Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Τρεις εβδομάδες.α΄

Τρεις μέρες. Τόσες ήταν όλες κι όλες. Μόνο τρεις μέρες. Και πέρασαν λες και ήταν νερό σε ποτάμι....
Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να φύγει. Δεν είχε άλλο λόγο να μείνει. Ότι ήταν να γίνει, έγινε.
Μάζεψε τα πράγματά του και κατέβασε την βαλίτσα από το κρεβάτι. Προχώρησε προς την έξοδο και γύρισε το κεφάλι του πίσω για μια τελευταία ματιά. Δεν ξέχασε τίποτα, αν και ήξερε, ότι σε αυτό το δωμάτιο θα άφηνε ένα κομμάτι του. Ίσως το καλύτερο κομμάτι του εαυτού του.
Εκείνη, είχε φύγει λίγο νωρίτερα. Ήξερε ότι δεν θα την ξαναδεί. Δεν το ήθελε κανείς από τους δυο, άλλωστε. Ήταν μάταιο να επιμένουν σε κάτι, που δεν είχε μέλλον. Το είχαν προσπαθήσει πολύ. Είχαν επιμείνει, αλλά ο χρόνος απέδειξε ότι ήταν λάθος. Ήταν κοινή η απόφαση, να τραβήξουν διαφορετικούς δρόμους.
Κατέβηκε στην είσοδο, πλήρωσε τον λογαριασμό και μπήκε στο αυτοκίνητο, με προορισμό το λιμάνι, για την επιστροφή του στην Αθήνα. Στο δρόμο για το επόμενο ψαροχώρι, είδε μια ταμπέλα: «Ενοικιαζόμενα δωμάτια. Σάσα.». Έστριψε, χωρίς να το πολύ σκεφτεί, στο δρομάκι που οδηγούσε εκεί. Νοίκιασε ένα, με θέα στη θάλασσα. Τι στο καλό; Είχε ακόμη μια εβδομάδα άδεια. Γιατί να την σπαταλήσει στην τσιμεντούπολη; 
Έβαλε το μαγιό του και έπιασε την ομπρέλα ακριβώς στο σημείο που έσκαγε το κύμα. Πέταξε την πετσέτα στην καρέκλα και βούτηξε στα καταγάλανα νερά της παραλίας. Το κρύο νερό τον έκανε να ανατριχιάσει. Αμέσως καθάρισε το μυαλό του. Όλες του οι αισθήσεις μπήκαν σε εγρήγορση. Αναδύθηκε στην επιφάνεια και πήρε μια γερή ανάσα. Κολύμπησε αρκετά, μέχρι το σώμα του να συνηθίσει τη θερμοκρασία και όταν έγινε αυτό άρχισε πια να χαλαρώνει. Αρκετή ώρα μετά, κολύμπησε ως τη στεριά και βγήκε από τη θάλασσα.
Κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα είχε περάσει. Για επιβεβαίωση, το στομάχι του, άρχισε να διαμαρτύρεται. Μάζεψε την πετσέτα του και ετοιμάστηκε να πάει στο δωμάτιο να αλλάξει, όταν πίσω του αισθάνθηκε κάτι ζεστό να πέφτει με φόρα επάνω του και να τον ρίχνει με τα μούτρα στην άμμο. Το δεξί του χέρι διπλώθηκε με το πέσιμο και ένιωσε έναν οξύ πόνο να διαπερνά τον τένοντα και να φτάνει ως την καρδιά του. Το ζεστό πράγμα εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στην πλάτη του, χωρίς να τον αφήνει να ανασάνει. 
«Ωωωωωωω, συγγνώμη........», μια φωνή ακούστηκε, τον ξεκαβάλησε και προσπάθησε να τον γυρίσει ανάσκελα. «Είστε καλά;;;;;». « Ω, Χριστέ μου, τον σκότωσα τον άνθρωπο.....», έλεγε ένα πλασματάκι μαυρισμένο από τον ήλιο, με λαμπερά καστανά μάτια και κοντά κόκκινα μαλλιά.......
Έφτυσε την άμμο από στόμα του και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο πόνος στο χέρι είχε γίνει πιο δυνατός, ενώ ταυτόχρονα, το ένιωθε να πρήζεται. Εγκατέλειψε την προσπάθεια. 
«Γρήγορα, ένα ασθενοφόρο.», είπε το πλασματάκι στον κόσμο που είχε μαζευτεί γύρω τους. 
«Βοηθήστε, βρε παιδιά, να τον σηκώσουμε τον άνθρωπο.», είπε κάποιος άλλος και δύο άτομα προσφέρθηκαν να το κάνουν. 
«Εντάξει, νομίζω ότι μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Ευχαριστώ.», τους είπε μορφάζοντας. 
«Που πονάτε;», τον ρώτησε ο ένας από τους δύο που βοήθησαν.
«Το χέρι μου, δεν ξέρω....... Πονάω πολύ. Δεν κατάλαβα να έσπασε, αλλά .....».
«Ήρθε το ασθενοφόρο!», ακούστηκε από κάποιους.
«Εγώ θα έρθω μαζί του», είπε η κοπέλα στους τραυματιοφορείς και μπήκε στο ασθενοφόρο δίπλα του.
«Συγγνώμη, δεν το ήθελα. Προσπαθούσα να πιάσω το μπαλάκι με τη ρακέτα και δεν σας είδα..... Πονάτε πολύ;», σούφρωσε το προσωπάκι της σε ένδειξη συμπαράστασης.
«Πονάω αρκετά, αλλά δεν νομίζω ότι έσπασε. Μάλλον διάστρεμμα είναι.... Έλα, μην ανησυχείς. Συμβαίνουν αυτά. Δεν σου κρατάω κακία. Αλήθεια, πως σε λένε;»
«Μαργαρίτα. Εσάς;»
«Νομίζω ότι βρεθήκαμε πολύ κοντά για να μου μιλάς στον πληθυντικό, δεν νομίζεις; Εγώ είμαι ο Στέφανος. Χάρηκα για την γνωριμία.», είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει, αλλά του βγήκε γκριμάτσα, από τον πόνο.
Όλα τα άλλα έγιναν, με απίστευτα αργό ρυθμό. Μέχρι να τον δει ορθοπεδικός, να βγάλουν ακτινογραφίες, να του δέσουν το χέρι, έξω είχε πια νυχτώσει. Η Μαργαρίτα δεν το κούνησε ρούπι από κοντά του, μέχρι που τελείωσαν και βγήκαν από το νοσοκομείο. Τελικά το χέρι δεν είχε σπάσει. Είχε  ρήξη τένοντα. Έπρεπε να μείνει δεμένο και ακίνητο, για τουλάχιστον τρεις εβδομάδες, μέχρι να γίνει καλά. 
«Εγώ φταίω, που θα μείνεις χωρίς χέρι, τόσο καιρό. Μακάρι να  μπορούσα να κάνω κάτι να το πάρω πίσω και να ξαναγινόταν όπως πριν.», έσκυψε το κεφάλι της.
Ο Στέφανος έβαλε το αριστερό του χέρι στο σαγόνι της, σήκωσε  το κεφάλι της και την κοίταξε ίσια στα μάτια. 
«Είπαμε. Αυτά συμβαίνουν. Να μην τα ξανά λέμε. Εξάλλου, μου δόθηκε η ευκαιρία να σε γνωρίσω.... Μαργαρίτα.... Είσαι πολύ καλό παιδί, σε ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου.»
«Μα πως; Δεν μπορούσα να σε αφήσω μόνο..... Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω, για να σε βοηθήσω.... Αν και δεν θα σταματήσω να νοιώθω υπεύθυνη, για την ζημιά που σου έκανα...... Σου χάλασα τις διακοπές....».
«Οι διακοπές μου ήταν ήδη άσχημες, αλλά, άφησέ το αυτό τώρα. Αφού μένουμε στο ίδιο συγκρότημα, θα πάρουμε ένα ταξί να γυρίσουμε. Άρχισε να με πιάνει το παυσίπονο και νυστάζω πολύ.».
Γύρισαν, χωρίς να πουν τίποτε άλλο μεταξύ τους στη διαδρομή. Μόνο όταν έφτασαν, καληνύχτισαν ο ένας τον άλλον και πήγαν στα δωμάτιά τους.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Συγκέντρωση καμιά!!!!

Κάνει φοβερή ζέστη και το μυαλό μου νιώθω, ότι έχει γίνει κουρκούτι. Εδώ και δυο ώρες προσπαθώ να συγκεντρωθώ, αλλά προέκυψε ένα τριήμερο στη Θάσο και το μόνο που βλέπω είναι θάλασσα και ηλιοβασιλέματα.....










Έτσι, να έχετε μια ιδέα, τι εικόνες γυρίζουν στο μυαλό μου.....
 

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Πως έχουν τα πράγματα

Τα πράγματα έχουν ως εξής....
Για μένα η Δράμα, έχω ξαναπεί, είναι η πόλη που μετά την Αθήνα, αποφάσισα, να γίνει ο τόπος διαμονής μου. Δεν ήταν τυχαία επιλογή. Υπάρχει καταγωγή, συγγενείς, σπίτι. Τα καλοκαίρια, ανεβαίναμε να κάνουμε διακοπές. Έτσι ο δεσμός ενισχύθηκε και όταν ήρθε η ώρα, δεν ήταν δύσκολη η απόφαση.
Αυτό που έπαθα, όμως, είναι αστείο. Ενώ μένω μόνιμα πια τα τελευταία χρόνια εδώ, αισθάνομαι  ότι είμαι σε διακοπές. Ναι, ναι!!!! Πως ας πούμε κερδίζεις το τζόκερ και λες, θα πάω να μείνω μόνιμα στην Βραζιλία;;;;; Κάτι τέτοιο. Μη γελάτε. Δεν σας κάνω πλάκα. 
Καταρχήν, δεν έχει κίνηση. Για τους Δραμινούς, όταν μαζευτούν πέντε αυτοκίνητα στο φανάρι είναι μποτιλιάρισμα. Όταν πηγαίνουν να πληρώσουν λογαριασμούς και στις υπηρεσίες είναι δέκα άτομα αγχώνονται και νομίζουν ότι γίνεται το αδιαχώρητο......
Όλα είναι κοντά. Και η θάλασσα και το βουνό.......
Τι άλλο να ζητήσει κανείς;;;;;;;;;;
Εν τω μεταξύ, ήρθε και η μαμά από την Αθήνα για να ξεκουραστεί..... 
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι είναι καθαρά ημέρες χαλάρωσης, όχι ότι μου λείπει δηλαδή, αλλά τώρα είναι σε μεγαλύτερο βαθμό. Γι’ αυτό δεν είμαι και πολύ συχνά μέσα να γράφω...... Δεν προλαβαίνω......δεν προλαβαίνω..... Θάλασσα, καφεδάκια, τσιπουράκια, βόλτες...... Θα πάθω τίποτα η γυναίκα!!!!!!
Εύχομαι όλοι να περνάτε όμορφα, χαλαρά και ξεκούραστα!!!!
Τριγύρω είμαι, όμως, δεν χάνομαι, εντάξει;

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Η Γ‘ Πτέρυγα

Μια μέρα σαν κι αυτή θα ’θελα να πεθάνω. Όχι, όχι τώρα. Όταν έρθει η στιγμή, που δεν την ξέρω, αλλά που σίγουρα θα υπάρξει. Δεν με έπιασαν τα υπαρξιακά μου, μην ανησυχείτε, απλά σκέφτομαι αυτό που σίγουρα κατά καιρούς, περνά από το μυαλό του καθενός, ίσως λίγο πιο συχνά από το δικό μου.
Αν μπορούσα, δηλαδή, να διαλέξω την μέρα. Όχι την ημερομηνία, τη μέρα. Θα ήθελα να είναι ηλιόλουστη. Θα ’θελα στους κάμπους να είναι ανθισμένα τα ηλιοτρόπια, να φυσά ένα απαλό αεράκι και τα κεφαλάκια τους να πάνε πέρα δώθε. Ο ήλιος να παίζει με τις σκιές τους, μια από ’δω, μια από ’κει....
Σίγουρα θα με περάσετε για τρελή. Δεν ξέρω.... Ίσως και να ’μαι. Ίσως να φταίει ο χώρος που είμαι, ίσως... οι συγκυρίες, ίσως όλα μαζί. Αλλά δεν έχω την απάντηση. Δεν είναι ξεκάθαρη μέσα στο κεφάλι μου. Καμιά φορά ξυπνώ μέσα στη νύχτα από την αγωνία μου, να μην πεθάνω το βράδυ στον ύπνο μου. Με λούζει κρύος ιδρώτας, το στόμα μου είναι στεγνό και η καρδιά μου χτυπά τόσο δυνατά που νομίζω ότι θα πηδήξει έξω από το στήθος μου. Αλήθεια, μπορεί να συμβεί αυτό;
Δεν είμαι μόνη μου εδώ. Έχει κι άλλες χαμένες ψυχές, άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο από τη δική μου. Στο διπλανό δωμάτιο, απόψε, έφεραν έναν καινούριο. Δεν πρόλαβα να τον δω. Άκουσα, όμως, τις κραυγές του, τη νύχτα. Δεν κοιμόμουν έτσι κι αλλιώς. Έχω μια εβδομάδα που είμαι ήρεμη. Η νοσοκόμα μου είπε ότι είναι το φάρμακο, αλλά εγώ ξέρω καλύτερα από αυτή την στρίγγλα. Την προηγούμενη εβδομάδα, αυτή μου ’χωσε την ένεση στο μπούτι. Ακόμη πονάω που έσπασε η σύριγγα.
Τι έλεγα; Α, ναι! Ξέρετε, καμιά φορά χάνω τον ειρμό της σκέψεις μου. Έλεγα ότι ξέρω καλύτερα και από τον γιατρό ακόμα. Δεν είναι το  φάρμακο. Ποτέ δεν ήταν. Ήταν αυτός που όλες αυτές τις νύχτες δεν ήρθε. Αυτός, που πάρα πολλά βράδια, όλο τον προηγούμενο καιρό, καρτερούσε έξω από το παράθυρό μου. Σας είπα ότι είμαι μόνη μου στο δωμάτιο; Δεν σας το ’πα. Βέβαια. Βρίσκομαι στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας. Γι’ αυτό δεν με πιστεύουν. Γιατί, αν υπήρχε κάποιος εδώ μαζί μου, θα τον έβλεπε, αν και..... εκείνος έρχεται μόνο για μένα. Δεν έχω καθαρή εικόνα από το πρόσωπό του, για να σας τον περιγράψω. Το μόνο που μπορώ να σας πω, ότι και η φιγούρα του ακόμη, απροσδιόριστη είναι. Σκιά, ναι. Σαν μια μαύρη σκιά κάτω από το φως της λάμπας που κρέμεται απέναντι από το παράθυρο. Δεν τολμώ να σηκωθώ όταν είναι εκεί. Κρύβομαι κάτω από τα σκεπάσματα και μόνο μια κλεφτή ματιά του ρίχνω.....Θα μου πείτε:«Μην τον κοιτάς και θα φύγει.», αλλά δεν φεύγει. Νιώθω ότι η ματιά του διαπερνά τα σεντόνια, νιώθω να καίει τα σωθικά μου και τότε σαν από μόνα τους τα χέρια μου κατεβάζουν το σεντόνι. Προσπαθώ να γυρίσω το κεφάλι μου από την άλλη πλευρά, αλλά δεν μπορώ. Νομίζω ότι μια δύναμη το στρίβει με βία προς την κατεύθυνσή του και με αναγκάζει να τον κοιτάξω... Και τότε, βλέπω δυο πύρινα μάτια, μέσα στο σκοτάδι, να προσπαθούν να μπουν στο μυαλό μου. Νιώθω τον εγκέφαλό μου να φλέγεται και μια φωνή, που μπορεί να μην είναι  φωνή, δεν ξέρω.... ένα κρώξιμο.... να μου λέει: «Τώρα, Ελένη. Ήρθε η ώρα....» και τότε ανάβει το φως στο δωμάτιο και βλέπω την νοσοκόμα με την σύριγγα στο χέρι. Εγώ δεν είμαι στο κρεβάτι πια, αλλά όρθια στην γωνία του δωματίου να στριγγλίζω και να προσπαθώ να αμυνθώ. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα, ως την ώρα που ανοίγω τα μάτια. Η λάμπα φθορίου στον θάλαμο είναι αναμμένη και τα νιώθω να τσούζουν. Τα ξανακλείνω. Στο στόμα μου η γεύση είναι πικρή. Το νιώθω ξερό, λες και είχα κάρβουνα μέσα. Κάνω να βγάλω τα χέρια μου έξω από το σεντόνι και δεν μπορώ. Είμαι πάλι δεμένη.