Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα....

Πως θα τον πλήρωνε; Με τι λεφτά που δεν περίσσευε τίποτα; Όλη τη μέρα στο μαγαζί, κόσμος να μπαίνει και να βγαίνει, αλλά τζίρος, καθόλου. Άλλος ρωτούσε κάτι, άλλος έβρισκε το προϊόν ακριβό, άλλος για να πει μόνο ένα γεια. Δεν γινόταν δουλειά έτσι, όμως επιλογές δεν υπήρχαν. Έπρεπε να κρατηθεί όσο μπορούσε. Με νύχια και με δόντια, γιατί αυτό το μαγαζί το 'χε φτιάξει με μεράκι και με όνειρα. Ποιος είχε πει ότι το να κάνεις εργασία αυτό που αγαπάς, πάντα πετυχαίνει; Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του αντί για χαμόγελο. Κάποτε ίσως και να ίσχυε. Κάποτε ίσως να μπορούσες να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Τώρα ήταν ακατόρθωτο αν όχι αδύνατο.
Εφτά χρόνια το πάλευε. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Όχι τέλεια, αλλά υποφερτά. Η κρίση ήταν στο κατώφλι κι ο κόσμος ακόμη δεν γνώριζε τι τον περίμενε. Ούτε κι εκείνος το φαντάζονταν ότι μαγαζιά το ένα μετά το άλλο θα έκλειναν. Άνθρωποι θα έχαναν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους για να καταλήξουν στους δρόμους να τρώνε από τα σκουπίδια. Παιδιά να λιποθυμούν μέσα σε τάξεις σχολείων από την πείνα και την εξάντληση. Τι ήταν όλα αυτά; Έμοιαζαν με κακό όνειρο, με εφιάλτη βγαλμένο μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου θρίλερ ή μιας αμερικάνικης ταινίας από εκείνες τις παρατραβηγμένες που η προπαγάνδα τους φαντάζει αστεία στα μάτια του θεατή.
Πέταξε τον λογαριασμό της ΔΕΗ πάνω στο γραφείο με νεύρα. Ήταν αρχές του μήνα και οι πληρωμές έπρεπε να γίνουν άμεσα. Ενοίκιο, προμηθευτές, εφορία, ΤΕΒΕ, λογιστής κι ένα σωρό άλλοι. Αυτά χωρίς να υπολογίσει καν τα έξοδα του σπιτιού. Μπορεί να μην είχε ενοίκιο εκεί, όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Εκείνη δεν δούλευε, πια. Είχε ένα μικρό εισόδημα που ίσα κάλυπτε τα είδη πρώτης ανάγκης του σπιτιού. Παιδιά δεν είχαν. Να 'ταν ένα σημάδι; Δεν ήταν που δεν είχαν προσπαθήσει. Τρεις εξωσωματικές μέχρι τώρα, αλλά το αποτέλεσμα το ίδιο. Πολλά χρήματα, πολλή υπομονή, πολύς κόπος, πολλή απογοήτευση και τέλος ένας μεγάλος πόνος μ' ένα κενό χωρίς αναπλήρωση. Από την άλλη όμως, μήπως έτσι έπρεπε να γίνει; Τι χρώσταγε να έρθει ένας άνθρωπος σ' ένα κόσμο γεμάτο δυστυχία με μόνο δυσοίωνα σημάδια; Χωρίς προορισμό, χωρίς ελπίδα;
Ο πόλεμος δεν είχε φτάση ακόμη, αλλά ήταν κοντά. Γειτονικές χώρες μαστίζονταν από επιθέσεις τρομοκρατών που τους ονόμαζαν "τζιχαντιστές". Πιο πριν ήταν "ταλιμπάν", χρόνια πίσω με κάποιο άλλο όνομα, αλλά πάντα με το ίδιο πρόσωπο. Το στυγνό πρόσωπο των μεγάλων δυνάμεων που συγκρούονταν μεταξύ τους για το ποιος θα επικρατήσει για να έχει τον έλεγχο πάνω στον απλό κόσμο. Και τα σαπιοκάραβα ή τα τρυπημένα φουσκωτά να περνούν λαθρομετανάστες (πρόσφυγες) απέναντι, όσους κατάφερναν να επιβιώσουν από τα μανιασμένα κύματα που τους κατάπιναν αλύπητα, χωρίς να υπολογίζουν ότι ανάμεσά τους υπήρχαν παιδιά. Παιδιά που ξεβράζονταν στις ακτές για να γίνουν βορά στους δημοσιογράφους, είδηση στα μεγαλοκάναλα δήθεν με σπαραγμό, γελώντας πίσω από τις κάμερες και τρίβοντας τα χέρια τους γεμάτοι ευχαρίστηση για την πρώτη είδηση που θα καθήλωνε τους βολεμένους στον καναπέ, γεμίζοντας το κενό της αδράνειάς τους με φρίκη.
Η τηλεόραση στο σπίτι του Κίμωνα, τα τελευταία χρόνια, τον μόνο ρόλο που έπαιζε ήταν αυτός της διακόσμησης. Ούτε εκείνος ούτε η Θεανώ την άνοιγαν πια. Είχαν αηδιάσει με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα τηλεπαιχνίδια. Τα μεν πρώτα τρομοκρατούσαν τους ανθρώπους κι έβγαζαν κονσερβοποιημένες ειδήσεις, τα δε δεύτερα προωθούσαν παιδιά σε μια κοινωνία με εύκολο χρήμα, μη σκεπτόμενη και χωρίς ιδανικά. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που αντί να βρίσκεται στο απόγειο της ύπαρξής της, βάλτωνε μέρα με τη μέρα από το κλείσιμο της βιομηχανίας, το σταμάτημα της παραγωγής αγροτικών προϊόντων και τη βαριά φορολογία απέναντι στους φτωχούς και τους συνταξιούχους.
Ένα πράγμα δεν καταλάβαινε. Η ιστορία δεν τους δίδαξε τίποτα; Πως φορολογούσαν τους ανθρώπους που δεν είχαν εισόδημα; Η φορολογία για να έχει βάση πρέπει ο άνθρωπος να έχει εργασία. Όταν δεν υπάρχει τίποτα, τι θα τους πάρεις; Ψυχή; Αν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν θέσει τέρμα στη ζωή τους νομίζοντας ότι έτσι ήταν καλύτερα. Για να αποφύγει μια χώρα, που αγαπάει τους ανθρώπους της, τον αφανισμό της πρέπει να φτιάξει υποδομές για την ανάπτυξή της, όχι να πετάξει στα σκουπίδια το μέλλον της και να υποδουλωθεί στις τράπεζες. Κανείς δεν ήθελε από τους επικεφαλής τους τόπου να κάνει το σωστό και δεν ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει το γιατί. Γιατί όλοι τους ήταν πουλημένα τομάρια. Να γιατί!
Οι ζοφερές σκέψεις του Κίμωνα έλαβαν απότομα τέλος από τον έντονο χτύπο του τηλεφώνου που τον έφερε ξανά πίσω στο καθήκον της δουλειάς.