Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Ένα γλυκό χαμόγελο έσβησε για πάντα.....

«Τι κάνεις Ρούλα; Καλά είσαι;».
«Καλά είμαι Μήτσο μου, εσύ;».
«Καλά είμαι.... Ο Γιώργος τι κάνει; Στη Δράμα είναι, ναι;».
«Ναι, Δημήτρη. Στη Δράμα είναι.»
«Στη δουλειά είναι, ε;».
«Όχι, Δημήτρη μου, στο σπίτι.».
«Ήταν κουρασμένος και δεν ήρθε στο χωριό, ε;».
«Ναι. Κοιμάται τώρα.»
«Η μάνα σ’ στην Αθήνα τι κάνει;».
«Καλά είναι Μήτσο μου.».
«Θα ’ρθει για Χριστούγεννα, ε;».
«Ναι Μήτσο μου, θα ’ρθει.».
«Ο αδερφός σ’ τι κάνει; Θα παίξει τον αστυνομικό πάλι στην τηλεόραση;».
«Καλά είναι Δημήτρη μου κι αυτός. Όχι δεν θα παίξει ξανά στην τηλεόραση..... για μια φορά ήταν......».
«Αααα.... ξέρεις που ήμουν εγώ σήμερα;».
«Όχι Μήτσο μου.... δεν ξέρω.....».
«Να, πάνω στο βουνό ήμουν. Εκεί κοντά στον Άγιο Γιώργη και μάζευα κάστανα και ξέρεις ποιος άλλος ήταν εκεί;».
«Όχι, Δημήτρη δεν ξέρω......».
« Ήταν ο τάδε και μάζευε κάστανα και ο δείνα που έκοβε ξύλα και ξέρεις πήγα με τα πόδια και πιο ψηλά.....».
«Καλά βρε Μήτσο και δεν κουράστηκες που ανέβηκες εκεί πάνω;».
«Όχι, δεν κουράστηκα. Και πιο μακριά μπορώ να πάω.».
«Έμαθες τα νέα Ρούλα, σήμερα;».
«Όχι Μήτσο μου.... δεν τα έμαθα......».
«Να, στο βουνό σήμερα, ο Δημήτρης έδεσε μια θηλιά στο λαιμό του ..... και δεν  θα τον ξανά δεις......».
«Τι λες Δημήτρη μου; Γιατί να θέλει να κάνει κάτι τέτοιο ο Δημήτρης; Γιατί να μη θέλει να τον ξανά δω; Γιατί;;;;;; Πες μου Δημήτρη μου, γιατί;;;;;;;;»
Σιωπή....... 
«Δημήτρη.... πες μου σε παρακαλώ..... ».
Τίποτα..... ξανά σιωπή....
«Δεν μου μιλάς, αγόρι μου και με πληγώνεις..... Αλλά αυτό που με πληγώνει πιο πολύ, είναι που δεν μου το είπες νωρίτερα.......Ίσως να τον προλάβαινα...... Αλλά ποτέ, ξέρω..... ποτέ δεν θα μου το ’λεγε..... Όχι! Ο Μήτσος δεν έλεγε ποτέ τι τον βασάνιζε. Μόνο χαμογελούσε. Αυτό ήξερε να κάνει καλά...... και δεν κράταγε και κακία..... σε κανέναν. Ότι κι αν του ’καναν..... πάντα χαμογελούσε...... Ο Δημήτρης ήταν το παιδί με το χαμόγελο, που όπου τον καλούσαν πήγαινε να βοηθήσει....... Να μαζέψει σανό, να κουβαλήσει ξύλα....... Όργωνε όλο το χωριό με τα πόδια και ο κόσμος τον αγαπούσε...... και τον πείραζε.... καλοπροαίρετα, γιατί ο Μήτσος δεν παρεξηγιόταν ποτέ..... Ήξερε και το βουνό καλά..... όλα τα μονοπάτια και τα περάσματα..... Ήξερε ότι σε εκείνο το μέρος, θα ήταν μόνος ...... Δύσκολα θα τον έβλεπαν για να τον σταματήσουν, γιατί όλοι ήταν μαζεμένοι στην Παναγιά την Καστανούσα..... για να γιορτάσουν τα κάστανα και την αρχή του χειμώνα....... Ήξερε, επίσης, ότι εκεί δεν θα τον έβρισκαν αμέσως....... θα χρειάζονταν δυο μέρες...... η αστυνομία, η πυροσβεστική, ο ορειβατικός σύλλογος , ο ποδηλατικός σύλλογος...... και όλο το χωριό για να τον ανακαλύψουν........ ».
.......
Δεν ξέρω, αγόρι μου, τι ήταν αυτό που μαύρισε τόσο, την αθώα σου ψυχούλα, για να κάνεις κάτι τόσο σκληρό στον εαυτό σου..... αλλά αυτό που ξέρω, είναι ότι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!!!! 
Θα μου λείψεις Μήτσο μου! Θα μου λείψει το χαμόγελό σου, οι ερωτήσεις σου, η περιέργειά σου ..... η παρουσία σου.......  Μέσα στο μυαλό μου, θα είσαι πάντα η χαρά της ζωής, άσχετα με τον τρόπο που διάλεξες να βάλεις τέρμα, στη δική σου ζωή!!!!! Ο Θεός, είμαι σίγουρη ότι κράτησε μια θέση για σένα στον Παράδεισο κι ας λέει η θρησκεία μας το αντίθετο για τους αυτόχειρες.........  Εσύ ήσουν πάντα ένα γλυκό, αθώο αγγελούδι, για όλους μας!!!!!!!!!!!!!
Καλό ταξίδι, αγόρι μου!!!!!!!!!!!! 

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι.ι’

Η Ευρυδίκη δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Φεύγοντας ο Βασίλης της είχε υποσχεθεί ότι θα γύριζε νωρίς, αλλά ο ήλιος κόντευε να ανατείλει κι εκείνος ήταν ακόμη άφαντος. Δεν είχε και το κινητό μαζί του. Το ’χε αφήσει πάνω στο γραφείο του..... ενώ υποτίθεται ότι του ’χε πέσει στον επάνω όροφο και χτύπησε και το κεφάλι σηκώνοντάς το.... Της είχε πει ψέματα.... αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν λόγο που να άξιζε τον κόπο..... Ξαφνικά, ο ήχος από το σταθερό τηλέφωνο έσπασε τη σιωπή που βασίλευε στο σπίτι.....Το κουδούνισμα  τρύπησε τα αφτιά της κι έφτασε στο κέντρο του εγκεφάλου της,  κάνοντάς την να τιναχτεί ως το ταβάνι. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα και δυνατά. Έτρεξε  στο γραφείο και το σήκωσε λαχανιασμένη.
«Βασίλη;», είπε χωρίς ανάσα.
«Ευρυδίκη;», η φωνή ήταν οικεία...... αλλά όχι αντρική......
«Ποιος είναι;», ρώτησε σαστισμένη.
«Η Γιωργία είμαι..... Είσαι καλά;».
«Έλα βρε Γιωργία..... Όχι... δηλαδή, ναι...... δηλαδή....Ο Βασίλης..... δεν γύρισε στο σπίτι απόψε και ανησυχώ.....».
«Ευρυδίκη, γι’ αυτό σε πήρα..... Δεν ήθελα να σε πάρω τόσο πρωί, αλλά.... ούτε ο Τάκης ήρθε απόψε στο σπίτι....».
«Ωωω Χριστέ μου! Λες να έχουν πάθει κάτι; Τι να κάνουμε; Να πάρουμε την αστυνομία.... την πυροσβεστική...... Έχω πολύ κακό προαίσθημα.....Θεέ μου..... Τι θα κάνω;;;;;».
«Ευρυδίκη.... Ηρέμησε! Με τον πανικό γίνονται τα πράγματα χειρότερα...  Δεν βοηθάει σε τίποτα..... Κοίτα.... σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί...... Εντάξει;..... ».
Σιωπή στην άλλη πλευρά.
«Είπα..... Εντάξει;;;;;;», επανέλαβε η Γιωργία.
«Νναι, έχεις δίκιο....... Θα περιμένω να έρθεις......», είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο. 
........
«Μη βγεις ακόμη από το νεκροταφείο......», μια φωνή ήχησε σαν καμπάνα μέσα στο κεφάλι του Βασίλη.
Ο Βασίλης πετάχτηκε όρθιος από τον τάφο που κάθονταν.
«Χριστέ μου!», φώναξε.
«Ακούω φωνές μες το κεφάλι μου..... τώρα...... Δεν πάμε καλά!», συνέχισε.
«Μη βγεις για κανένα λόγο πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά......», του ξανά ’πε η φωνή.
Ο Βασίλης έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Δεν πίστευε σε αυτό που του συνέβαινε. Βέβαια, τα τελευταία γεγονότα ήταν ήδη πολύ περίεργα, αλλά το να ακούει και φωνές μέσα στο κεφάλι του, ήταν το αποκορύφωμα. Θα του ’στριβε, τελικά. Είχαν μαζευτεί τόσα πολλά.
«Σταμάτα να αναρωτιέσαι και άκουσέ με προσεκτικά. Δεν έχεις πολύ χρόνο......».
«Πποιος είσαι;;;;;; Τι θέλετε επιτέλους από μένα;;;;», έσκυψε το κεφάλι του και ήταν έτοιμος να καταρρεύσει, όταν άκουσε πάλι τη φωνή να του λέει.
«Βασίλη. Θα μπορούσες να πεις ότι είμαι .... ο Κώστας..... Αλλά αυτό, δεν έχει καμιά σημασία..... Σημασία έχει να σταματήσεις αυτόν που άνοιξε την πύλη ..... και να φέρεις τον Τάκη πίσω...... Προσπαθούμε να τον προφυλάξουμε, αλλά δεν ξέρουμε πόσο μπορεί να αντέξει ακόμη..... στην κατάσταση που είναι.....».
«Ο Τάκης! Που είναι; Πως..,;;;;; Ωωω, Θεέ μου, βοήθησέ με!», τα  ’χε χαμένα και με το δίκιο του.
«Βασίλη!», είπε η φωνή αυστηρά και συνέχισε.
«Ο Τάκης πέρασε στην άλλη πλευρά, άθελά του, αλλά πρέπει να βγει από εκεί το συντομότερο. Μόνο εσύ μπορείς να τον πάρεις, με τον μετατροπέα που έχεις μαζί σου......».
«Ποιον; Τι....;;;;», ξαφνικά θυμήθηκε. Έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του παντελονιού του και τράβηξε έξω το αντικείμενο που είχε κλέψει από τον Ευδόκιμο. 
Ήταν μια μικρή παραλληλόγραμμη συσκευή με οθόνη. Επάνω είχε τρία μικρά  κουμπιά και ένα φωτάκι. Από την πτώση, η οθόνη του είχε ραγίσει, αλλά κατά τα άλλα δεν φαίνονταν να ’χε πάθει μεγαλύτερη ζημιά. Το περιεργάστηκε για λίγο και ήταν έτοιμος να πατήσει ένα από τα κουμπάκια, όταν η φωνή τον σταμάτησε.
«Μην πατάς τίποτα, τώρα. Όταν μπεις εκεί που είναι ο Τάκης να το έχεις μαζί σου. Τότε μόνο θα πατήσεις το πρώτο κουμπί και μόλις το λαμπάκι γίνει κίτρινο από κόκκινο, θα πατήσεις το μεσαίο......Θα τον κρατήσεις και θα τον τραβήξεις μαζί σου..... Μόλις περάσεις ξανά στη σωστή πλευρά θα πατήσεις το τελευταίο κουμπί και .... καλά θα κάνεις να το καταστρέψεις μια και καλή.......».
«Μα τι είναι αυτό το πράγμα, επιτέλους;», ρώτησε ο Βασίλης κοιτώντας επίμονα το πράγμα που κράταγε.
«Η έκτη διάσταση, Βασίλη, είναι η επόμενη κατάσταση που περνά ο άνθρωπος μετά το θάνατο. Όταν ένας άνθρωπος γεννιέται, από κάποιον άλλο, άγνωστο κόσμο, μπαίνει στον κόσμο της ύλης. Ο εγκέφαλος είναι διαμορφωμένος έτσι ώστε να μπορεί να αντιληφθεί μόνο αυτό που βλέπει και αισθάνεται....... Πεθαίνοντας, περνά από μια κατάσταση σε μια άλλη....... που η ύλη, δεν έχει ...... πως να το πω; λόγο να υπάρχει. Αν θες μπορείς να πεις ότι ...... η ψυχή είναι αυτή που περνά στην έκτη διάσταση. Εκεί...... πια ...... παίρνει όλη τη γνώση ..... Θυμάται πριν από τη γέννηση, μετά, δηλαδή, τη διάρκεια ζωής μέσα στην ύλη..... και τέλος....... το Πάντα....... Για να το καταλάβεις καλύτερα θα σου πω ότι φτάνει πια κοντά στον Θεό.... αν και δεν είναι ακριβώς έτσι...... Όσο για τον μετατροπέα..... είναι μια συσκευή, φτιαγμένη από τον ίδιο τον Ευδόκιμο που κατάφερε να διακτινίσει την  ύλη, αλλάζοντας  τη μοριακή της δομή..... για να περνά από τη μια διάσταση στην άλλη......».
«..... Κι εγώ τι μπορώ να κάνω;;;; Πως θα τα καταφέρω......όλα αυτά;;;;».
«Θα τα καταφέρεις! Δεν είσαι μόνος σου. Κανένας δεν θέλει να χαλάσει η ισορροπία του σύμπαντος αυτού, αλλά και κανενός άλλου...... Η πύλη στην έκτη διάσταση δεν θα μείνει για πολύ ανοιχτή. Θα κλείσει. Ο Ευδόκιμος δεν το γνωρίζει αυτό. Σε λίγο θα φύγει και θα πάει στο αυτοκίνητό του για να πάρει το όπλο του. Τότε θα βγεις από ’δω και θα τρέξεις στο ξέφωτο. Μη φοβηθείς να περάσεις την πύλη. Είναι εκεί και σε περιμένουν....... θα σε βοηθήσουν...... Θα σε οδηγήσουν στον Τάκη........ Θα γυρίσετε πίσω...... μαζί......», η φωνή άρχισε να σβήνει.
«Όχι..... δεν μπορείς να με αφήσεις τώρα..... πες μου......», φώναξε ο Βασίλης.
«Αυτός.... έφυγε...... Φύγε κι εσύ........», τώρα ήταν ψίθυρος.
«Γύρνα πίσω!!!!!! Μην με αφήνεις μόνο μου!».
«Πρέπει..... να φύγω..... ο χρόνος ....  μου.... τέλειωσε..... Όλα θα πάνε..... καλά...... Μη φοβηθείς.....», και χάθηκε.
Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά στο ουράνιο στερέωμα. Ο Βασίλης περπάτησε ως την πόρτα του νεκροταφείου και πριν ακόμη σκεφτεί καλά καλά τι έκανε το έβαλε στα πόδια, με προορισμό το ξέφωτο.