Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Ου μπλέξεις!


Όχι δεν έμπλεξα σε καβγά, ούτε με την εφορία, ούτε με τις δημόσιες υπηρεσίες.
Έμπλεξα τα μπούτια μου με τον εαυτό μου και τις δουλειές που έχω αναλάβει να κάνω. Και δεν φτάνουν όλα αυτά, με έμπλεξε ο συμβίος μου και με αυτή τη βλακεία το facebook, να κάνω λέει φαγητά και να κάνω και φάρμα..... άντε τώρα να μην πω.....
Δεν προλαβαίνω να μαγειρέψω για μας να φάμε(ευτυχώς έχω καλή πεθερά που μας ταΐζει, αλλιώς θα πεθαίναμε της πείνας), έκανα εκείνο το cafe world και ταΐζω καρτουνάκια....... και δεν φτάνει αυτό, όχι, έκανα τη φάρμα να φυτεύω φυτά και να αρμέγω αγελάδες, γίδες..... να μαζεύω αβγά....
Άφησα όλα τα άλλα για να κάνω βλακείες λες και θα κερδίσω τίποτα.... Την ώρα μου χάνω και μετά τρέχω να προλάβω αυτά που πρέπει να γίνουν. Άνοιγμα το κεφάλι μου θέλει ,στα δύο, να βάλω μυαλό. Μετά μου φταίνε οι άλλοι.
Το μόνο που προλαβαίνω να κάνω, ευτυχώς, είναι να έρχομαι στη δουλειά μου.... αλλά δεν ξέρετε τι δουλειά κάνω, ε; Δεν θα το πιστέψετε..... έχω internet cafe.... που σημαίνει ότι τις περισσότερες ώρες της ημέρας είμαι μέσα στους υπολογιστές και το internet....την τύφλα μου μέσα.....
Άντε τώρα να γλυτώσεις......

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Μιας εβδομάδας πλασματάκια!!!!

Πριν μια εβδομάδα, γεννήθηκαν αυτά τα γλυκά πλασματάκια σε μία φάρμα λίγο έξω από το χωριό. Δεν άντεξα όταν το έμαθα και είπα να πάω να εισβάλω στο σπίτι τους.
Το αποτέλεσμα το βλέπετε παρακάτω. Το θαύμα της φύσης και το θαύμα της μητρότητας!!!!



















Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Τι περνάει ώρες ώρες από το μυαλό μου....


Μια παροιμία και μια αλήθεια. Πας να πεις τον πόνο σου και ακούς χειρότερα.
Αυτό σκεφτόμουν πριν από λίγο. Πόσο δύσκολο είναι τελικά το να προσπαθείς να επιβιώσεις, όχι μόνο εσύ, αλλά και ο κόσμος γενικότερα. Νομίζεις ότι είσαι εσύ που βασανίζεσαι, που τίποτα δεν είναι με το μέρος σου.... που είσαι ο ποιο άτυχος άνθρωπος και όλα τα κακά του κόσμου είναι στο δικό σου κεφάλι.
Και τελικά κάνεις λάθος, γιατί αυτός που κάθεται δίπλα σου, έχει βιώσει χειρότερες καταστάσεις από σένα και, ω του θαύματος, χαμογελάει. Έχει βγει δυνατός και νικητής και εσύ σκέφτεσαι, πως το κάνει αυτό; Τι να είναι αυτό που του δίνει τη δύναμη, το κουράγιο για να ξεπεράσει τα δύσκολα; Ο χρόνος, η υπομονή, η τύχη ή ο ίδιος ο άνθρωπος;
Δεν ξέρω και δεν έχω καταλήξει κάπου και η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν πρόκειται να το βρω ποτέ, όσο και να το σκέφτομαι. Πάντα όμως θα αναρωτιέμαι. Η μαμά μου λέει ότι ο άνθρωπος είναι το μεγαλύτερο θηρίο και δεν την αδικώ. Αυτό ισχύει. Έχουμε ξεπεράσει τον εαυτό μας και ακόμη ούτε τα μισά από αυτά που θα γίνουν δεν έχουμε δει, ούτε θα προλάβουμε να δούμε, τα εγγόνια μας ίσως; Δισέγγονα;
Αν κρίνω από τις ιστορίες που έχω ακούσει ή ίδια έχω δει, έχω φτάσει να θαυμάζω αυτό το θηρίο, που δεν εξαρτάται η επιβίωση του από το πόσα χρήματα έχει ή ποιες γραμματικές γνώσεις, αλλά από άλλα στοιχεία του χαρακτήρα του, των βιωμάτων του; Κάτι εξίσου καλό που λέει η μαμά μου είναι, τον κακομαθημένο μην τον φοβάσαι, τον καλομαθημένο να φοβάσαι. Έχω σοφή μαμά τελικά δεν νομίζετε; Ο κακομαθημένος ξέρει τι θα πει να είσαι στα δύσκολα και τα καταφέρνει, τι γίνεται όμως με αυτόν που δεν δυσκολεύτηκε ποτέ στη ζωή του; Θα τα καταφέρει; Με κάποιο περίεργο τρόπο όλοι βρίσκουν τον δρόμο τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε κανέναν δεν χαρίζεται τίποτα. Μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου αγωνίζεσαι και μάλλον όλο το νόημα είναι στην προσπάθεια!

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Χειμερινό τοπίο






















Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα σήμερα το απόγευμα πηγαίνοντας, από το σπίτι στο χωριό, για δουλειά. Βροχή, αέρας και πολλά πολλά σύννεφα.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Απόσπασμα από το βιβλίο.....

....που ίσως.... κάποτε.... τελειώσει.....

Η Λύδια Σταύρου έφτιαξε έναν ακόμη ελληνικό καφέ να πιεί. Είχε μία ώρα στη διάθεσή της πριν κλείσει το μαγαζί. Ένα μαγαζί με αντίκες στο κέντρο της Αθήνας. Έκανε κατά καιρούς ταξίδια σε διάφορα μέρη του κόσμου για να αγοράσει αντικείμενα που είχαν συλλεκτική αξία. Είχε κάνει πολύ κόπο ως τώρα, αλλά τουλάχιστον άξιζε. Ήταν περήφανη που στη συλλογή της είχε πέντε-έξι κομμάτια ανεκτίμητα.

Έξω ο καιρός ήταν άσχημος. Έβρεχε από το πρωί και δεν έλεγε να σταματήσει. Σπάνιο για Αύγουστο μήνα, αλλά μια ευχάριστη νότα δροσιάς μετά από έναν αποπνικτικό καύσωνα. Η κίνηση στο μαγαζί ήταν περιορισμένη. Ποιος θα έβγαινε με τέτοια βροχή να ψωνίσει αντίκες; Έτσι και εκείνη κάθισε στο γραφείο της και άρχισε να ξεφυλλίζει ένα περιοδικό πίνοντας σιγά-σιγά τον καφέ της, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μια κυρία. Το μαύρο ταγιέρ που φόραγε τόνιζε το λεπτό κορμί της και τα κόκκινα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε αρκετά νεανικό στυλ, σε σχέση με την ηλικία της. Οι κόκκινες γόβες και τα βαριά κοσμήματα, που συμπλήρωναν το σύνολο, έδειχναν έναν εκκεντρικό χαρακτήρα, αλλά όλη η εικόνα έδειχνε μάλλον εντυπωσιακή.

Σηκώθηκε από το γραφείο και κατευθύνθηκε προς τη γυναίκα που κοίταζε τριγύρω σαν να έψαχνε κάτι που πριν υπήρχε εκεί και τώρα είχε εξαφανιστεί. «Καλησπέρα! Μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε κάτι;», τη ρώτησε και της χάρισε το πιο επαγγελματικό της χαμόγελο. Η γυναίκα ξαφνιάστηκε και φάνηκε σαν να μην καταλάβαινε τι της έλεγε, αλλά στα αμέσως επόμενα δευτερόλεπτα ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της, κάρφωσε τα πράσινα μάτια της στη Λύδια και απάντησε: « Καλησπέρα! Ναι θα ήθελα να με βοηθήσετε. Σε μερικές μέρες παντρεύεται η ανιψιά μου και ψάχνω κάτι για γαμήλιο δώρο.» « Πραγματικά ήρθατε την κατάλληλη στιγμή. Πριν από λίγες μέρες έφερα ένα εξαιρετικό κομμάτι από την Κίνα που νομίζω ότι είναι ότι πρέπει για την περίσταση.», είπε χαμογελώντας ακόμη. « Ελάτε μαζί μου!»

Το μαγαζί δεν ήταν μεγάλο. Το γραφείο της βρισκόταν αριστερά στο βάθος. Γύρω στους τοίχους υπήρχαν ράφια με τζάμια γεμάτα με εκθέματα. Ο φωτισμός τους γινόταν με σποτάκια. Υπήρχαν τρία τραπέζια με διάφορα αντικείμενα και διάσπαρτα στο χώρο βρίσκονταν βάζα και φωτιστικά που έδιναν μια ξεχωριστή νότα. Κατεύθυνε τη γυναίκα στο βάθος του μαγαζιού προς τη βιτρίνα που ήταν εκεί. Στη μέση της ήταν τοποθετημένο ένα υπέροχο σερβίτσιο τσαγιού. « Εδώ είμαστε! Αυτό είναι! Από την καλύτερη κινέζικη πορσελάνη και χρονολογείτε από τη εποχή του Τζεκισχάν.», είπε γεμάτη περηφάνια για το απόκτημά της. « Είναι πραγματικά πολύ όμορφο, αλλά ξέρω ότι μάλλον κάτι τέτοιο δεν θα της άρεσε. Τα σημερινά κορίτσια….καταλαβαίνεται.» ,είπε η γυναίκα και άρχισε να κοιτάει ξανά γύρω-γύρω. « Αυτό δεν είναι καλό. Καθόλου καλό.», σκέφτηκε η Λύδια. Μετά από εφτά χρόνια πείρας, τόσα ήταν που άνοιξε το μαγαζί, μπορούσε να καταλάβει εάν ένας πελάτης ήταν στριφνός ή όχι. Και το ένστικτό της έλεγε ότι εδώ τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο εύκολα. Κάτι σε αυτή τη γυναίκα φάνταζε επικίνδυνο. Οπλίστηκε με όσο κουράγιο είχε και συνέχισε να χαμογελάει σαν να μην συνέβαινε τίποτα. « Θα θέλατε να δείτε κάτι άλλο; Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που έχετε στο μυαλό σας;», ρώτησε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τελειώνει γρηγορότερα μαζί της. Δυστυχώς το κόλπο δεν έπιασε. Η γυναίκα γύρισε και της έριξε ένα ψυχρό βλέμμα που υπονοούσε ότι κατάλαβε ότι η άλλη γυναίκα ήθελε να την ξεφορτωθεί. Παρόλα αυτά όμως συνέχισε σαν να μην συνέβαινε τίποτα: «Όχι, δεν έχω σκεφτεί κάτι. Θα ήθελα να με βοηθήσετε εσείς να διαλέξω.», είπε και έριξε το μπαλάκι στη Λύδια.

Μην μπορώντας να κάνει κάτι άλλο ξεκίνησε να της δείχνει διάφορα πράγματα που είχε στο μαγαζί για τέτοιες περιπτώσεις. Μετά από μία εξαντλητική προσπάθεια να βρει κάτι που θα άρεσε στην κυρία για γαμήλιο δώρο στην ανιψιά της, η γυναίκα την ευχαρίστησε για την προσπάθεια και έφυγε από το κατάστημα χωρίς να αγοράσει τίποτα τελικά. « Περίεργο!», σκέφτηκε. Είχε κάποια πράγματα που θα άρεσαν σίγουρα σε μια νιόπαντρη για το καινούριο της σπίτι. Φάνηκε από την αρχή, όμως, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Προσπαθώντας να ξεχάσει το γεγονός άρχισε να ετοιμάζεται να κλείσει το μαγαζί. Είχε καθυστερήσει τουλάχιστον μισή ώρα παραπάνω. Πήρε την τσάντα της και τα κλειδιά του αυτοκινήτου και βγήκε στο δρόμο. Εκείνη τη στιγμή ψιχάλιζε και έτσι δεν χρειάστηκε να ανοίξει την ομπρέλα που είχε μαζί της. Κλείδωσε και κατηφόρισε τον δρόμο για να πάει να πάρει το αυτοκίνητο που είχε παρκάρει μερικά στενά παρακάτω. Η κίνηση στους δρόμους ήταν όπως συμβαίνει κάθε φορά στην Αθήνα όταν βρέχει. Ασύμφορη. Βγήκε με το αυτοκίνητο στον δρόμο και κατευθύνθηκε δυτικά, όπου και έμενε.

Μετά από μια εξαντλητική ώρα στους γεμάτους κίνηση δρόμους της Αθήνας έφτασε επιτέλους στο σπίτι της. Έμενε σε κεντρικό δρόμο σε μία τριώροφη πολυκατοικία. Πάρκαρε το αυτοκίνητο στην πυλωτή και μπήκε στο κλιμακοστάσιο. Ανέβηκε τα τρία σκαλοπάτια και προχώρησε στο ασανσέρ. Η κούραση της μέρας την είχε καταβάλλει και αυτό που σκεφτόταν ήταν να κάνει ένα δροσερό ντους, να ξαπλώσει στον καναπέ του σαλονιού της και να δει μία καλή ταινία στο DVD. Αυτά, όμως, έμελλε να μην τα κάνει ποτέ εκείνη την ημέρα.

Αφού ανέβηκε στον δεύτερο όροφο και βγήκε από το ασανσέρ πήγε προς το διαμέρισμά της. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η πόρτα του σπιτιού της ήταν ανοιχτή. Το πρωί που έφυγε είχε κλειδώσει. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Έσπρωξε με το χέρι της και άνοιξε. Αυτό που είδε τη σοκάρισε. Δύο άντρες με μαύρα κοστούμια αναποδογύριζαν τα πάντα. Πρόλαβε να δει τον έναν που σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Την ώρα που του έπεσε από τα χέρια αυτό που κράταγε, κατάλαβε ότι έπρεπε να το βάλει στα πόδια. Κατέβηκε κουτρουβαλώντας τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο. Εντωμεταξύ η βροχή είχε δυναμώσει. Οι δύο άντρες την ακολουθούσαν καταπόδας. Στον πανικό της δεν κατάλαβε για πότε πέρασε απέναντι το δρόμο. Προσπαθώντας να την πιάσουν αυτός που προπορευόταν έπεσε πάνω σε ένα διερχόμενο αυτοκίνητο. Αυτό τους καθυστέρησε τόσο ώστε να καταφέρει να στρίψει στο στενό παρακάτω και να μπει στην πολυκατοικία που έμενε ο Μάριος.

Δεν ήταν σίγουρη αν ο Μάριος ήταν στο σπίτι του εκείνη την ώρα, αλλά δεν είχε που αλλού να στραφεί. Ήταν φίλοι πάρα πολλά χρόνια…. Κόντευε να ξεχάσει από πότε. Στο λύκειο όταν εκείνη πήγαινε πρώτη, τότε που οι καθηγητές έκαναν απεργίες για βδομάδες. Εκείνος πήγαινε στην τρίτη. Κάποια στιγμή βρέθηκαν στην ίδια παρέα και από τότε ήταν αχώριστοι. Έτσι, ότι δύσκολο προέκυπτε στη ζωή του ενός πήγαινε στον άλλο για βοήθεια. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κάποιοι είχαν εισβάλλει στο σπίτι της και απειλούσαν την προσωπική της ακεραιότητα.

Ανέβηκε γρήγορα-γρήγορα τη σκάλα ως τον πρώτο όροφο και ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα, όταν εκείνη άνοιξε και ξαφνικά βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν κατάξανθο, γεροδεμένο άντρα. Βρεγμένη ως το κόκκαλο και τρομοκρατημένη, ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που δεν άντεξε το σοκ και λιποθύμησε. Μόλις που πρόλαβε εκείνος να την πιάσει για να μη σωριαστεί στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Σήκωσε το λεπτό κορμί της στα χέρια του, τη μετέφερε μέσα στο σαλόνι και την άφησε όσο πιο μαλακά μπορούσε πάνω στον καναπέ. Το διαμέρισμα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο. Ένα σαλόνι που επικοινωνούσε με την κουζίνα με πάσο, δύο πολυθρόνες , ένα γραφείο με υπολογιστή και πάνω στο γραφείο διάφορες σημειώσεις και χαρτιά διάσπαρτα. Ρούχα και πράγματα ήταν σκορπισμένα άτακτα στο χώρο. Προφανώς είχε αρκετό καιρό να μπει γυναικείο χέρι μέσα σε αυτό το σπίτι.

Ο Μάριος έπρεπε να δράσει γρήγορα για να τη συνεφέρει. Της ξεκούμπωσε το πουκάμισο, αλλά αυτό που είδε από κάτω τον άφησε άναυδο. Η φιλενάδα του, αυτή που είχε σαν τη μικρή του αδελφή, εάν είχε ποτέ αδελφή, φόραγε ένα καταπληκτικό δαντελένιο σουτιέν στο χρώμα του πορτοκαλιού που αγκάλιαζε απαλά το πλούσιο στήθος της. « Δεν είναι δυνατόν να σκέφτομαι αυτό που σκέφτομαι!», μονολόγησε. «Η Λύδια είναι αδελφή σου που να πάρει η οργή!», είπε αγανακτισμένος. Της έβγαλε βιαστικά το παντελόνι και την σκέπασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με ένα σεντόνι που είχε πεταμένο στην πολυθρόνα δίπλα του. Η ζημιά, όμως, είχε ήδη γίνει. Όσο και να μην ήθελε να δει, δυστυχώς ήταν αναπόφευκτο. Ένα μικροσκοπικό δαντελένιο εσώρουχο, πορτοκαλί και αυτό, μόλις που έκρυβε τα επίμαχα σημεία ενός καταπληκτικού σώματος. Το ήξερε πως είχε τέλειο σώμα. Πολλά καλοκαίρια έκαναν διακοπές στη θάλασσα μαζί. Την είχε δει άπειρες φορές με μαγιό. Δεν ήταν δυνατόν τώρα να νιώθει σωματική έλξη, η οποία ξεφύτρωσε από το πουθενά, εξ’ αιτίας ενός γελοίου σετ πορτοκαλί εσωρούχων.

«Εμένα μου αρέσουν τα μαύρα!!! Άκου πορτοκαλί!!!», είπε και έβγαλε με κόπο οποιαδήποτε άλλη σκέψη από το μυαλό του. Έπρεπε να τη συνεφέρει το συντομότερο. Πήγε στο μπάνιο βρήκε μία κολόνια και την έφερε μπροστά στη μύτη της. Το δυνατό άρωμα βοήθησε και άρχισε να αναδεύεται σιγά-σιγά κάτω από το σεντόνι. « Τι …τι έγινε; Που είμαι;», ρώτησε αναστατωμένη και έκανε να σηκωθεί, αλλά ένα κύμα ναυτίας την καθήλωσε πάλι στη θέση της. Ο Μάριος γεμάτος ανησυχία της έπιασε τρυφερά το χέρι και της είπε: « Μη σηκώνεσαι απότομα, δεν έχεις συνέλθει ακόμη τελείως. Πες μου τι συμβαίνει, σε παρακαλώ και ήρθες έτσι μέχρι εδώ; Έξω γίνεται χαλασμός από βροχή και εσύ ήσουν βρεγμένη ως το κόκαλο!!!»

« Ήμουν;», ρώτησε καθώς άρχισε σιγά-σιγά να συνειδητοποιεί τι είχε γίνει. Έβλεπε τώρα καθαρά ότι βρισκόταν στο διαμέρισμα του, ξαπλωμένη στον τριθέσιο δερμάτινο καναπέ…χωρίς ρούχα, με ένα σεντόνι. Νιώθοντας φοβερά αμήχανα τράβηξε το σεντόνι ψηλά μέχρι το λαιμό της. «Πού είναι τα ρούχα μου;»,ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πρέπει να πάω στην αστυνομία, γρήγορα!». Αυτή τη φορά η προσπάθειά της ν’ ανασηκωθεί είχε επιτυχία. Έπαψε να ζαλίζεται και ήδη αισθανόταν καλύτερα. « Δεν έχει να πας πουθενά εάν δεν μου πεις πρώτα τι συμβαίνει! Ξεχνάς που δουλεύω εγώ;»,ξέσπασε ο Μάριος. « Ήρθες μέχρι εδώ και δεν θα φύγεις εάν δεν μου εξηγήσεις πρώτα. Α!! και τα ρούχα σου λυπάμαι, αλλά δεν έχουν στεγνώσει ακόμη.», κατέληξε. « Αν μου δώσεις ένα δικό σου τζιν και ένα πουκάμισο, τότε όλα είναι εντάξει!», του είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Αυτό αποδείχτηκε μάλλον λάθος, γιατί εκείνο που είδε εκεί δεν μπόρεσε να το προσδιορίσει…έτσι απλά το αγνόησε. Είχε άλλα πράγματα να σκεφτεί αυτή τη στιγμή πολύ πιο επείγοντα. Σε αυτά όμως δεν μπορούσε να τον ανακατέψει. Αισθανόταν ότι υπήρχε κίνδυνος και το τελευταίο που ήθελε ήταν να πάθει κάτι κακό εκείνος. « Σε παρακαλώ! Ήταν λάθος από την αρχή να έρθω ως εδώ, αλλά σ’ αυτά τα χάλια που είμαι τώρα μόνο να μιλήσουμε δεν μπορούμε.», είπε. « Φέρε μου κάτι να φορέσω και υπόσχομαι ότι θα σου πω.»

Εκείνος σηκώθηκε από δίπλα της που είχε καθίσει νωρίτερα και εξαφανίστηκε για λίγο μέσα στην κρεβατοκάμαρά του. Έψαξε στα γρήγορα να βρει κάτι να της κάνει, ή τουλάχιστον να μην της είναι τεράστιο. Τελικά βρήκε ένα τζιν που είχε πάρει τρία χρόνια πριν και δεν του έκανε πια κι ένα άσπρο Τ-shirt από το συρτάρι της ντουλάπας του. Αφού μπήκε στο σαλόνι και της τα έδωσε την προσπέρασε και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ, να ντυθεί εκείνη. Χαμένος στις σκέψεις του καθώς ήταν φτιάχνοντάς τον ξαφνιάστηκε όταν η Λύδια, ντυμένη πια, μπήκε στην κουζίνα. Το παντελόνι, όπως ήταν φυσικό, της ήταν τελικά αρκετά μεγάλο στη μέση και τα μπατζάκια τα είχε διπλώσει τουλάχιστον τρεις φορές για να μην τα πατάει. Όσο για το μπλουζάκι, αυτό το είχε χώσει μέσα στο τζιν κι έτσι φαινόταν λίγο καλύτερο. Θα μπορούσε μ’ αυτό το ντύσιμο να δείχνει τελείως γελοία, αλλά του Μάριου, του φάνηκε ότι στη ζωή του δεν την είχε δει πιο χαριτωμένη. Ένα παράξενο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του.

« Για να χαμογελάς έτσι, θα πρέπει να δείχνω περισσότερο γελοία απ’ όσο εγώ φαντάστηκα.»,του είπε και κοίταξε τα μπατζάκια που είχε διπλώσει. « Ψαρεύεις κομπλιμέντα, αλλά διάλεξε κανέναν άλλο για να το κάνεις!», της απάντησε εκείνος δήθεν θυμωμένος. « Έχω φτιάξει καφέ. Θέλεις λίγο;». « Ναι!», του έγνεψε και κάθισε σε μία από τις τέσσερις καρέκλες που βρίσκονταν μπροστά στον πάγκο. Της έδωσε ένα φλιτζάνι με σκέτο καφέ, έβαλε και έναν δικό του, πρόσθεσε δύο κουταλιές ζάχαρη και κάθισε δίπλα της. « Λοιπόν;», τη ρώτησε αφού πρώτα ήπιε μια γουλιά καφέ. Εκείνη κοίταξε για λίγο σκεφτική το φλιτζάνι και μετά σήκωσε τα καστανά της μάτια και βύθισε το βλέμμα της στο δικό του. Στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένα η αγωνία και ο φόβος. « Από πού ν’ αρχίσω; Όλα είναι πολύ παράξενα και μπερδεμένα.», είπε. « Λίγη ώρα πριν κλείσω το μαγαζί ήρθε μια παράξενη γυναίκα και μου ζήτησε να τη βοηθήσω να βρει κάτι για δώρο….αλλά εκτός του ότι με καθυστέρησε, δεν αγόρασε τίποτα, είχε κάτι αλλόκοτο…», είπε με ύφος που υποδήλωνε ότι ξαναζούσε την εμπειρία.

« Αφού τελικά έφτασα στο σπίτι, πριν μπω είδα την εξώπορτα ελάχιστα ανοιχτή. Την άνοιξα και βρέθηκα μπροστά σ’ ένα χάος. Δύο άντρες τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Πρόλαβα και είδα τον έναν…..μετά όλα έγιναν τόσο γρήγορα…..», είπε και ξέσπασε σε κλάματα. « Έλα, ησύχασε!», της είπε ο Μάριος, σηκώθηκε από την καρέκλα του και την έσφιξε στην αγκαλιά του για να την παρηγορήσει. « Μην κλαις σε παρακαλώ, δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι!». Στα τόσα χρόνια φιλίας ήταν η δεύτερη φορά που την έβλεπε σε αυτή την κατάσταση.

Η πρώτη ήταν πριν δεκατέσσερα χρόνια. «Ακαριαίος θάνατος.», τους είχαν πει οι αστυνομικοί. Είχαν σκοτωθεί και οι δύο γονείς της σε αυτό το ατύχημα. Καθώς γύρναγαν πίσω από την εκδρομή που είχαν πάει, ένα άλλο αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και τους παρέσυρε. Ο Μάριος ήξερε πολύ καλά τι θα πει απώλεια. Είχε χάσει τον πατέρα του όταν ήταν πολύ μικρός και η μητέρα του είχε δυσκολευτεί πολύ να μεγαλώσει εκείνον και τον αδελφό του. Η Λύδια δεν είχε αδέλφια και είχε αναλάβει εκείνος τον ρόλο του μεγάλου αδελφού από τότε και μετά.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Σάββατο 25 Αυγούστου 2099

Η Ζηνοβία κοίταξε τον Πολύφημο στα μάτια με τρυφερότητα. Τα χέρια της έτρεμαν, όχι από την συγκίνηση μόνο, αλλά και από το Πάρκινσον που την ταλαιπωρούσε χρόνια τώρα. Δεν είχαν πολύ ώρα στη διάθεσή τους, γιατί σε λίγο ο Πολύφημος θα έπεφτε πάλι στην άβυσσο του Αλτσχάιμερ. Παρόλα αυτά, όμως, ήταν ευτυχισμένη. Μισό αιώνα και περίμενε τη συγκεκριμένη στιγμή. Επιτέλους το όνειρο γινόταν πραγματικότητα, όπως στο τραγούδι που ενδόμυχα πάντα σιγοτραγουδούσε: Θα σε πάρω θα σε πάρω με παπά και με κουμπάρο.....
Οι κουμπάροι, ένα ζευγάρι που μετρούσε άλλα εκατό χρόνια στην πλάτη του, κρατούσε τα στέφανα και τις βέρες όλο καμάρι και χαρά, άσχετα που ήταν ανύπαντροι και οι ίδιοι. Οι καλεσμένοι, χαμογελούσαν και αυτοί. Κρατούσαν στις χούφτες τους το ρύζι και ψιθύριζαν μεταξύ τους. Άλλοι με μπαστουνάκια, άλλοι με πι..... Πολλοί είχαν φέρει και τις αποκλειστικές τους μαζί, γιατί το να σταθούν μόνοι τους τόση ώρα ήταν πια άθλος.
Η εκκλησία, ένα κτίριο φτιαγμένο από δέκατης τρίτης γενιάς πολυκαρμπονικά, ήταν όμορφα στολισμένη. Τα λουλούδια του στολισμού ήταν αληθινά. Η Ζηνοβία είχε επιμείνει πολύ σε αυτό. Η νέα τεχνολογία απαιτούσε να είναι «εκείνα τα ψεύτικα»· έτσι τα αποκαλούσε, φτιαγμένα από ειδικά υλικά ανεξίτηλα και άφθαρτα με διακριτική μυρωδιά.... αλλά..... ΨΕΥΤΙΚΑ. Κανένας δεν καλλιεργούσε πια αληθινά, γιατί είχαν μεγαλύτερο κόστος. Και που να βρεθεί κοκκινόχωμα στο Φεγγάρι; Από τότε που μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν εκεί, τίποτα άλλο δεν την στεναγχωρούσε περισσότερο όσο αυτό. Βρήκε, όμως, τρόπο να διαπραγματευτεί με τη διοργανώτρια και να τους τα στείλουν από την Γη, ευτυχώς. Είχε κανονίσει να μεταφερθούν μετά την τελετή, στην αίθουσα δεξιώσεων.
Η αίθουσα ήταν δίπλα στην εκκλησία. Εκεί θα πήγαιναν όλοι οι καλεσμένοι για να το γλεντήσουν. Το μενού ήταν πολύ προσεγμένο. Γιαουρτάκια με χαμηλά λιπαρά, τίλιο και τσάι του βουνού(από τη Γη, παρακαλώ) άφθονα, ψωμί μαύρο και σικάλεως, τραχανάς, φιδές, κοτόσουπα, κολοκυθάκια βραστά χωρίς αλάτι όλα. Διάφορα χάπια.... για πίεση, χοληστερίνη, αγχολυτικά, υπογλώσσια και φυσικά από τρία πιεσόμετρα σε κάθε τραπέζι. Την τούρτα την είχαν επιμεληθεί πέντε σεφ. Ήταν δωδεκαόροφη και τα υλικά της μοναδικά. Είχαν χρησιμοποιηθεί, ασπαρτάμη και φρουκτόζη, γάλα χωρίς λιπαρά και λακτόζη, φυτικό βούτυρο, αλεύρι χωρίς γλουτένη, ασπράδια αβγών, μαύρη σοκολάτα χωρίς ζάχαρη, βανίλια και λίγο λικέρ τριαντάφυλλο.
Η Ζηνοβία έλαμπε ολόκληρη μέσα στο άσπρο της φόρεμα. Τα ενενήντα πέντε χρόνια της δεν φαίνονταν καθόλου. Έδειχνε είκοσι χρόνια νεότερη. Είχε κάνει, βέβαια, ένα λίφτινγκ και μια ανορθωσούλα ένα μήνα πριν. Αλλά και ο Πολύφημος ήταν φοβερά εντυπωσιακός. Η εμφύτευση μαλλιών και το λίφτινγκ τον είχαν βοηθήσει να δείχνει και εκείνος μικρότερος. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι ο άντρας αυτός ήταν ενενήντα οκτώ ετών;
Η τελετή έφτασε στο τέλος και το νεόνυμφο πια ζευγάρι πήγαινε κοντά στην είσοδο να χαιρετήσει τον κόσμο. Οι κουμπάροι ακολουθούσαν από πίσω, όταν για μια στιγμή η κουμπάρα κοντοστάθηκε, γύρισε το βλέμμα στον κουμπάρο και σύντροφό της όλο θλίψη και του είπε: «Εμείς πότε θα παντρευτούμε, αγάπη μου;»



Υ.Γ. Αυτή την ιστορία την αφιερώνω στη φιλενάδα μου τη Μαρίνα..... εκείνη ξέρει γιατί....
Να πω, επίσης, ότι το θέμα της ιστορίας το σκεφτήκαμε από κοινού.