Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Τρεις εβδομάδες.γ’

Ξύπνησε από τον οξύ πόνο που ένιωσε στο χέρι του. Κάτι είχε το είχε πλακώσει και δεν μπορούσε να το κουνήσει. Άνοιξε τα μάτια του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να διώξει από πάνω του το βάρος.
Γούρλωσε τα μάτια. «Πως βρέθηκε αυτή εδώ;», ήταν η πρώτη του σκέψη. «Τι έκανα;», η αμέσως επόμενη.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι προσεκτικά, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, να θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια της προηγούμενης μέρας και νύχτας. Ευτυχώς φορούσε το σορτσάκι του. «Κάτι ήταν κι αυτό! Δεν ήταν; Χριστέ μου είμαι παλιάνθρωπος.», βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο σαν λιοντάρι σε κλουβί. Ο πόνος εντάθηκε, αλλά δεν τον πείραζε. Η τιμωρία του για ότι έκανε ήταν, καλά να πάθει.....
Βγήκε στο μπαλκόνι, πήρε μερικές βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει και κάθισε στην καρέκλα. Έπρεπε να πάρει τα πράγματα με τη σειρά. Καθώς το μυαλό του άρχισε σιγά σιγά να ξυπνά, άρχισε να θυμάται.
Μετά τον καφέ, πήγαν σε έναν μικρό, γραφικό, όρμο. Ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, ήταν ένα ταβερνάκι, ξεχασμένο στο χρόνο. Οι καρέκλες ήταν ψάθινες, βαμμένες μπλε. Το τραπέζι στο ίδιο χρώμα, με το ριγέ τραπεζομάντιλο, σε μπλε και γαλάζιους τόνους. Ο κάπελας ήταν ένα γεροντάκι, με μεγάλο τσιγκελωτό μουστάκι, μεγάλη κοιλιά και ροδοκόκκινα μάγουλα. Τους έφερε ολόφρεσκα ψάρια, ψητά στα κάρβουνα, λιαστό χταπόδι, πατάτες, χωριάτικη..... γαρίδες.... Ήπιαν; Φυσικά και ήπιαν. Τι άλλο από τσίπουρο, που δένει τόσο όμορφα με το περιβάλλον και το φαγητό. «Που να σε πάρει ο διάολος!!!! Δεν ξέρεις ότι δεν μπερδεύουν τα φάρμακα με το αλκοόλ; Τι είσαι; Έφηβος; Πανάθεμά σε!!!!», η ενοχή δεν τον άφηνε να χαλαρώσει και σαν επιβεβαίωση ήρθε και ο πονοκέφαλος. «Θυμήσου τι έκανες στο κορίτσι και άσε τα γύρω γύρω...», τον μάλωσε το υποσυνείδητό του. Έβαλε τα δυνατά του να θυμηθεί, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Ο πονοκέφαλος και ο πόνος στο χέρι τον αποδιοργάνωσαν τελείως. 
«Στέφανε;», ακούστηκε η φωνή της από μέσα.
«Αχ, ας ανοίξει η γη να με καταπιεί ΤΩΡΑ..... Πως θα την κοιτάξω στα μάτια; Τι θα της πω;». Το μυαλό του μπλοκάρισε και έκλεισε τα μάτια του απελπισμένος.
«Στέφανε;», η φωνή πλησίαζε, μέχρι που τελικά έκανε την εμφάνισή της στο μπαλκόνι. Το φόρεμά της ήταν τσαλακωμένο και τα μαλλιά της ανάκατα. Ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη της, που την έκανε να μοιάζει, πάλι, με κοριτσάκι. Του ήρθε έντονη η επιθυμία να σηκωθεί από την καρέκλα και να τη φιλήσει μέχρι να κοπεί η αναπνοή και των δύο, αλλά συγκρατήθηκε. «Σίγουρα είσαι άρρωστος φίλε μου!», σκέφτηκε.
«Καλημέρα! Δεν είσαι και πολύ καλά βλέπω. Πονάς πάλι;», τον ρώτησε. 
«Όχι!... Δηλαδή..... Ναι .... Δηλαδή.... Δεν ξέρω, τι με πονάει πιο πολύ..... Το χέρι μου.... το κεφάλι μου......», δεν ήξερε τι έλεγε.
«Δεν έπρεπε να σε αφήσω να πιεις. Με συγχωρείς, αλλά περνάγαμε τόσο όμορφα που δεν σκέφτηκα τις επιπτώσεις....».
Μπαμ.....Κεραμίδα!!!!! Τι επιπτώσεις να εννοούσε, ένας Θεός ήξερε.
«Μαργαρίτα, εγώ ..... δεν.......», λες και κατάπιε ολόκληρο το δαμάσκηνο και του κόλλησε στο λαιμό.
«Δεν πειράζει, αναμενόμενο ήταν. Θα γινόταν έστω κι αν έπινες λιγότερο....».
Κι άλλη κεραμίδα!!!!!! «Δηλαδή, το ήξερες..... Πως το ήξερες;».
Εκείνη χαμογέλασε ξανά. «Φυσικό ήταν να ζαλίζεσαι και να θες να κάνεις εμετό. Αλλά από την ώρα που ήρθαμε και ξάπλωσες, δεν γύρισες ούτε πλευρό, ευτυχώς. Έμεινα..... γιατί.... φοβήθηκα μην πάθεις καμιά αναρρόφηση μέσα στη νύχτα......», του είπε.
«Δόξα σοι ο Θεός!!!!!», ξεφύσησε ανακουφισμένος. 
Άρχισε να γελάει και την κοίταξε απορημένος. «Γιατί γελάς;», τη ρώτησε.
«Γιατί η έκφρασή σου είναι πολύ αστεία, αυτή τη στιγμή. Λες και γλύτωσες από την αγχόνη.......», τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό της σοβάρεψαν ξαφνικά. «Ποια είναι η Μαρία;», τον ρώτησε και αμέσως το μετάνιωσε. «Δεν χρειάζεται να μου πεις. Άλλωστε δεν έχω κανένα δικαίωμα..... Πρέπει να φύγω. Με συγχωρείς......», μπήκε μέσα στο δωμάτιο, έβαλε τα παπούτσια της κι έφυγε.
«Είσαι ηλίθιος, ηλίθιος, ηλίθιος και σου αξίζουν όλα όσα παθαίνεις». Μπήκε στο ντους και έμεινε εκεί πάνω από μισή ώρα με το νερό να μαστιγώνει αλύπητα το κορμί του. Ο πονοκέφαλος άρχισε να υποχωρεί μετά από αυτό, αλλά το χέρι του δεν έλεγε να ησυχάσει. Πήρε ένα παυσίπονο και ξάπλωσε στο κρεβάτι, ατενίζοντας για μια ακόμη φορά το ταβάνι, λες κι εκεί ήταν ζωγραφισμένη η λύση στο πρόβλημα που έκανε την εμφάνισή του πριν δύο μέρες. 
Η Μαργαρίτα.
Δεν θα την έλεγε κανείς ψηλή. Όχι. Ούτε κοντή ήταν, όμως. Μελαχρινή; Ίσως, αλλά με τόσο μαύρισμα που είχε, ίσως να ήταν σταράτη. Το δυνατό της σημείο. Τα μάτια της. Μεγάλα, καστανά, εκφραστικά. Σαν ανοιχτό βιβλίο. Μονίμως γελαστή κι ευχάριστη. Έξυπνη, πολύ έξυπνη. Αυτό μπορούσε να το καταλάβει. Ήταν μέρος της δουλειάς του να ασχολείται με τους ανθρώπους. Αυτό κάνουν οι ψυχολόγοι, άλλωστε. Ψυχολογούν τους ασθενείς τους, για να μάθουν τι προσωπικότητες είναι και να τους βοηθήσουν ανάλογα. 
Αυτόν, ποιος θα τον βοηθούσε ψυχολογικά τώρα; Μόλις πριν λίγες μέρες, βγήκε από μια σχέση, που δεν είχε νόημα να συνεχιστεί. Τι έφταιξε; Τίποτα ουσιαστικό και όλα. Μαζί με την Μαρία, την άφησαν και βούλιαξε, σαν καράβι που βρίσκεται ακυβέρνητο στα κύματα. Από το πανεπιστήμιο που συναντήθηκαν για πρώτη φορά, δυο παιδιά γεμάτα ενθουσιασμό για την ζωή, μέχρι προχθές. Δεν ήθελαν να παντρευτούν. Δεν ήθελαν να ζήσουν συμβατικά και τι έκαναν στο τέλος; Χάθηκαν στην διαδρομή και κατέληξαν να είναι πιο συμβατικοί από κάθε άλλο ζευγάρι. Σταμάτησαν να επικοινωνούν. Δεν κουβέντιαζαν πια. Δεν έκαναν πράγματα μαζί. Τα μεσημέρια, έτρωγαν ξεχωριστά. Τα βράδια..... Πότε συναντήθηκαν τα βράδια, τα τελευταία δύο χρόνια; Άρχισαν να θέλουν διαφορετικά πράγματα από τη ζωή τους. Εκείνη ήθελε να δεχθεί τη θέση που της δίνονταν στο Λονδίνο ως μάνατζερ σε μια μεγάλη εταιρεία. Εκείνος ήθελε να κάνουν ένα παιδί...... και τελικά δεν έγινε τίποτα από τα δύο. Η Μαρία έριξε το φταίξιμο σε αυτόν, επειδή δεν την βοήθησε να αποφασίσει έγκαιρα για να μπορέσει φύγει, ο Στέφανος την κατηγόρησε ως εγωίστρια και εγωκεντρική, επειδή σκεφτόταν μόνο τον εαυτό της και κανέναν άλλον.
Το ταξίδι αυτό ήταν μια τελευταία προσπάθεια, η οποία απέβη άκαρπη......Για ποιον; Ολόκληρο φρούτο βρέθηκε στο δρόμο του, ζουμερό μεστό και ώριμο........«Ε, δεν συμμαζεύεσαι με τίποτα εσύ!». Θυμήθηκε την ατάκα σε μια παλιά ελληνική ταινία.....«και χράτσα χρούτσα....», με την Κοντού και τον Χορν....
Επιτέλους, ήρθε ο Μορφέας και τον έβγαλε, από κάθε σκέψη. Έμεινε εκεί, μέχρι αργά το απόγευμα, που χτύπησε το κινητό του.

8 σχόλια:

  1. Θα έρθω μάλλον αύριο με την ησυχία μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφη η συνέχεια!
    ελπίζω να μη μ'αφήσεις πάλι στα κρύα του λουτρού!
    Τράβα το ξεχείλωσε... το έχεις απίθανη γραφή που δεν θέλει ο αναγνώστης να τελειώσει ποτέ!

    Καλό ΣΒΚ με φιλιά θαλασσινά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σταυρούλα ευτυχώς που εισακούσθηκαν οι επιθυμίες μας!!!!!
    Δεν θέλω να τελειώσει..
    Ασε που μια ανάγνωση δεν αρκεί!

    Φιλιά ευχαρίστησης!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χριστόφορε,
    όποτε θες, εδώ θα με βρεις, στις επάλξεις.....
    Την καλημέρα μου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Zoyzoy,
    εντάξει, θα το προσπαθήσω. Δεν ξέρω πόσο μεγάλο θα γίνει, να ξέρεις όμως ότι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ιστορία που γράφω μέχρι τώρα. Άντε να δω που θα καταλήξει....
    Σε ευχαριστώ πολύ που με ενθαρρύνεις. Το εκτιμώ ιδιαίτερα!!!!
    Φιλιά πολλά πολλά γλυκιά μου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γιαγιά Αντιγόνη,
    η γνώμη σου είναι πολύ σημαντική για μένα. Ο δικός σου τρόπος γραφής και του Χριστόφορου, μου αρέσουν ιδιαίτερα. Παίρνετε τις λέξεις και τις χειρίζεστε τόσο όμορφα, που για μένα είναι μάθημα αυτό. Σημαντικό μάθημα, θέλω να το ξέρετε!
    Την καλημέρα μου και τη βαθιά εκτίμησή μου!!!!
    Φιλιά!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΑ!
    ΦΙΛΑΚΙΑ ΒΡΕ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Effie's Sweet Home Designs,
    σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Χαίρομαι που αρέσει και σε σένα! Να’ σαι καλά, καλό απογεύμα!!! Φιλιά!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή