Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. ζ’

Ο Ηλίας είχε μια εβδομάδα να κοιμηθεί καλά. Είχε αποφασίσει να δώσει λίγο χρόνο στην Νικολέτα, να επεξεργαστεί το τελεσίγραφο που της είχε δώσει και όσο οι μέρες πέρναγαν, τόσο η αγωνία του κορυφώνονταν.
Περίμενε από εκείνη, να κάνει το τελευταίο βήμα. Εξαρτιόταν το μέλλον της σχέσης τους, από την απάντησή της. Δεν του ήταν εύκολο. Του άρεσε κι εκείνου στην αρχή που όλα γύριζαν γύρω από το σεξ, αλλά ανακάλυψε στην πορεία, ότι δεν του έφτανε αυτό. Η Νικολέτα ήταν άνθρωπος, μοναχικός, ανεξάρτητος και έπιασε τον εαυτό του να νιώθει ερωτευμένος, ακριβώς για αυτά της τα στοιχεία. Δεν ήθελε να δέσει την ζωή  του, με μια γυναίκα αγκιστρωμένη στο μπατζάκι του παντελονιού του. Ήθελε μια γυναίκα δυναμική και αποφασιστική. Μια γυναίκα που πάταγε τα πόδια της γερά στη γη και δεν περίμενε όλη την δουλειά να την κάνει ο άντρας. 
Αυτά της είχε πει ένα βράδυ, την ώρα που κάθονταν μπροστά στο τζάκι της, μετά το δείπνο. Δεν ήθελε να καταλήξουν πάλι στο κρεβάτι, γιατί δεν θα μπορούσε να της πει τίποτα μετά. Το σεξ μεταξύ τους ήταν πολύ δυνατό, με έντονο πάθος και τα λόγια φάνταζαν πολύ λίγα, για να της πει, ότι ακριβώς αισθάνονταν. Βέβαια, με το σεξ της το έδειχνε, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, ποτέ, δεν είσαι σίγουρος τι κατάλαβε ο σύντροφός σου, αν πρώτα δεν έχεις ήδη εξωτερικεύσει και λεκτικά, αυτό που νιώθεις. 
Αυτή η αναμονή τον σκότωνε, γιατί η ζυγαριά έγερνε περισσότερο, στο να τον παρατήσει στα κρύα του λουτρού, από το να συνεχίσει μαζί του.  Τώρα που το ξανά σκέφτονταν, δεν την είχε αφήσει να  μιλήσει καθόλου. Δεν ήξερε αν έκανε καλά ή όχι. Φοβήθηκε μήπως του απαντήσει παρορμητικά, χωρίς να σκεφτεί και πάρει μια απόφαση, που θα κόστιζε και στους δύο. 
Η Νικολέτα ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά, για να μην σκέφτεται, αλλά άδικος κόπος. Δούλευε όσες περισσότερες ώρες της ημέρας μπορούσε, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της. Μόλις έμπαινε μέσα κι έβλεπε το τζάκι, της έρχονταν να πάρει τη βαριά και να το σπάσει. Δεν ήθελε να θυμάται την τελευταία κουβέντα που έκαναν με τον Ηλία, καθισμένοι μπροστά σε αυτό. Ποια κουβέντα, δηλαδή, εκείνος μόνο μιλούσε και μόλις τελείωσε ότι είχε να πει..... της βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα και σηκώθηκε κι έφυγε. 
Μόνο και μόνο για αυτό ήθελε να τον μισήσει, που την  άφησε σε αναμμένα κάρβουνα να χοροπηδάει, χωρίς, από εκείνη την ημέρα,  καν, να πάρει ένα  τηλέφωνο. Όχι, δεν μπορούσε να πάει εκείνη από το μαγαζί. Της το ’χε ξεκόψει. «Στο μαγαζί θα έρθεις, μόνο, αν έχεις μια απάντηση. Όποια κι αν είναι θα την σεβαστώ, αρκεί να είναι, σε παρακαλώ, αυτό που πραγματικά θέλεις.», να τι της είχε πει αυτολεξεί.
Τον σκοτώνεις ή δεν τον σκοτώνεις, μετά; 
Ο Ηλίας πήρε το κινητό στα χέρια του και σχημάτισε έναν αριθμό. Στο τρίτο χτύπημα ήρθε στα αυτιά του η γνώριμη φωνή του Γεράσιμου.
«Τι έγινε; Γκρεμίστηκε κανένας φούρνος;», ακούστηκε από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.
«Πρέπει να μιλήσουμε. Είμαι στο μαγαζί. Αν θέλεις έλα.»,  του είπε.
«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.».
Όταν ο Γεράσιμος μπήκε στο μαγαζί και κοίταξε τον φίλο του, δεν πίστευε στα μάτια του. Φαίνονταν σαν να είχε περάσει οδοστρωτήρας από πάνω του, αλλά αυτό που του έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν τα μάτια του. Εκτός από τους μαύρους κύκλους που είχαν αποκτήσει, είχαν χάσει και την λάμψη τους. Είχε χαθεί εκείνη η περιπαιχτική διάθεση που παιχνίδιζε όταν τον κοίταζε κανείς κι αμέσως ένιωσε να τον τυλίγει η λύπη για την κατάντια του φίλου του. Αυτό, μόνο από κάποια γυναίκα θα μπορούσε να το πάθει, ήταν σίγουρος. 
Ξέχασαν και οι δύο για ποιο λόγο ήταν τσακωμένοι και συμφιλιώθηκαν με εκείνον τον άτυπο νόμο που υπάρχει ανάμεσα στους φίλους, που λέει: «Άσχετα με το τι συνέβη μεταξύ μας, είμαι εδώ για τα δύσκολα.». Έτσι ο Γεράσιμος, κάθισε και άκουσε προσεκτικά τον Ηλία. Δεν του φάνηκε καθόλου περίεργο το ότι έπεσε με τα μούτρα. Ο Ηλίας τόσα χρόνια κινούνταν εκ του ασφαλούς, σε μονοπάτια που τα γνώριζε καλά, με γυναίκες, που μπορούσε να χειριστεί. Η περίπτωση της Νικολέτας, ήταν διαφορετική κι ένιωθε σαν ψάρι, έξω από τα νερά του. Παρόλα αυτά, ήθελε να είναι μαζί της. Ήταν σίγουρος ότι αυτή ήταν το πεπρωμένο του και δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τις άλλες γυναίκες, με ίδιο μάτι.
Για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, οι δύο άντρες, συζήτησαν όπως παλιά. Ο Γεράσιμος δεν είχε κάτι να του πει, διαφορετικό, για τον τρόπο που χειρίστηκε την κατάσταση. Θεωρούσε ότι έπραξε, ακριβώς όπως έπρεπε. Ήταν απέναντι στην Νικολέτα ειλικρινής. Της είχε πει τι αισθάνονταν και τι ήθελε από εκείνη, χωρίς να αφήσει πράγματα να αιωρούνται. Ήταν σίγουρος για τα συναισθήματά του και αυτό ήταν πολύ βασικό, στο να της δώσει να καταλάβει ότι, σίγουρα σε καμία σχέση δεν μπορείς να δώσεις εγγυήσεις για το μέλλον της, αλλά δεν μπορείς και να ξέρεις χωρίς να το παλέψεις. Άξιζαν να δώσουν σε αυτό που είχαν, μια ευκαιρία. Δεν είχε σκοπό να την εγκλωβίσει σε κανένα φαύλο κύκλο. Ας έκαναν μια προσπάθεια κι αν ένας από τους δύο, ένιωθε να τον πνίγει ο άλλος, θα το τέλειωναν χωρίς δράματα. Άλλωστε, τα δράματα δεν ταίριαζαν, καθόλου, σε κανέναν από τους δύο.
Ο Ηλίας, ένιωσε λίγο καλύτερα μετά την κουβέντα που είχε με τον κολλητό του. Δεν περίμενε, βέβαια, ότι ο Γεράσιμος θα ενέκρινε τον τρόπο που έγιναν τα πράγματα, συνήθως διαφωνούσαν πάνω σε κάτι τέτοια, αλλά και μόνο που τον άκουσε, ήταν σαν να πήρε ένα κομμάτι βάρους πάνω από τους ώμους του και ξαλάφρωσε. Ώρες μετά, καθόταν μόνος στο μαγαζί, με κλειστή την πόρτα και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε ένα έντυπο που έλεγε, πως λειτουργεί η παγομηχανή..... αλλά, όσο κι αν προσπάθησε, παγάκια δεν έκανε......
Η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά, αλλά η Νικολέτα δεν πλησίαζε ακόμη το τζάκι για να το ανάψει. Πήρε το αερόθερμο, το έβαλε στην πρίζα και κάθισε στο γραφείο της μπροστά στον υπολογιστή. Είχε να ετοιμάσει μια προσφορά για μια αντιπροσωπία, στην Θεσσαλονίκη, για τις επόμενες μέρες, αλλά με τον ρυθμό που την δούλευε, δεν υπήρχε περίπτωση να την τελειώσει εγκαίρως. Για να είναι συγκεντρωμένη,  έπρεπε να έχει ξεκάθαρο μυαλό. Που τέτοια τύχη όμως; Όλο ξεστράτιζε, με τελείως δική του βούληση και γύριζε ξανά στην τελευταία νύχτα, με τον Ηλία. 
Εκνευρισμένη τον έκλεισε, πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε ένα καφέ. Δεν θα κοιμόταν έτσι κι αλλιώς, οπότε ο καφές, ήταν ότι έπρεπε για την περίσταση. Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντι από το σβηστό τζάκι. Το κοίταζε επίμονα για αρκετή ώρα. Ήταν σαν να περίμενε από εκείνο να πάρει τις απαντήσεις, σε αυτά, που την βασάνιζαν. Έπρεπε να τα βάλει κάτω ένα ένα να τα απαντήσει, μήπως έβγαζε κάποια άκρη. 
«Σου αρέσει ο Ηλίας;», η πρώτη ερώτηση.
«Από εμφάνιση; Σίγουρα!», η απάντηση.
«Δεν σε ρωτάω αυτό! Αυτό εννοείται! Αλλιώς δεν θα έβγαζες τα μάτια σου μαζί του!!».
«Έχει κάτι.... Πως να το πω.... Είναι γεμάτος ενέργεια, ζωή, χαρά, αισιοδοξία.....».
«Καλά το πας, για συνέχισε....».
«Είναι γενναιόδωρος, ειλικρινής.... αλλά είναι μικρότερος....».
«Σιγά τα χρόνια που έχετε διαφορά. Τέσσερα χρόνια, δεν είναι πολλά. Συνομήλικοι, θα έλεγα εγώ.....».
«Το λες τώρα. Αργότερα;».
«Δεν σε νοιάζει, αργότερα. Αν σε αγαπάει, αληθινά, αργότερα θα αγαπάει και τις ρυτίδες σου!».
«Έχεις όρεξη για αστεία!».
«Όχι! Καθόλου! Εξάλλου, θυμάσαι μια συγγραφέα, που ήταν παντρεμένη με έναν αρχαιολόγο, μικρότερό της, τι είχε πει; Ότι ο άντρας της, όσο μεγαλώνει εκείνη, εκείνος αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το άτομό της....».
«Ο Ηλίας δεν είναι αρχαιολόγος.....».
«Παρεκκλίνεις από το θέμα. Δεν συζητάμε το επάγγελμα του Ηλία, αλλά το τι άνθρωπος είναι. Θυμάσαι που του είπες κάποια στιγμή ότι θέλεις να κάνεις ένα παιδί;».
«Προσφέρθηκε, αλλά πιστεύω ότι δεν το εννοούσε πραγματικά. Ήταν περίεργη η στιγμή.».
«Δεν πετάς μια κουβέντα τόσο σοβαρή εάν δεν την πιστεύεις. Νομίζω ότι, ήταν ένας τρόπος για να σου δείξει ότι νοιάζεται για σένα και τα θέλω σου. Παραδέξου το επιτέλους, ότι ήρθε η στιγμή να πας ένα βήμα παρακάτω. Θέλεις να δεσμεύσεις την ζωή σου με ένα παιδί, που έχει τόσες ευθύνες, αγωνίες, λαχτάρες και φοβάσαι να δώσεις την καρδιά σου σε έναν άνθρωπο, που στο κάτω κάτω είναι ξεκάθαρος μαζί σου. Ένα πράγμα έπρεπε να γνωρίζεις πια στην ζωή σου, Νικολέτα. Ο άνθρωπος έχει τόσα αποθέματα αγάπης που όσο κι αν πληγωθεί, πάντα θα υπάρχει απόθεμα για να δώσει σε όλο τον κόσμο.».
Σηκώθηκε από τον καναπέ, έβαλε τα παπούτσια της, το μπουφάν της και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Όταν κατέβηκε από το διαμέρισμά της και βγήκε στον δρόμο, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το φεγγάρι δέσποζε στον ορίζοντα ολοστρόγγυλο. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από την έξαψη και όχι από τον καιρό. Έτρεξε μέχρι το μαγαζί, για να μειώσει την απόσταση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αρκετά το είχε σκεφτεί. Άξιζε να δώσει μια ευκαιρία σε αυτό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. 
Υπήρχε φως στο βάθος του μαγαζιού. Χτύπησε την τζαμαρία και τον είδε που σήκωσε το κεφάλι του από κάτι που διάβαζε. Του χαμογέλασε. Εκείνος σηκώθηκε, έφτασε μπροστά και της άνοιξε να μπει. Σε όλο του το πρόσωπο φαίνονταν η ταλαιπωρία των τελευταίων ημερών και η αγωνία, για το ποια θα ήταν η απόφασή της. Τον προσπέρασε και κάθισε στο τραπέζι που κάθονταν εκείνος προηγουμένως. 
«Λοιπόν;», τη ρώτησε. 
Κάθισε απέναντί της.
«Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο ή μεθαύριο. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι σήμερα, τώρα, θέλω να είμαι μαζί σου. Είμαι δύσκολος άνθρωπος, το αναγνωρίζω, αλλά θέλω να κάνω οικογένεια. Δεν ξέρω αν προλαβαίνω, ξέρω όμως ότι δεν θέλω να είμαι άλλο μόνη μου. Βαρέθηκα να μπαίνω σε ένα άδειο διαμέρισμα και να μην είναι κανείς μέσα να μιλήσω μαζί του. Ένας άνθρωπος που να με αγαπά και να τον αγαπώ. Να ανησυχώ για αυτόν κι εκείνος για μένα. Έχω τις στιγμές μου, βέβαια..... αλλά.....», δεν την άφησε να συνεχίσει. 
«Νικολέτα, φτάνει!!!».
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τι της έλεγε τώρα; Μετάνιωσε, για την πρόταση που της είχε κάνει; Έσμιξε τα φρύδια της με απορία και στα μάτια της ζωγραφίστηκε ο πόνος. 
«Φτάνει, γλυκιά μου!», το βλέμμα του γλύκανε και συνέχισε:
«Θα το παλέψουμε και όπου φτάσει. Δεν έχω εγγυήσεις για το μέλλον. Δεν θα σου ορκιστώ ότι όλα θα είναι τέλεια, αλλά αν δεν προσπαθήσουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ. Θέλω κι εγώ να κάνω οικογένεια, αλλά κι αυτό να μην γίνει, θα έχουμε ο ένας τον άλλον. Μου φτάνει που ήρθες απόψε......», και την φίλησε.  Δεν την φίλησε όπως τις άλλες φορές. Το φιλί του ήταν τρυφερό. Γεμάτο στοργή και αγάπη, γιατί ο Ηλίας ήδη την αγαπούσε και το ΄ξερε καιρό τώρα.......
ΤΕΛΟΣ

12 σχόλια:

  1. Η συνάντηση.. η εξέλιξη.. η μαεστρία του λόγου απλή δίχως φιοριτούρες εντυπωσιασμού.. συνθέτουν ένα αφήγημα που ξεχειλίζει συναισθήματα...

    Να αναλύσω δεν μπορώ.. θα χαθεί αυτό που νοιώθω..

    Σταυρούλα μου σ'ευχαριστώ............

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΜΟΥ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΑ ΜΑΣ ΤΟ ΕΔΩΣΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ.....ΠΟΛΥ ΚΡΥΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ......ΚΑΛΑ ΕΚΑΝΕ!!!!!
    ΦΙΛΑΚΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. με πάρα πολλά συναισθήματα και άλλες τόσες εικόνες και σκέψεις στο μυαλό...τι άλλο να πώ; απλά ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ. Ευχαριστούμε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τέλειο!
    Μας παίδεψε λίγο η τσαούσα αλλά τελικά πήρε τη σωστή απόφαση:))

    Αντε Σταυρούλα ετοίμασε κανένα άλλο με τον μοναδικό σου τρόπο!

    Φιλιά θαλασσινά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. poli marese!!!! tosa omorfa sinais8imata! kai eimai kai kommataki eusiginitos teleutaia ase :) :) na sai kala geitonissa!!! polla filia kai kali sou evdomada!! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μας γέμισες ελπίδα για τα συναισθήματα των ανθρώπων μεταξύ τους. Όπως γράφει ο Leviathan είμαι ευσυγκίνητη, αλλά το..... δικαιολόγησα με το κρυολόγημα που έχω. Έγραψες με μαεστρία. Μπράβο!!!
    Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Γιαγιά Αντιγόνη,
    σε ευχαριστώ πολύ που είσαι εδώ!!!!
    Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που παίρνω μαθήματα ζωής και όχι μόνο, από τα δικά σου κείμενα που είναι τόσο άμεσα.... που νομίζεις ότι τους ήρωες τους έχεις δει και τους ξέρεις... πως μένουν δίπλα σου... κι ας μιλάς καμιά φορά για εποχές, που δεν έχουμε ζήσει.....
    Την αγάπη μου και την βαθιά εκτίμησή μου, Γιαγιά Αντιγόνη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Έφη μου,
    αυτό έφταιγε, σίγουρα!!!! Ο καιρός έσφιξε και έπρεπε να ξανά ανάψει το τζάκι!!!!! Και τζάκι χωρίς σύντροφο..... δεν λέει και με τέτοια κρύα....χαχαχαχα! Δεν ξέρω για εσάς εκεί κάτω, εδώ κάνει πολύ κρύο πάντως!
    Χαίρομαι που σου άρεσε!!
    Φιλιά πολλά πολλά κι από μένα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ΔΙΟΝΥΣΗ,
    σε ευχαριστώ πολύ!!! Με τιμά το γεγονός ότι σου άρεσε!!! Να είσαι καλά!!!! Την καλησπέρα μου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Zoyzoy,
    είμαι πολύ χαρούμενη που σου άρεσε τόσο πολύ, ειλικρινά!!! Γι' αυτό γράφω! Με τιμά το γεγονός ότι, κατά κάποιο τρόπο, πετυχαίνω να είναι λίγο καλά και ζητάτε κι άλλα κείμενα!!!! Είναι πολύ συγκινητικό, αλήθεια!
    Θα σου πω ένα μυστικό. Μου ζητήθηκε από έναν πολιτιστικό σύλογο να γράψω ένα χριστουγεννιάτικο παραμυθάκι για παιδάκια και στις γιορτές να τους το διαβάσω σε μια εκδήλωση..... Μόλις το ολοκληρώσω θα το αναρτήσω για να μου πείτε αν θα σας αρέσει.....
    Εντάξει;;;;; Μην πεις όμως ακόμη τίποτα.....
    Να είσαι καλά!!!! Τα φιλιά μου και την αγάπη μου από την Δράμα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Leviathan,
    σε ευχαριστώ πολύ, ειλικρινά!!!! Χαίρομαι που σου άρεσε!
    Να ξέρεις ότι το Πνεύμα των Χριστουγέννων μας κάνει όλους ευσυγκίνητους, οπότε μην ανησυχείς! Θα περάσει!!!!
    Να είσαι πάντα καλά γείτονα!!!!! Τα φιλιά μου από την Δράμα!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Marimar,
    όπως λέω και στον φίλο μου τον Leviathan, είναι το Πνεύμα των Χριστουγέννων που μας κάνει όλους ευσυγκίνητους..... Ξέρεις.... μετά θα βουτίξουμε πάλι μέσα στην κρίση και δεν θα πάρουμε ανάσα μέχρι την Δευτέρα Παρουσία, αλλά μην δίνεις σημασία...... Θα περάσει και αυτό.....
    Χαίρομαι που σου άρεσε, πραγματικά! Πιστεύω ότι οι μοναχικοί από επιλογή, άνθρωποι, μπορούν να δημιουργούν σχέσεις ζωής και να μην μένουν μόνοι τους στο τέλος. Αυτοί που είναι μόνοι τους από ανάγκη..... δεν θέλω να το σχολιάσω, γιατί η απόψή μου ίσως να είναι διαφορετική και δεν θέλω να έχω αντιπαράθεση ούτε να δημιουργήσω λάθος εντύπωση.....
    Την αγάπη μου και τα φιλιά μου από την Δράμα!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή