Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Πιο σημαντικό. συνέχεια

....Τελείωσε με το πλύσιμο των πιάτων, σκούπισε τα χέρια της, πήρε τον καφέ της και βγήκε στην αυλή. Η βροχή είχε σταματήσει αρκετή ώρα πριν, αλλά η μυρωδιά του χώματος και του πράσινου πλανιόταν, πολύ έντονα στον αέρα, ακόμη. Έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα. Την κράτησε κάμποσα δευτερόλεπτα πριν την αφήσει να βγει από τα πνευμόνια της. Νόμιζε ότι αυτό θα την ανακούφιζε, αλλά μάταιος κόπος. Το σφίξιμο στο στήθος δεν άφηνε το σώμα της να χαλαρώσει. 
Άνοιξε τα μάτια της και άφησε την κούπα της στο τραπέζι. Οι καρέκλες είχαν βραχεί, αλλά δεν είχε σκοπό να καθίσει, έτσι κι αλλιώς. Είχε βγει ένα αεράκι κι έκανε ψύχρα. Ανατρίχιασε, αλλά δεν μπήκε ξανά στο σπίτι. Έμεινε εκεί να κοιτά απέναντι, το βουνό. Για λίγο ξεχάστηκε, γιατί ήταν τόσο όμορφα εκεί πάνω. Είχε αρχίσει να πέφτει το σούρουπο, τα σύννεφα είχαν διαλυθεί και το φεγγάρι, φαινόταν αμυδρά να ξεπροβάλλει πίσω από την κορυφή του βουνού. Δεν είχε σκοτεινιάσει ακόμη, αλλά τα φώτα στο δρόμο άναψαν. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ και άναψε ένα τσιγάρο. 
Είχε πολλές φορές σκεφτεί να το κόψει ή τουλάχιστον να το ελαττώσει, αλλά άδικος κόπος. Έπιασε αρκετές φορές τον εαυτό της να το ανάβει χωρίς να το θέλει ή να το σκέφτεται. Μια κακή συνήθεια, που δεν ήθελε πραγματικά να παρατήσει. Άλλωστε, έκοψε όλα τα άλλα. Όλα. Ακόμη και το σεξ. Δεν έβρισκε πια, καμία ευχαρίστηση σε αυτό όπως παλιότερα. Δεν είχε νόημα. Έτσι, κάθε φορά που εκείνος ήθελε, αυτή έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να το αποφύγει. Τις περισσότερες φορές το κατάφερνε, αλλά όταν δεν είχε άλλη επιλογή καθόταν πειθήνια και περίμενε να τελειώσει το μαρτύριο......
Στις αρχές του γάμου τους ήταν όμορφα. Υπήρχε το πάθος, η αγάπη, η έντονη επιθυμία. Έψαχναν να βρουν χρόνο να το κάνουν όσο πιο συχνά γινόταν, ακόμη και όταν τα παιδιά ήταν αρκετά μεγάλα, πάντα με το φόβο μην τους πιάσουν στα πράσα. Το διασκέδαζαν. Ώρες μετά κάθονταν ξύπνιοι στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι χωρίς να λένε τίποτα. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Ότι είχαν να πουν, τα είχαν πει τα κορμιά τους λίγο νωρίτερα......
Το πότε άρχισε η κατρακύλα, ούτε και η ίδια ήταν σε θέση να το πει. Λίγο μετά το θάνατο της μητέρας της, τις μέρες που ξεκίνησε η μείωση του μισθού στη δουλειά της ή την εποχή που το μαγαζί του δεν πήγαινε καλά; Ίσως όλα μαζί, να επηρέασαν τη σχέση τους. Εκείνος άρχισε να γίνεται ευερέθιστος, να μην μιλάει πολύ, να αργεί να γυρίσει στο σπίτι κι εκείνη άρχισε να βυθίζεται στην σιωπή. Δεν ήθελε κανέναν. Ούτε στα παιδιά ήθελε να μιλάει. Κλείστηκε στον εαυτό της. Πήγαινε το πρωί στη δουλειά της, που από ανάγκη την έκανε. Γύρναγε στο σπίτι το μεσημέρι για να προλάβει να μαζέψει και να μαγειρέψει για όλους και μετά καθόταν μπροστά στο χαζοκούτι, αλλάζοντας άσκοπα κανάλια. Δεν έβλεπε τηλεόραση, δικαιολογία ήταν για να μην ασχολείται με κανέναν. Έτσι, την άφηναν όλοι στην ησυχία της, νομίζοντας ότι αυτό ήταν που ήθελε και εκείνη.  
Έκανε μια φορά νύξη προσπαθώντας να ανοίξει μια κουβέντα μαζί του, μήπως και λύσουν το πρόβλημα και εκείνος έβαλε τις φωνές. Ότι δεν τον καταλάβαινε που σκοτώνεται στη δουλειά για να σώσει το μαγαζί, ότι όλοι από εκείνον περίμεναν να φροντίσει τα οικονομικά του σπιτιού, γιατί σιγά την δουλειά που έκανε εκείνη και σιγά τα χρήματα που έβγαζε. Και όλη την ημέρα στην τηλεόραση την έβγαζε, λες και το φαγητό, το σκούπισμα, το ξεσκόνισμα, το σφουγγάρισμα, το σιδέρωμα..... γίνονταν δια μαγείας από μόνα τους......  Αυτό θα σταμάταγε σήμερα κιόλας. Δεν είχε το δικαίωμα να της φέρεται με αυτό τον τρόπο και να μην αναγνωρίζει και τον δικό της τον αγώνα, όλα αυτά τα χρόνια.  Το λιγότερο που είχε να κάνει ήταν να την ακούσει.

2 σχόλια:

  1. Πολύ αληθινό το κείμενό σου!
    Βγάζεις πάντα εικόνες και πραγματικά συναισθήματα των ανθρώπων τόσο ζωντανά!

    Περιμένω την συνέχεια!

    Φιλί θαλασσινό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. zoyzoy,
    ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!!!! Φιλιά πολλά πολλά από Δράμα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή