Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

ΜΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

Αναξίμανδρε, Αναξίμανδρε, ξύπνα! Ξύπνα σου λέω, το πιάνω!”, φώναξε η Αγλαΐα και σκούντηξε τον άντρα της τόσο δυνατά που κόντεψε να τον πετάξει κάτω από το κρεβάτι.
Τι, τι έγινε; Τι έγινε; Σεισμός; Τι;”, είπε εκείνος κατατρομαγμένος και πετάχτηκε όρθιος ρίχνοντας τα σκεπάσματα πάνω στη γυναίκα του.
Όχι ρε ηλίθιε, που κοιμάσαι σα μοσχάρι κι εγώ υποφέρω των παθών μου τον τάραχο!”, τον αγριοκοίταξε.
Τι συμβαίνει πάλι, ρε γυναίκα; Εφιάλτη έβλεπες;”, τη ρώτησε εκείνος και χασμουρήθηκε.
Αναίσθητο γουρούνι δεν ήσουν πάντα; Σκληρόπετσος κι αναίσθητος!”, έμπηξε τα κλάματα.
Τι 'ναι ρε γυναίκα; Τι έπαθες πάλι;”, γονάτισε πάνω στο κρεβάτι παίρνοντάς την στην αγκαλιά του.
Φύγε! Άσε με! Άσε με σου λέω!”, τον έσπρωξε αλλά εκείνος δεν την άφησε.
Η Αγλαΐα ρούφηξε τη μύτη της.
Το πιάνω, Αναξίμανδρε! Απόψε το βρήκα! Είναι εκεί και είναι σαν φουντούκι!”.
Και γι' αυτό κλαις, ρε χαζή!; Που βρέθηκε το φουντούκι μες το κρεβάτι; Φερ' το να το πετάξω!”.
Αχρείε! Ποιο κρεβάτι; Στο στήθος μου είναι!”, του 'πε άγρια εκείνη κι ελευθερώθηκε από την αγκαλιά του. “Αλλά που να καταλάβεις ΕΣΥ!”, συμπλήρωσε.
Ο Αναξίμανδρος έμεινε να την κοιτάει εμβρόντητος, με το στόμα ανοιχτό.
Είσαι με τα καλά σου, χριστιανή μου; Στέκεις; Με κοψοχολιάζεις μες τη νύχτα να μου πεις ότι ψαχουλευόσουν πάλι;”, ξέσπασε.
Οι εξετάσεις είναι σε δυο μέρες. Χωρίς εξετάσεις πως βγάζεις δικά σου συμπεράσματα, ε; Είναι λόγος αυτός να πάθω εγώ το έμφραγμα, ε; Άι στο διάολο, επιτέλους!”, είπε, πήρε το μαξιλάρι του και πήγε στον καναπέ να κοιμηθεί!
................

Έβαλε εφτά κιλά. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τρώει. Αν τον άφηνε θα έτρωγε και τα λουλούδια από τις γλάστρες όταν θα τελείωνε με το ψυγείο και τα νύχια του. Ήταν λάθος δικό της, το 'ξερε. Ο Αναξίμανδρος άπαξ κι αγχωνόταν έπρεπε εκείνη να κλειδώνει τα πάντα. Από το ψυγείο μέχρι το σαπούνι για τα πιάτα. Δεν το 'θελε, όμως. Ο πόνος ήταν εκεί συνέχεια και το βράδυ πιο δυνατός. Ψηλάφηση δεν είπαν οι γιατροί; Ε! Ψηλάφηση έκανε. Τι κακό σ' αυτό; Βέβαια, το κακό ήρθε μετά. Δυο εβδομάδες πριν που βρήκε το φουντούκι. Αυτό το μικρό αχαρακτήριστο πραγματάκι να κατοικοεδρεύει στο δεξί μαστό της. Και πόναγε το σκασμένο. Πόναγε πολύ!
Και του το 'πε, το μεσημέρι, την ώρα που έτρωγε. Τι το 'θελε, δηλαδή; Κόντεψε να φάει και τα μαχαιροπίρουνα μαζί με το φαΐ. Μετά έφαγε δυο κομμάτια από το κέικ που περίσσεψε, τα φρούτα, τα σπόρια, τη σοκολάτα και το ψωμί με το υπόλοιπο γιαούρτι που ήταν στο ψυγείο.
Σταμάτα, άνθρωπέ μου! Θα κάνω εμετό και δεν έχω και τίποτα να βγάλω από χθες που 'χω να φάω!”, του 'χε πει, αλλά εκείνος σταματημό δεν είχε δυο εβδομάδες σερί.
Ευτυχώς που τη Δευτέρα της τρίτης εβδομάδας η Αγλαΐα έκανε την μαστογραφία και τον υπέρηχο. Γιατί εάν δεν τα 'χε κάνει, εκείνη θα 'χε να κλαίει για μια κύστη κι ο Αναξίμανδρος θα 'χε πάθει ανακοπή από το φαΐ. 

Υ.Γ. Μια φανταστική ιστορία ή μήπως όχι και τόσο;;;;; 

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα....

Πως θα τον πλήρωνε; Με τι λεφτά που δεν περίσσευε τίποτα; Όλη τη μέρα στο μαγαζί, κόσμος να μπαίνει και να βγαίνει, αλλά τζίρος, καθόλου. Άλλος ρωτούσε κάτι, άλλος έβρισκε το προϊόν ακριβό, άλλος για να πει μόνο ένα γεια. Δεν γινόταν δουλειά έτσι, όμως επιλογές δεν υπήρχαν. Έπρεπε να κρατηθεί όσο μπορούσε. Με νύχια και με δόντια, γιατί αυτό το μαγαζί το 'χε φτιάξει με μεράκι και με όνειρα. Ποιος είχε πει ότι το να κάνεις εργασία αυτό που αγαπάς, πάντα πετυχαίνει; Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του αντί για χαμόγελο. Κάποτε ίσως και να ίσχυε. Κάποτε ίσως να μπορούσες να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Τώρα ήταν ακατόρθωτο αν όχι αδύνατο.
Εφτά χρόνια το πάλευε. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Όχι τέλεια, αλλά υποφερτά. Η κρίση ήταν στο κατώφλι κι ο κόσμος ακόμη δεν γνώριζε τι τον περίμενε. Ούτε κι εκείνος το φαντάζονταν ότι μαγαζιά το ένα μετά το άλλο θα έκλειναν. Άνθρωποι θα έχαναν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους για να καταλήξουν στους δρόμους να τρώνε από τα σκουπίδια. Παιδιά να λιποθυμούν μέσα σε τάξεις σχολείων από την πείνα και την εξάντληση. Τι ήταν όλα αυτά; Έμοιαζαν με κακό όνειρο, με εφιάλτη βγαλμένο μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου θρίλερ ή μιας αμερικάνικης ταινίας από εκείνες τις παρατραβηγμένες που η προπαγάνδα τους φαντάζει αστεία στα μάτια του θεατή.
Πέταξε τον λογαριασμό της ΔΕΗ πάνω στο γραφείο με νεύρα. Ήταν αρχές του μήνα και οι πληρωμές έπρεπε να γίνουν άμεσα. Ενοίκιο, προμηθευτές, εφορία, ΤΕΒΕ, λογιστής κι ένα σωρό άλλοι. Αυτά χωρίς να υπολογίσει καν τα έξοδα του σπιτιού. Μπορεί να μην είχε ενοίκιο εκεί, όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Εκείνη δεν δούλευε, πια. Είχε ένα μικρό εισόδημα που ίσα κάλυπτε τα είδη πρώτης ανάγκης του σπιτιού. Παιδιά δεν είχαν. Να 'ταν ένα σημάδι; Δεν ήταν που δεν είχαν προσπαθήσει. Τρεις εξωσωματικές μέχρι τώρα, αλλά το αποτέλεσμα το ίδιο. Πολλά χρήματα, πολλή υπομονή, πολύς κόπος, πολλή απογοήτευση και τέλος ένας μεγάλος πόνος μ' ένα κενό χωρίς αναπλήρωση. Από την άλλη όμως, μήπως έτσι έπρεπε να γίνει; Τι χρώσταγε να έρθει ένας άνθρωπος σ' ένα κόσμο γεμάτο δυστυχία με μόνο δυσοίωνα σημάδια; Χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα;
Ο πόλεμος δεν είχε φτάση ακόμη, αλλά ήταν κοντά. Γειτονικές χώρες μαστίζονταν από επιθέσεις τρομοκρατών που τους ονόμαζαν "τζιχαντιστές". Πιο πριν ήταν "ταλιμπάν", χρόνια πίσω με κάποιο άλλο όνομα, αλλά πάντα με το ίδιο πρόσωπο. Το στυγνό πρόσωπο των μεγάλων δυνάμεων που συγκρούονταν μεταξύ τους για το ποιος θα επικρατήσει για να έχει τον έλεγχο πάνω στον απλό κόσμο. Και τα σαπιοκάραβα ή τα τρυπημένα φουσκωτά να περνούν λαθρομετανάστες (πρόσφυγες) απέναντι, όσους κατάφερναν να επιβιώσουν από τα μανιασμένα κύματα που τους κατάπιναν αλύπητα, χωρίς να υπολογίζουν ότι ανάμεσά τους υπήρχαν παιδιά. Παιδιά που ξεβράζονταν στις ακτές για να γίνουν βορά στους δημοσιογράφους, είδηση στα μεγαλοκάναλα δήθεν με σπαραγμό, γελώντας πίσω από τις κάμερες και τρίβοντας τα χέρια τους γεμάτοι ευχαρίστηση για την πρώτη είδηση που θα καθήλωνε τους βολεμένους στον καναπέ, γεμίζοντας το κενό της αδράνειάς τους με φρίκη.
Η τηλεόραση στο σπίτι του Κίμωνα, τα τελευταία χρόνια, τον μόνο ρόλο που έπαιζε ήταν αυτός της διακόσμησης. Ούτε εκείνος ούτε η Θεανώ την άνοιγαν πια. Είχαν αηδιάσει με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα τηλεπαιχνίδια. Τα μεν πρώτα τρομοκρατούσαν τους ανθρώπους κι έβγαζαν κονσερβοποιημένες ειδήσεις, τα δε δεύτερα προωθούσαν παιδιά σε μια κοινωνία με εύκολο χρήμα, μη σκεπτόμενη και χωρίς ιδανικά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που αντί να βρίσκεται στο απόγειο της ύπαρξής της, βάλτωνε μέρα με τη μέρα από το κλείσιμο της βιομηχανίας, το σταμάτημα της παραγωγής αγροτικών προϊόντων και τη βαριά φορολογία απέναντι στους φτωχούς και τους συνταξιούχους.
Ένα πράγμα δεν καταλάβαινε. Η ιστορία δεν τους δίδαξε τίποτα; Πως φορολογούσαν τους ανθρώπους που δεν είχαν εισόδημα; Η φορολογία για να έχει βάση πρέπει ο άνθρωπος να έχει εργασία. Όταν δεν υπάρχει τίποτα, τι θα τους πάρεις; Ψυχή; Αν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν θέσει τέρμα στη ζωή τους νομίζοντας ότι έτσι ήταν καλύτερα. Για να αποφύγει μια χώρα, που αγαπάει τους ανθρώπους της, τον αφανισμό της πρέπει να φτιάξει υποδομές για την ανάπτυξή της, όχι να πετάξει στα σκουπίδια το μέλλον της και να υποδουλωθεί στις τράπεζες. Κανείς δεν ήθελε από τους επικεφαλής τους τόπου να κάνει το σωστό και δεν ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει το γιατί. Γιατί όλοι τους ήταν πουλημένα τομάρια. Να γιατί!
Οι ζοφερές σκέψεις του Κίμωνα έλαβαν απότομα τέλος από τον έντονο χτύπο του τηλεφώνου που τον έφερε ξανά πίσω στο καθήκον της δουλειάς.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Μεγάλα διαστήματα Σιωπής. Μεγάλα διαστήματα ασταμάτητης Σκέψης.


Πάντα θεωρούσα εκπληκτικό το γεγονός ότι μπορώ να σκέφτομαι συνεχώς πολλά πράγματα ταυτόχρονα, είτε σχετικά μεταξύ τους είτε εντελώς άσχετα. Αυτό που διαπίστωσα, όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι δεν υπήρξε στιγμή στη ζωή μου που να άδειασε το κεφάλι μου ολότελα. Να μην σκέφτομαι τίποτα, να μην αισθάνομαι, να είμαι κενή και απροσπέλαστη απ’ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου. Υπάρχουν άνθρωποι που το κάνουν και δηλώνουν την απόλυτη χαλάρωση, εξύψωση…. κι άλλα τέτοια ωραία συναισθήματα που εγώ ούτε βίωσα ποτέ μου ούτε κατανόησα.
Όταν ήμουν μικρή, συνήθιζα να καταγράφω τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου. Βοηθούσε πολύ, η αλήθεια. Ότι βάσανο-πόνο-αγανάκτηση-τρέλα-χαρά-ευτυχία κι αν ένοιωθα, τα εναπόθετα πάνω σε ένα λευκό χαρτί και ως δια μαγείας τα ξεφορτωνόμουν. Άδειαζα και ήμουν έτοιμη για τον επόμενο γύρο. (Αυτό θυμίζει λίγο Dorian Gray.) Καμιά χαλάρωση ή εξύψωση, σας διαβεβαιώ. Απλά ένοιωθα πιο δυνατή ν’ αντέξω τη σφοδρότητα του κόσμου και των συναισθημάτων μου. Όσες φορές, πάλι, σταματούσα να γράφω, οι σκέψεις μου δεν μ’ άφηναν σε ησυχία. Όπως τώρα, καλή ώρα. Υπάρχουν φωνές μες το κεφάλι μου. Άλλες ψιθυρίζουν, άλλες ουρλιάζουν. Δεν μ’ αφήνουν ούτε να κοιμηθώ καλά-καλά. Εκεί που είμαι έτοιμη να κλείσω τα μάτια μου και να πέσω άνευ όρων στην γλυκιά αγγαλιά του Μορφέα, έρχεται μια κραυγή να μου ταράξει την ησυχία. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς μου λέει, σημασία έχει ότι μου καταστρέφει τη μοναδική στιγμή που έχω να βυθιστώ στη λήθη……
Τώρα, αν σου πω ότι στη ζωή μου δεν υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα, θα με μουντζώσεις, είμαι σίγουρη. Κι όμως, είναι αλήθεια. Φυσικά υπήρξαν γεγονότα που ήταν άκρως δύσκολα και τραγικά, αλλά στην παρούσα φάση, δεν υπάρχουν. Εξάλλου, αν το καλοσκεφτείς, δεν υπάρχει άνθρωπος στον πλανήτη που να ήταν πάντοτε απόλυτα ευτυχισμένος ή χαρούμενος. Έξω από τον πλανήτη; Τι να σου πω; Δεν έχω ιδέα. Όλοι περνάμε τις δικές μας τραγωδίες. Ο κάθε άνθρωπος, σηκώνει τον δικό του Σταυρό, που είναι τόσο βαρύς όσο ο καθένας του μπορεί να αντέξει και να κουβαλήσει.
Θα με ρωτήσεις τότε γιατί βασανίζομαι και θα σου απαντήσω ότι δεν έχεις άδικο που με ρωτάς. Κι εγώ αναρωτιέμαι. Γιατί νοιάζομαι τόσο πολύ για το Όλον, όταν ο μικρόκοσμός μου είναι εντάξει; Γιατί δεν μπορώ κι εγώ να είμαι σαν τους περισσότερους ανθρώπους που τους νοιάζει μόνο ο εαυτός τους; Γιατί δεν μπορώ να είμαι ευτυχισμένη, που η ζωή μου είναι βατή, χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες;
Εδώ, δεν έχω απαντήσεις. Εδώ σταματώ. Είναι πέρα από τις δυνάμεις μου.
Οι σκέψεις μου όμως και η καρδιά μου με καθοδηγούν λέγοντάς μου ότι, είμαι κομμάτι του σύμπαντος. Ότι για να είμαι ευτυχισμένη, οι θετικές δονήσεις και η θετική του ενέργεια πρέπει να εισχωρήσουν μέσα μου κι αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί η αρνητική ενέργεια που εκπέμπει ο πλανήτης αντανακλά τις δονήσεις αυτές και την ενέργεια, εκτοπίζοντάς τες πίσω στο διάστημα. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι να μην δέχομαι εγώ, εσύ…. όλοι οι άνθρωποι, τις ευεργετικές τους ιδιότητες….. Την Απόλυτη Συμπαντική Νομοτέλεια!!!
Εντάξει, εδώ θα μου πεις ότι το παρατράβηξα και ίσως να έχεις δίκιο από τη μεριά σου….. αλλά….για σκέψου το κι εσύ λίγο…….
Σταυρούλα Ζέρβα. 09.02.2015.