Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Λίγο πριν το τέλος.γ΄

 
Η Σούλα σηκώθηκε από τον καναπέ με πόδια που έτρεμαν. Ακόμη δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό που η τηλεόραση έλεγε και ξανά 'λεγε. 
"Απίστευτο!", μονολόγησε και πήρε το κινητό της τηλέφωνο στα χέρια. Έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Τόλη και να του πει να γυρίσει αμέσως στο σπίτι. Προσπάθησε να μπει στις επαφές, αλλά ήταν τόση η σύγχυση που πάταγε λάθος πλήκτρα. Όταν κατάφερε, επιτέλους, να βρει το νούμερο, μια φωνή από μέσα έλεγε ότι ο συνδρομητής είχε το τηλέφωνο απενεργοποιημένο.
"Δεν είναι δυνατόν. Που να τον βρω τώρα..... Κι αν έπαθε κάτι;", βημάτιζε πάνω κάτω κοιτώντας την οθόνη του κινητού λες και θα μπορούσε εκεί πάνω να βρει τη λύση.
Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κάτω στο δρόμο. Σάρωνε το στενό με τα μάτια της από την μια μεριά ως την άλλη, όταν είδε το αυτοκίνητο να μπαίνει και να παρκάρει στην απέναντι πλευρά. Έτρεξε μέσα, έφτασε στη εξώπορτα, την άνοιξε και κατέβηκε τις σκάλες όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Ο Τόλης έβγαζε τα πράγματα από το αυτοκίνητο, όταν ένιωσε δυο χέρια να τον αγκαλιάζουν σφιχτά από πίσω. Γύρισε και είδε τη γυναίκα του, λαχανιασμένη να κλαίει.
"Τι έπαθες, Σούλα; Είσαι καλά;", τη ρώτησε.
"Τώρα που γύρισες, είμαι..... Πάμε γρήγορα τα ψώνια επάνω και θα σου πω..... Είχες δίκιο.... τελικά.....", είπε και άρπαξε μερικές σακούλες από το πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου.
"Στάσου καλέ και πες μου....".
"Πάμε γρήγορα σε παρακαλώ και θα σου πω επάνω.... Πάμε μη μας βρει κανένα κακό στο δρόμο και δεν προλάβουμε.....".
Ο Τόλης φοβήθηκε. Πήρε τις υπόλοιπες σακούλες, κλείδωσε το αυτοκίνητο και την ακολούθησε στο σπίτι.
Όταν έκλεισε την πόρτα πίσω του, η Σούλα είχε ήδη αφήσει τα πράγματα στην κουζίνα και βρέθηκε μπροστά του να τον βοηθήσει.
"Άστα αυτά τα πάω μόνος μου μέσα και πες μου γρήγορα τι συμβαίνει."
"Τόλη... μόλις πριν από λίγη ώρα η τηλεόραση ανακοίνωσε ότι η χώρα κήρυξε πτώχευση....".
Ο Τόλης έμεινε στήλη άλατος. Το ήξερε ότι θα συνέβαινε, απλά δεν περίμενε τόσο γρήγορα. Άφησε τις σακούλες σιγά σιγά στο δάπεδο και την κοίταξε.
Η Σούλα κούνησε το κεφάλι και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. 
"Ένας Θεός ξέρει τι θα συμβεί από δω και πέρα.", του είπε.
Ο Τόλης πήγε στο σαλόνι, πήρε το κοντρόλ στα χέρια άνοιξε τη φωνή και έκανε ζάπινγκ στα κανάλια. Το ίδιο θέμα παντού. Κάθισε βαρύς στον καναπέ και ξεφύσηξε.
Η Σούλα πήγε κοντά του και κάθισε κι αυτή. Εκείνος άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε από τους ώμους. 
"Θα βρεθεί λύση, δεν μπορεί να μας αφήσουν στο έλεος του Θεού.....", προσπάθησε να την καθησυχάσει, αλλά κι ο ίδιος βρίσκονταν σε κάρβουνα αναμμένα.
Τώρα στην τηλεόραση έλεγε ότι η Βουλή είχε διαλυθεί και αναλάμβανε προσωρινή κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης μέχρι να γίνουν εκλογές.
 
 
 

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Λίγο πριν το τέλος. β'



Ο Τόλης μπήκε μέσα στο supermarket, κατευθύνθηκε στον διάδρομο με τις κονσέρβες κι άρχισε να γεμίζει το καρότσι. Ξαφνικά σταμάτησε. Έπρεπε να είναι ψύχραιμος και να κοιτά τις ημερομηνίες. Δεν τις κατέβαζαν τον τελευταίο καιρό από τα ράφια κι ας είχαν λήξη. Υπήρχε νόμος που επέτρεπε να ταΐζουν τον κόσμο με ληγμένα και να βγάζουν κέρδος από αυτό. 
"Ούτε στην κατοχή τέτοια κατάντια!", σκέφτηκε.
Ευτυχώς δεν είχε προλάβει να ρίξει πολλές, στο καρότσι του. Τις έλεγξε, προσεκτικά. Την μια που βρήκε, την έβαλε πίσω στη θέση της. Μετά, άρχισε να χώνει το χέρι του βαθιά στα ράφια και να ξεθάβει, αυτές που ήταν πίσω και οι ημερομηνίες τους ήταν πιο μακρινές. Όταν το γέμισε, έτρεξε στο ταμείο. Είχε ιδρώσει από την προσπάθεια και το άγχος. Ένιωθε τον κόσμο να τον κοιτάει με απορία, αλλά δεν έδωσε σημασία. Πλήρωσε, έβαλε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για την πλατεία της γειτονιάς του. 
Στην κάτω γωνία, δίπλα στο κομμωτήριο, υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι, γύρω στα τριάντα τετραγωνικά με μια βιτρίνα βρώμικη και θολή. Δεν το έπαιρνε το μάτι σου. Έπρεπε να ξέρεις τι θέλεις για να πας εκεί, αλλιώς το προσπερνούσες αδιάφορα. Ο Τόλης, πάρκαρε ακριβώς απέναντι. Κατέβηκε από το αμάξι και μπήκε σχεδόν τρέχοντας μέσα.
"Καλώς τον!", ακούστηκε μια βραχνή φωνή από το βάθος.
"Γεια σου, Νίκο.", η φωνή του ακούγονταν κάπως ξένη στα αυτιά του.
"Πως από δω, ρε αδερφέ! Καιρό έχω να σε δω....", είπε ο μαγαζάτορας και πλησίασε τείνοντας το χέρι του.
"Λέω το Σαββατοκύριακο να πάω για κυνήγι, με κάτι φίλους αλλά δεν έχω φυσίγγια.", απάντησε και του 'δωσε το δικό του. 
Ο Νίκος τον κοίταξε περίεργα.
Μόλις εκείνη την στιγμή, ο Τόλης, κατάλαβε την γκάφα που 'χε κάνει. Η περίοδος του κυνηγιού είχε τελειώσει, εδώ και δυο μήνες. 
"Σαν να μη μου τα λες καλά, Τόλη.....".
"Εντάξει, έχεις δίκιο..... Κοίτα..... είμαστε πολλά χρόνια φίλοι.....", δεν πρόλαβε να συνεχίσει.
"Φίλος σου είμαι..... συνεργός σου, δεν θέλω να γίνω....".
"Συνεργός;;;; Όχι.... όχι.... δεν κατάλαβες..... παρεξήγηση....".
"Τι παρεξήγηση μου τσαμπουνάς; Αφού δεν είναι περίοδος κυνηγιού και εσύ χρειάζεσαι φυσίγγια για να πας κυνήγι; Εγώ, τι πρέπει να καταλάβω, δηλαδή; Ότι δεν είμαι ελέφαντας;".
" Όχι..... όχι, σε παρακαλώ. Δεν θέλω να κάνω έγκλημα. Το σπίτι μου και την οικογένειά μου θέλω να προστατεύσω......".
"Τι; Μπήκαν στο σπίτι σου; Πότε; Πως και δεν μαθεύτηκε στη γειτονιά;".
"Αμάν, ρε Νίκο. Τίποτα δεν έγινε, τουλάχιστον ακόμη, αλλά είναι θέμα χρόνου.".
"Δηλαδή, δέχθηκες απειλητικά τηλεφωνήματα; Και γιατί δεν πας στην αστυνομία;".
"Σταμάτα!!!! Σταμάτα, επιτέλους να φτιάχνεις σενάρια επιστημονικής φαντασίας και άκουσέ με πρώτα. Αμέσως το μυαλό σου να γυρίσει αστυνομική ταινία. Για προφύλαξη τα χρειάζομαι, σε περίπτωση που γίνει το μπαμ κι αρχίσει το πλιάτσικο.", επιτέλους το ξεστόμισε.
"Εκρηκτικός μηχανισμός; Που..... Που..... εδώ στη γειτονιά;".
"Τι κάθομαι και συζητάω μαζί σου..... Όχι ρε Νίκο! Πτώχευση. Το κράτος θα δηλώσει πτώχευση και τότε να δεις τι έκρηξη θα γίνει! Μεγαλύτερη και από ατομική βόμβα!!!!".
Ο Νίκος έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μπορούσε να φανταστεί τα πάντα εκτός από αυτό. 
"Τι λες τώρα ρε Τόλη; Αφού η Ευρώπη θα προστατεύσει.....", ψέλλισε.
"Ποιόν θα προστατεύσει, Νίκο; Την Ελλάδα; Αυτά είναι παραμύθια για να φέρουν τον κόσμο προ εκπλήξεων. Για να μην είναι προετοιμασμένος και επαναστατήσει..... Θα μας φέρουν προ τετελεσμένου γεγονότος για να μην μπορέσουμε να αντιδράσουμε άμεσα. Αυτό θα κάνουν.", με μια ανάσα τα είπε κι ένιωσε το αίμα του να βράζει από θυμό.
Ο Νίκος μπήκε πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού του, έσκυψε και έβγαλε τέσσερα κουτιά με φυσίγγια. 
"Πάρτα. Πάρτα, αλλά θέλω δεν ξέρω, τίποτα εγώ. Μη μου δώσεις λεφτά. Πάρτα κι ευχήσου να έχεις άδικο."
Ο Τόλης τα πήρε κι έτεινε προς την πόρτα του καταστήματος. Γύρισε κάτι να πει, αλλά ο Νίκος δεν τον άφησε.
"Φεύγα σε παρακαλώ και κάνε πως αυτή την κουβέντα δεν την κάναμε ποτέ. Ποτέ! Κατάλαβες;".

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Λίγο πριν το τέλος.


“Να σου πω; Θα πάμε στο supermarket όταν γυρίσω από τη yoga;”, ρώτησε ο Τόλης τη
γυναίκα του, ενώ βρίσκονταν, ακόμη ξαπλωμένος, στο κρεβάτι του.
Προσπάθησε μετά τη δουλειά να κλείσει τα μάτια του για καμιά ώρα να ξεκουραστεί, αλλά
αυτό, στάθηκε αδύνατο. Τα γεγονότα έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν τον άφηναν
να ησυχάσει ούτε λεπτό. Η κατάσταση έμοιαζε με καζάνι που βράζει κι από στιγμή σε
στιγμή, όλα θα τινάζονταν στον αέρα.
“Τι να κάνουμε στο supermarket, ρε συ Τόλη; Δεν χρειαζόμαστε κάτι άμεσα….. Άσε που
δεν πάω μαζί σου, γιατί θα με νευριάσεις!”, του απάντησε εκείνη, θεωρώντας ότι η
κουβέντα είχε λήξει.
Εκείνος πετάχτηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε στην κουζίνα, έξαλλος μαζί της.
“Καλά….. τόσο καιρό δεν συζητάμε ότι πρέπει να αγοράσουμε, προϊόντα μεγάλης
διάρκειας…… για κάθε ενδεχόμενο; Τι δεν καταλαβαίνεις;”
Και πραγματικά δεν καταλάβαινε. Δεν ήταν αδαής, απλά δεν της άρεσε η κινδυνολογία
και για τη Σούλα, ο Τόλης ήταν πολύ υπερβολικός, τουλάχιστον τον τελευταίο καιρό.
“Δεν καταλαβαίνω….. και δεν καταλαβαίνω…… Αυτό μου λες συνέχεια! Φυσικά και
καταλαβαίνω…. απλά δεν βλέπω το λόγο να γίνεσαι τόσο….. τόσο…. υστερικός. Λες και θα
γίνει πόλεμος, δηλαδή!”
“Εσύ τι πιστεύεις ότι γίνεται τις τελευταίες μέρες, ε; Επειδή δεν βγήκαν τα όπλα ακόμη;
Πόλεμο έχουμε, Σούλα…. Π-Ο-Λ-Ε-Μ-Ο!”, της φώναξε.
“Σταμάτα, σε παρακαλώ, να ωρύεσαι και κοίτα να λογικευθείς. Το ξέρω ότι είναι δύσκολη
η κατάσταση, αλλά δεν πιστεύω να φτάσουμε κι εκεί, πια….”.
“Εγώ λέω να βρω και σφαίρες για το δίκαννο. Αρκετά το καθυστέρησα….”, είπε ο Τόλης
περισσότερο στον εαυτό του παρά στην γυναίκα του.
“Τι λες;;;; Ακούς τι λες;;;;; Έχεις τρελαθεί εντελώς;;;;;; Δεν θέλω μέσα στο ίδιο μου το
σπίτι τέτοια δολοφονικά πράγματα!!!!!”, είχε γίνει έξαλλη τώρα.
“Εσύ μη θες. Δεν με ενδιαφέρει τι θέλεις εσύ, έτσι κι αλλιώς. Τα πράγματα έχουν ξεφύγει
από τον έλεγχο κι εγώ, δεν θέλω σε καμία περίπτωση να βρεθώ νεκρός, για μια φέτα
ψωμί ή για ένα ρολό χαρτί υγείας…..”, της απάντησε.
“Αν τολμήσεις….. εγώ θα φύγω από το σπίτι την ίδια στιγμή που θα τις φέρεις εδώ
μέσα!!!!”, δεν άκουγε κουβέντα πια.
Και είχε δίκιο. Δεν ήταν λίγα τα ατυχήματα που είχαν συμβεί, κατά καιρούς, από γεμάτα
όπλα, μέσα σε σπίτια. Τις περισσότερες φορές, δε, τα θύματα ήταν μικρά παιδιά.
“Σούλα! Σούλα…. σε παρακαλώ! Ότι κάνω, για μας το κάνω! Να μας προφυλάξω θέλω.
Όλα δείχνουν ότι η παγκόσμια οικονομία είναι έτοιμη να καταρρεύσει. Αν γίνει αυτό, τότε
η χώρα θα κηρύξει πτώχευση και θα γίνει στάση πληρωμών. Ξέρεις τι σημαίνει, στάση
πληρωμών; Ο κόσμος θα βγει στους δρόμους, αν όχι τις πρώτες μέρες, τις επόμενες και θα
αρχίσει ο αγώνας της επιβίωσης. Θα ξυπνήσουν τα ζωώδη ένστικτα μέσα μας. Όταν ο
άνθρωπος πεινάει, Σούλα, γίνετε θηρίο……. Το χειρότερο θηρίο, ακόμη κι από αυτό της
ζούγκλας…….”, η φωνή του άρχισε να σβήνει σιγά σιγά, γιατί η εικόνα τον τρόμαζε.
“Ααα, μα εσύ είσαι εντελώς για δέσιμο!!!!! Έφερες το τέλος του κόσμου! Σε λίγο θα μου
πεις ότι ήρθε και η Δευτέρα Παρουσία!”, γέλασε, αλλά το γέλιο της ήταν άτονο και κάπως
ψεύτικο.
Κάπου στο βάθος του μυαλού της ήξερε ότι, ότι της έλεγε ο άντρας της, μπορεί να ήταν
αλήθεια. Ίσως η μόνη αλήθεια. Προσπαθούσε, όμως, την συγκεκριμένη σκέψη να την
απωθήσει, όσο περισσότερο μπορούσε, γιατί την φόβιζε.
“Εσύ μπορείς να κοροϊδεύεις όσο σου αρέσει, εγώ πάντως δεν πρόκειται να αλλάξω
γνώμη!”, της είπε και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα. Ντύθηκε στα γρήγορα κι έφυγε
κλείνοντας την εξώπορτα με θόρυβο.
Η Σούλα τον περίμενε στο σαλόνι. Είχε τελειώσει την δουλειά της στην κουζίνα, είχε
φτιάξει το τσάι της και κάθονταν στον καναπέ, απέναντι από την τηλεόραση. Είχε
κάμποση ώρα που η τηλεόραση έπαιζε το ίδιο θέμα ξανά και ξανά, αλλά εκείνη από την
πρώτη φορά που αναφέρθηκε η πτώχευση είχε μαρμαρώσει στη θέση της και κοίταζε την
οθόνη με μάτια, που στην ουσία, δεν έβλεπαν τίποτα πια……...