρα;;;;;;» και τότε συνειδητοποίησε.....
«Εσύ;;;; Πως;;;;;».
Ο Ευδόκιμος, κάγχασε.
«Εγώ πως; Πολύ εύκολα..... Με αυτό......», του ’δειξε τον τοκά της ζώνης του. 
Μεταλλικός, παραλληλόγραμμος, μεγαλύτερος από τους κλασσικούς,  με περίεργες εσοχές και σύμβολα. 
«Τι είναι αυτό;», μισόκλεισε τα μάτια του ο Βασίλης.
«Ο συνδετικός κρίκος..... ανάμεσα στους κόσμους...... Ακόμη και τον κόσμο των νεκρών..... Το νεκροταφείο...... μακριά από το νεκροταφείο.....Τέλος πάντων..... Τι νόμιζες δηλαδή, ότι θα σε άφηνα να τα χαλάσεις όλα;».
Ο Βασίλης άρχισε να εκνευρίζετε.
«Εγώ;;;; Φταίω εγώ για κάτι;;;; Από την ημέρα που πάτησες το καταραμένο το πόδι σου, σε αυτόν εδώ τον τόπο, έχασα τον ύπνο μου, την ησυχία μου...... τη ζωή μου και μου λες ότι σου χαλάω και τα σχέδια;;;;;; Περπατάω και δεν ξέρω που βρίσκομαι και που πάω και εσύ ...... εσύ.......», τον πλησίαζε απειλητικά.
Ο Ευδόκιμος έκανε μερικά βήματα μακριά από τον Βασίλη, προς την πύλη. Δεν τον φοβόταν, απλά ήθελε να τον φέρει πιο κοντά στην πηγή της ενέργειας..... Μετά θα τον έσπρωχνε..... και ο Βασίλης θα ταξίδευε στην  άλλη πλευρά.... Τώρα αν θα κατάφερνε να περάσει και να παραμείνει και ζωντανός..... ακόμη καλύτερα..... Αυτό.... θα ήταν σίγουρα.... το καλύτερο.....
.........
Ο Τάκης άκουγε συνομιλία. Δεν έβλεπε τα άτομα, αλλά κάποια στιγμή, ο ένας από τους δύο σήκωσε τον τόνο της φωνής του.
«Αυτός είναι ο Βασίλης...... Τι στον κόρακα; Με ποιον τσακώνεται μέσα στο δάσος;», μουρμούρισε.
Έτρεξε προς την κατεύθυνση που άκουγε τον φίλο του να φωνάζει και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε ένα απερίγραπτο θέαμα. Στην αρχή έμεινε στήλη άλατος, αλλά ο Βασίλης πλησίαζε επικίνδυνα τον Ευδόκιμο....... Από ένστικτο, με τρεις μεγάλες δρασκελιές βρέθηκε δίπλα στον φίλο του.
«Βασίλη.......».
Ο Βασίλης δεν του έδωσε σημασία. Έφτασε τον Ευδόκιμο, με τις μπουνιές του σφιγμένες, έτοιμος να τον χτυπήσει. Ο Ευδόκιμος, δεν προσπάθησε να προστατευθεί. Ήξερε να αποφεύγει τέτοιου είδους χτυπήματα. Θα ανταπέδιδε με όλη του τη δύναμη μόνο και μόνο για να τον πετάξει μέσα στο πεδίο........ αλλά ο Τάκης, βλέποντας το φίλο του έτοιμο να χτυπήσει μπήκε στη μέση.......  Ο Βασίλης τον έσπρωξε για να απομακρυνθεί.......  Ο Τάκης ξανά μπήκε στη μέση προσπαθώντας να τον γλυτώσει από το μπλέξιμο και ο Βασίλης τον ξανά ’σπρωξε....... και τότε ο Τάκης...... βρέθηκε ανάμεσα στους καθρέφτες και την πύλη, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, να αιωρείται...... Για ένα δευτερόλεπτο....... και μετά η πύλη τον ρούφηξε και τον εξαφάνισε. 
«Τάαακκηηηηη.......», αλλά ο Τάκης δεν άκουγε πια......
«Ηλίθιε.....», γρύλισε ο Ευδόκιμος κι έριξε μια μπουνιά στον Βασίλη, σχίζοντας τα χείλη του. 
Ο Βασίλης έπεσε, αλλά σηκώθηκε γρήγορα και ανταπέδωσε την μπουνιά. Βρήκε τον Ευδόκιμο στο αριστερό ζυγωματικό, πετώντας τον μερικά βήματα μακριά. Ο Βασίλης έτρεξε προς το μέρος του και τον αγκάλιασε προσπαθώντας να τον ρίξει κάτω. Τον έριξε και κύλισαν και οι δυο στη λάσπη αγκαλιασμένοι χτυπώντας ο ένας τον άλλο με μανία....... Στην συμπλοκή, ο τοκάς έφυγε από την ζώνη του Ευδόκιμου και βρέθηκε λίγα μέτρα μακριά από τους δυο που πάλευαν. 
Ο Ευδόκιμος, προσπάθησε να ξεκολλήσει από τη λαβή του Βασίλη........ για να τον πάρει πίσω....... Ο Βασίλης δεν τον άφηνε. Τον είχε δει κι εκείνος.....
«Όχι.... δεν θα το ..... πάρεις .....», ήταν πάνω από τον Ευδόκιμο και τον χτύπαγε στο πρόσωπο ....... Μόλις κατάλαβε ότι ο Ευδόκιμος ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει, σηκώθηκε κι έτρεξε προς τον τοκά....... Τον άρπαξε..... Ο Ευδόκιμος βρέθηκε πίσω του.......
«Δώσε μου.... αυτό το πράγμα......», καθώς το ’λεγε ..... η μορφή του..... άλλαξε.... 
Τα μάτια του γέμισαν μίσος και ο Βασίλης για πρώτη φορά στη ζωή του τρόμαξε.........
«Όχι......», το ’βαλε στα πόδια. 
Θα προσπαθούσε να τον τραβήξει προς το νεκροταφείο..... Για κάποιο λόγο, αν είχε καταλάβει σωστά, ο Ευδόκιμος δεν ήθελε να πάει προς τα εκεί.......αλλά ο Ευδόκιμος... βρίσκονταν στο κατόπι του....

 
Η ανάσα του έβγαινε κοφτή. Τα πνευμόνια του πονούσαν από την προσπάθεια. Ο ιδρώτας είχε μουσκέψει την μπλούζα και το πάνω μέρος του παντελονιού του. Τα πόδια του είχαν λασπώσει μέσα στα παπούτσια του, αλλά δεν έπρεπε να σταματήσει. Είχε ήδη καλύψει την μεγαλύτερη διαδρομή. Ήταν κοντά. Αν τα παράταγε, θα τον έπιανε και θα χάνονταν, όπως χάθηκε κι ο Τάκης. Τα βήματα πίσω του πλησίαζαν. Έκανε μεγαλύτερη προσπάθεια. Λίγα ακόμη μέτρα. Με ότι του απέμεινε από αντοχή έκανε τις τελευταίες δρασκελιές. Ήταν μέσα. Ήταν επιτέλους ασφαλής. Ακούστηκε μια βρισιά. Κάτι έσπασε. Ένα κλαδί; Κι αμέσως μετά απόλυτη ησυχία. Ο Βασίλης ήταν σκυφτός κι ανάσαινε βαριά. Είχε σωθεί, προσωρινά.
Σήκωσε το κεφάλι του καθώς ανάκτησε την αναπνοή του και κοίταξε γύρω. Μόνο το αμυδρό φως από τα καντηλάκια φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι που φώτιζαν ένα μικρό κομμάτι κάθε τάφου. Το παράθυρο της εκκλησίας που βρίσκονταν δεξιά του, φωτίζονταν από την καντήλα που ήταν αναμμένη μέσα, μπροστά από το ιερό. Έσυρε τα βήματά του προς τα εκεί και μπήκε στον ναό. Η μυρωδιά από το λιβάνι χτύπησε τα ρουθούνια του, κάνοντάς τον να νιώσει αγαλλίαση. Το βάρος στην ψυχή του λιγόστευε καθώς προχώραγε. Πήρε ένα κερί και το άναψε κάνοντας τον σταυρό του. 
«Σε ευχαριστώ Θεέ μου απόψε που με γλίτωσες!», ψιθύρισε. Κάθισε σε μια καρέκλα, ακούμπησε στην μπροστινή και προσευχήθηκε. 
Έμεινε εκεί, μέχρι που ξημέρωσε. Δεν ήξερε τι θα έκανε από εδώ και πέρα, αλλά όσο είχε την δύναμη, θα το πάλευε...... για να σώσει τον φίλο του......