Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η σελίδα.

Ένα τσιγάρο σιγόκαιγε στο τασάκι. Ο καπνός του, μια λωρίδα που άνοιγε σαν πέπλο, κάνοντας δαχτυλίδια, για να χαθεί έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Μια λάμπα, έριχνε το χλωμό της φως πάνω σε μια λευκή άδεια σελίδα, που περίμενε καρτερικά να γεμίσει, από λέξεις. Λέξεις, που ποτέ δεν γράφτηκαν. 
Ο Αντρέας, έσβησε το τσιγάρο, αφού πρώτα τράβηξε την τελευταία τζούρα, πριν φτάσει η καύτρα στο φίλτρο. Έκλεισε το φως, αφήνοντας το σκοτάδι στο δωμάτιο να τον τυλίξει. Είχε γίνει φίλος πια με τις σκιές. Κουβέντιαζε μαζί τους. Ένιωθε άνετα, απογυμνώνοντας την ψυχή του σε αυτές. Οι σκιές, δεν μπορούσαν να τον προδώσουν. Το φως, ήταν ανελέητο. Τον άφηνε εκτεθειμένο, χωρίς να νοιάζεται για αυτόν.
Προχώρησε προς το παράθυρο κοιτώντας έξω τα φώτα της πόλης, που λαμπύριζαν, σαν μικρές φωτεινές κουκίδες διάσπαρτες στο σκοτάδι. Ο θόρυβος από ένα ξεχασμένο αυτοκίνητο, που κινούνταν στους έρημους δρόμους, έσπασε την σιωπή της νύχτας, όπως το βότσαλο που πέφτει στη λίμνη και διαταράσσει τα ήσυχα νερά της. Για λίγο.
Αρκετό όμως να κάνει κακό. Μια κακοφωνία στην τελειότητα του σύμπαντος που κινείται αέναα, στον χώρο και τον χρόνο. Χρόνος. Πλασματικός. Δημιούργημα του ανθρώπου, για να δικαιολογήσει το πριν, το τώρα, το μετά. Δεν υπήρχε χρόνος για τον Αντρέα. Είχε σταματήσει να γυρνά, όπως το ρολόι σταματά την ώρα του ατυχήματος. Βίαια. 
Βίαιος κι ο τρόπος που έφυγε εκείνη. Δεν ήθελε να θυμάται. Το μυαλό, όμως, είχε τη δική του βούληση. Οι θύμησες πετάγονταν από το πουθενά μπροστά του, βάζοντας τον, να ξανά ζήσει τα πάντα από την αρχή. 
Βράδυ, μαζί στο αυτοκίνητο. Η ευτυχία, ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Γύριζαν από τον γιατρό. Για τους επόμενους μήνες, η Χλόη, έπρεπε να προσέχει την δίαιτά της. Δεν έπρεπε να κουράζετε..... Μια μικρή καρδούλα χτυπούσε μέσα της, στο δικό της ξεχωριστό ρυθμό. Μια ακόμη ζωή έπαιρνε σχήμα, μορφή. Ένα μικρό πλασματάκι, τόσο δα, που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο που θα έβλεπαν τον κόσμο γύρω τους. 
Δεν πρόλαβε να δει τίποτα, εκτός από τα φώτα. Δυνατά φώτα, που τον τύφλωσαν. Στα επόμενα δευτερόλεπτα, χάθηκαν όλα. Ένα μπαμ, που στοίχειωνε ακόμη τον ύπνο του, τον ξύπνιο του..... 
Η λευκή σελίδα περίμενε εκεί, πάνω στο παλιό βρώμικο τραπέζι, άσπιλη. Κάθισε στην μοναδική καρέκλα, πάνω από την σελίδα κι έκλαψε, για τελευταία φορά. Τα δάκρυα έπεσαν επάνω της σχηματίζοντας κυματιστούς κύκλους. Άνοιξε το συρτάρι και πήρε το μπουκαλάκι με τα χάπια. Του τα ’χε γράψει ένας γιατρός. Αντικαταθλιπτικά.... για να ξεχνάει, να κοιμάται.... να ζει. Να ζει μια ζωή, χωρίς νόημα. Χωρίς εκείνη.... χωρίς την ψυχή που μεγάλωνε μέσα της. 
Ο εισαγγελέας έδωσε την εντολή να ανοιχτεί το διαμέρισμα. Ένας άνθρωπος κείτονταν νεκρός σε μια καρέκλα, πάνω από μια σελίδα διάστικτη από κυματιστούς κύκλους και μια μοναδική λέξη, γραμμένη πάνω της.....«Έρχομαι.»

6 σχόλια:

  1. ΑΝΤΕ ΜΕ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΕΣ ΠΡΩΙ ΠΡΩΙ !
    ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ !
    ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΥ ΑΛΙ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΠΙΣΩ!
    ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΑΚΙΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έφη μου,
    αυτός ήταν ο σκοπός μου, αλλά δεν ήθελα να το πάθεις πρωί πρωί....χαχαχαχα!!!!
    Πόσα τέτοια δεν έχουν γίνει;;;; Δύσκολο να ζεις με το βάρος αυτών που έφυγαν.....
    Φιλιά πολλά πολλά από την Δράμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΕΞΟΧΟ!!!!
    Σταυρούλα με εντυπωσίασες. Ειλικρινά! Η πυκνότητα της γραφής και οι εξαίσιες περιγραφές του περιβάλλοντος γενικά μέχρι και το σχήμα που έπαιρνε ο καπνός του τσιγάρου...Τι να σου πω κορίτσι μου. Έχεις ταλέντο. Τέρμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χριστόφορε,
    να πω την αλήθεια μου, πίστεψα ότι δεν θα σας αρέσει. Χαίρομαι πάντως που έγινε το αντίθετο.
    Σε ευχαριστώ πολύ!!!!
    Την καλησπέρα μου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υπέροχο αλλά με ξέρεις δεν θέλω να κουράζω το μυαλό μου θέλω να τα βρίσκω έτοιμα και να μην κάνω εγώ σενάρια!
    Γιατί έφυγε, πως?

    Με βασανίζεις:((

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Zoyzoy,
    είπα να μην σας ρίζω πολύ στα τάρταρα..... Γι’ αυτό δεν το έκανα σενάριο.....
    Άσε που σήμερα η μέρα είναι ηλιόλουστη και χαρούμενη!!! χαχαχαχα!!!!
    Φιλιά πολλά πολλά!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή