Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Θέλω να γκρινιάξω....

.....και θέλω να το κάνω τώρα την τελευταία βραδιά του χρόνου, μπας και μπει ο καινούριος και με βρει ξαλαφρωμένη.
Το ξέρω ότι δεν θα γίνει έτσι. Θα έρθει η ώρα για την αλλαγή κι εγώ θα είμαι χειρότερα.....
Όχι! Δεν είμαι άρρωστη, ούτε μου συμβαίνει κάτι τραγικό. Τα νεύρα μου έχω. 
Πρώτα πρώτα με την Καλλιόπη. Αυτή, αυτή..... που αν την πιάσω στα χέρια μου δεν θα την γλυτώσει..... όπως έκανε κι εκείνη όταν ήμουν μικρή...... Έκανε εφτακόσια χλμ για να κάνουμε μαζί γιορτές..... Χα!
Από την ημέρα που ήρθε, ζήτημα αν την είδα μερικές ώρες. Γιατί; Γιατί εγώ πρέπει να είμαι στο μαγαζί και όταν είμαι σπίτι εκείνη ή για ψώνια θα έχει πάει ή στις αδελφές της. Τώρα θα μου πείτε: «Άσε την γυναίκα να ξεσκάσει. Όλο το χρόνο στην Αθήνα είναι. Κρίμα....».
Συμφωνώ απόλυτα, αλλά η κυρία Καλλιόπη, την ημέρα των Χριστουγέννων, δεν έφαγε μαζί μας. Μου ήρθε στις έντεκα η ώρα το βράδυ και μετά πήγαμε για ύπνο...... 
Και σήμερα...... πάλι θα μου την κάνει γυριστή..... Αλλού θα αλλάξει τον Χρόνο. Θα μου’ ρθει μετά τις δώδεκα..... θα μου ευχηθεί και θα πάει για ύπνο. Πέστε μου, έχω άδικο;;;;; Την ανεξαρτησία της μέσα.........
Που πάτε;;;; Δεν τελείωσα. Είπα! Θα τα πω μια και καλή μπας και ηρεμήσω. 
Λοιπόν....Μπαίνουμε, πριν από λίγο στο αυτοκίνητο με τον ...... -από τα νεύρα μου ούτε το όνομά του δεν θέλω να πω-, για να πάμε στο χωριό(μαγαζί) και του λέω η γυναίκα. «Τι θα κάνουμε αύριο;;;;;;». Και ήρθε η απάντηση: «Δεν ξέρω για σένα, εγώ θα είμαι στο χωριό από την ώρα που θα ξυπνήσω.....».
Αυτό μεταφράζεται ως εξής, για να καταλάβετε: «Από τις δέκα-έντεκα το πρωί ως το ξημέρωμα της επόμενης μέρας»...... 
Στο μαγαζί, εκείνος θα κάνει Πρωτοχρονιά, γιατί θα παρελάσουν όλοι και εγώ θα φάω για δεύτερη φορά, το εικοσιτετράωρο στην μάπα, να κάνω τον χαμάλη και να πάω στο σπίτι την Δευτέρα το πρωί την ώρα που θα φεύγει η Καλλιόπη για την Αθήνα.....Καταλάβατε; Που τριακόσιες εξήντα μέρες τον χρόνο είμαι εκεί, εκτός από κανένα τριήμερο ή τετραήμερο που θα απλώσω το κορμάκι μου να το ξεκουράσω......... Εντάξει.... είμαι υπερβολική, αλλά είμαι έξαλλη και δικαιολογούμαι.
Δεν ξέρει ότι του την έκανα για αύριο...... Θα ανέβω στο χωριό το πρωί μέχρι την ώρα που είναι να γυρίσω σπίτι και μετά θα πάρω το αυτοκίνητο και θα εξαφανιστώ για το υπόλοιπο της ημέρας..... κι ας κάνουν ότι θέλουν. Μου αρέσει που θα κάναμε γιορτές όλοι μαζί....... Αυτό κι αν είναι ειρωνεία.....
ΣΕ ΕΣΑΣ ΟΛΟΥΣ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΟΜΟΡΦΑ. Η ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΒΡΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΠΑΤΕ. ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ!!!!! ΜΑΚΑΡΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΟΤΙ ΚΑΚΟ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΝΑ  ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΛΟ!!!!!
Εντάξει!!!! Νομίζω ότι είμαι καλύτερα τώρα!!!!!
Υ.Γ. Ήθελα να σηκώσω και μια φωτογραφία, αλλά μουλάρωσε κι αυτή και δεν ανεβαίνει..... 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!!!
ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΧΑΡΑ!!!!!
ΧΩΡΙΣ ΣΤΟΛΙΔΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΦΑΜΦΑΡΕΣ, ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΛΑ ΛΟΓΙΑ: 
ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!!!! ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΛΛΟΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ!!!!!

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ένα Χριστουγεννιάτικο παραμύθι....

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, μου ζητήθηκε να γράψω ένα χριστουγεννιάτικο παραμυθάκι, για τα παιδάκια ενός πολιτιστικού συλόγου, εδώ στον νομό Δράμας. Θα μου πείτε: «Καλοκαιριάτικα, από που να εμπνευστείς να γράψεις για τα Χριστούγεννα;». Θα μπορούσα, βέβαια, να το παίξω ότι είμαι στην Αυστραλία, αλλά πάλι δεν γίνεται.... Χριστούγεννα χωρίς χιόνι και κρύο δεν είναι Χριστούγεννα. Έτσι, έγραψα το θέμα τότε και σήμερα το ολοκλήρωσα. Τι βγήκε έχω σκοπό να σας το παραθέσω παρακάτω..... Θέλω να μου πείτε ειλικρινά τη γνώμη σας και τι δεν σας αρέσει, για να το διορθώσω...... Δεν έχω ξανά γράψει για παιδιά. Ήταν πρόκληση, θέλω να πω. Ορίστε το κείμενο:
 
Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία
Η μεγάλη μέρα έφτασε. Παραμονή Χριστουγέννων!!! Ο Γιαννάκης και η Μαρία πετάχτηκαν από τα κρεβάτια τους με μεγάλο ενθουσιασμό, γιατί θα έβγαιναν με τα τρίγωνά τους στις γειτονιές του χωριού, να αναγγείλουν το Μεγάλο Γεγονός του ερχομού, του Θεανθρώπου, στον κόσμο. Κατέβηκαν χαρούμενοι στην κουζίνα του σπιτιού τους, που  ευωδίαζε από τις προετοιμασίες της μαμάς τους  για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, να φάνε το πρωινό τους και να ξεκινήσουν την μέρα τους.
-Καλημέρα, μαμά!, είπαν με μια φωνή και οι δύο και ρίχτηκαν στην αγκαλιά της για να εισπράξουν το μεγάλο και ζεστό φιλί της.
-Καλημέρα, αγάπες μου!, είπε και τους φίλησε.
-Να σου πούμε τα κάλαντα;, την ρώτησαν.
-Φυσικά και να μου τα πείτε! Μετά, να καθίσετε στο τραπέζι, να φάτε το πρωινό σας. Ένα καλό πρωινό βοηθά να είστε υγιείς και να μεγαλώσετε σωστά!
Αφού τελείωσαν με το τραγουδάκι, ρίχτηκαν με τα μούτρα στο φαγητό τους, για να δουν ποιος θα φάει πιο γρήγορα. Ο Γιαννάκης τα κατάφερε. Το είχε βάλει σκοπό, γιατί την προηγούμενη φορά, είχε κερδίσει η Μαρία.
-Σε κέρδισα, σε κέρδισα!!!, φώναξε στην αδελφή του γεμάτος ενθουσιασμό κι εκείνη, γέλασε λέγοντάς του.
-Δεν πειράζει! Άλλωστε, ήταν η σειρά σου!!! Αύριο, όμως, θα κερδίσω, εγώ, εντάξει;
-Εντάξει!, αποκρίθηκε ο Γιαννάκης.
Σηκώθηκαν από το τραπέζι και πήγαν στα δωμάτιά τους, για να βγάλουν τις πυτζάμες τους και να ντυθούν. Έβαλαν τους σκούφους, τα γάντια και τις μπότες τους, άρπαξαν τα τρίγωνα και ξεχύθηκαν στους χιονισμένους δρόμους. Στο σταυροδρόμι πιο κάτω, συνάντησαν κι άλλα παιδάκια. Τον Γιωργάκη, την Δέσποινα, τον Αργύρη, την Χριστίνα και τον Κωστάκη. Ήταν οι  φίλοι τους από την γειτονιά και το σχολείο. Είχαν βγει κι εκείνοι για τον ίδιο σκοπό. Χαιρετήθηκαν μεταξύ τους και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Λίγες ώρες μετά, αφού γύρισαν τα περισσότερα σπίτια του χωριού, βρέθηκαν έξω από το σπίτι του Καπετάν Ζαφείρη. Ο Καπετάν Ζαφείρης για πολλά-πολλά χρόνια έλειπε από το χωριό, στα καράβια. Είχε, λέγανε, γυρίσει, όλο τον κόσμο με το καράβι του, 50 φορές!  Πήγε σε μέρη που κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να πάει και συνάντησε τα πιο θαυμαστά και περίεργα πράγματα του κόσμου. Από τότε, όμως, που γύρισε στο χωριό, κανείς  δεν τον είχε δει. Έτσι, τα βράδια, διάφορες παράξενες ιστορίες λέγονταν στα καφενεία και στα σπίτια του χωριού.
-Τι θα κάνουμε τώρα;, ρώτησε ο Γιαννάκης την αδελφή του.
-Δεν ξέρω., του αποκρίθηκε εκείνη.
-Ας του χτυπήσουμε την πόρτα και να τον ρωτήσουμε.  Αν δεν θέλει να του πούμε τα κάλαντα, θα φύγουμε. Δεν πιστεύω να είναι μεγάλη ενόχληση αυτό., ξανάπε ο Γιαννάκης και ετοιμάστηκε να ανοίξει την πόρτα της αυλής.
-Μη! Περίμενε!, του φώναξε η Μαρία.
-Ας το συζητήσουμε λίγο ακόμη.
-Μα η ώρα περνάει και πρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι. Η μαμά θα αρχίσει να ανησυχεί., είπε εκείνος και άνοιξε την πόρτα.
Έκανε μερικά διστακτικά βήματα μπροστά και γύρισε να κοιτάξει την αδελφή του.
-Άντε! Έλα!, ψιθύρισε.
Τότε εκείνη βρέθηκε δίπλα του και μαζί προχώρησαν προς την εξώπορτα του σπιτιού.
Χτύπησαν το κουδούνι και περίμεναν. Ένα λεπτό, δύο λεπτά….. Κανείς δεν ακούγονταν από την άλλη πλευρά. Κάνοντας, λοιπόν, να φύγουν, άκουσαν ξαφνικά μια βαριά και δυνατή φωνή.
-Ποιος είναι εκεί έξω; Τι θέλετε από μένα; Να φύγετε αμέσως!!!!
-Ήρθαμε να σας πούμε τα κάλαντα!, είπαν με μια φωνή τα αδελφάκια, αν και είχαν φοβηθεί πάρα πολύ. Έκαναν πίσω-πίσω, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα.
Ένας ψηλός γκριζομάλλης κύριος, εμφανίστηκε μπροστά τους, με μια τεράστια άσπρη γενειάδα στο πρόσωπο, ναυτικό καπέλο και μια πίπα στο στόμα.
-Ώστε ήρθατε να μου πείτε τα κάλαντα, ε; Ποιος σας είπε ότι μπορείτε να μου χαλάσετε την ηρεμία μου; Δεν μάθατε ότι δεν έχετε δικαίωμα να ενοχλείτε τον κόσμο, όποτε σας κάνει κέφι;, τους ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος τους.
Η Μαρία όρθωσε το ανάστημά της, άσχετα που φοβόταν ακόμη πάρα πολύ:
-Ο κύριος Καπετάν Ζαφείρης, είστε;
-Ναι, και τι με αυτό;, της απάντησε. Ένα χαμόγελο φάνηκε στην άκρη των χειλιών του, για το θάρρος αυτού του μικρού κοριτσιού.
-Δεν θέλαμε να σας ενοχλήσουμε, κύριε Καπετάν Ζαφείρη. Τα κάλαντα θέλουμε να σας πούμε, γιατί σήμερα είναι Παραμονή Χριστουγέννων και αύριο θα έρθει στον κόσμο ο Χριστούλης. Ο Χριστούλης γεννήθηκε για να δώσει σε όλο τον κόσμο αγάπη. Δεν ξεχωρίζει κανέναν. Και εσάς σας αγαπάει πολύ, είμαι σίγουρη, γι’ αυτό., του είπε.
Τότε ο Καπετάν Ζαφείρης, φάνηκε σκεφτικός. Κανένας δεν του είχε ξαναμιλήσει με τόσο θάρρος. Όλα τα χρόνια που ήταν καπετάνιος, είχε τον σεβασμό από τους ναύτες του, αλλά δεν ήξερε αν τον αγαπούσαν. Δεν είχε κάνει ποτέ δική του οικογένεια. Θεωρούσε σπίτι του τη θάλασσα και παιδιά του τα ψάρια και τα δελφίνια. Πώς θα ήταν άραγε να είχε δυο εγγόνια, σαν αυτά τα δύο  παιδάκια, που με περίσσια γενναιότητα βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του, όταν κανένας άλλος από το χωριό, όλο αυτό τον καιρό, δεν του είχε χτυπήσει την πόρτα του, για να δει αν είναι καλά;
-Ωραία, λοιπόν. Περάστε μέσα, να σας δώσω λίγο τσάι. Θα πρέπει να κρυώνετε, τόση ώρα που είστε έξω στο κρύο., τους πρότεινε.
-Ξέρετε, κύριε Καπετάν Ζαφείρη, πολύ θα το θέλαμε, αλλά ήδη έχουμε αργήσει, είπε ο Γιαννάκης.
-Η μαμά μας θα ανησυχεί.
-Δεν θα σας  καθυστερήσω, καθόλου. Έχω ήδη έτοιμο τσάι. Θα μου πείτε τα κάλαντα και μετά θα φύγετε. Εντάξει;
Τα δύο αδελφάκια κοιτάχτηκαν στα μάτια και τελικά μπήκαν μέσα στο σπίτι, περισσότερο από περιέργεια. Το χολ ήταν αρκετά σκοτεινό, αλλά και το υπόλοιπο σπίτι, δεν πήγαινε πίσω. Μπροστά τους υπήρχε μια πόρτα κι από εκεί έρχονταν ο ήχος, από μια απαλή μουσική. Κοίταξαν γύρω τους. Μήπως ήταν λάθος αυτό που είχαν κάνει; Δεν τον ήξεραν καθόλου, τον  Καπετάνιο, αλλά από την άλλη, ήταν μια ευκαιρία να τον γνωρίσουν. Πέρασαν στο σαλόνι. Ένα παλιό γραμμόφωνο, πάνω σε ένα μικρό τραπεζάκι, έπαιζε τη μουσική που ακούγονταν μέχρι το χολ. Οι τοίχοι γύρω, ήταν άδειοι. Ούτε φωτογραφίες, ούτε κάδρα. Ένας καναπές, μια πολυθρόνα κι ένα τραπέζι, πιο μεγάλο, μπροστά από ένα τζάκι γεμάτο ξύλα, που σκόρπιζαν τη θαλπωρή τους, σε όλο το σπίτι.
-Πείτε μου τα κάλαντα, μέχρι να σας φέρω το τσάι., είπε ο καπετάνιος και χάθηκε στην κουζίνα.
Ο Γιαννάκης και η Μαρία έβγαλαν τα τρίγωνά τους από τις τσέπες τους και άρχισαν να λένε το τραγούδι. Μέχρι να τελειώσουν, ο κύριος Καπετάν Ζαφείρης έφερε τα ποτήρια γεμάτα με το αχνιστό ρόφημα.
-Πως σας λένε;, τους ρώτησε.
-Εμένα Γιαννάκη και αυτή είναι η αδελφή μου η Μαρία., απάντησε ο Γιαννάκης σαν μεγαλύτερος που ήταν.
-Γιατί δεν έχετε φωτογραφίες και κάδρα στο σπίτι σας;, ρώτησε η Μαρία. 
-Φαίνεται πολύ άσχημο και άδειο.
Ο Καπετάν Ζαφείρης την κοίταξε και είπε:
-Όταν λείπεις από το σπίτι σου τόσο πολύ καιρό και δεν υπάρχει οικογένεια για να μένει μέσα σε αυτό, τότε δεν υπάρχει λόγος να το γεμίζεις με κάδρα και φωτογραφίες. Άλλωστε, ποιον να έχω στις φωτογραφίες; Μόνο εγώ είμαι. Δεν έχω κανέναν δικό μου άνθρωπο. Όσο για τα κάδρα, τι να τα κάνω; Δεν έρχεται κανείς εδώ, για να με επισκεφθεί. Εξάλλου, το συνήθισα. Δεν με νοιάζει, πια.  Και τώρα είναι ώρα να φύγετε. Δεν είναι σωστό να λείπετε όλη την ημέρα από το σπίτι. Οι γονείς σας θα σας περιμένουν και θα ανησυχήσουν αν αργήσετε.
Έβγαλε από την τσέπη του, δύο νομίσματα ,τους τα έδωσε και τους συνόδευσε μέχρι την πόρτα. 
-Χρόνια πολλά παιδιά. Να έχετε υγεία. Σας ευχαριστώ που περάσατε το κατώφλι μου και μου είπατε τα κάλαντα., τους είπε και χάθηκε μέσα στο σπίτι.
Ο Γιαννάκης και η Μαρία πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασαν στο σπίτι τους, κόντευε να σκοτεινιάσει. Η μαμά τους, τους περίμενε με αγωνία και το πρόσωπό της φωτίστηκε από χαρά, μόλις τους είδε να περνούν την πόρτα της αυλής.
-Μαμά μαμά!, φώναξαν και έπεσαν στην αγκαλιά της.
-Δεν θα το πιστέψεις! Πήγαμε στον κυρ-Καπετάν Ζαφείρη και του είπαμε τα κάλαντα και μας έδωσε τσάι να πιούμε και μας έδωσε και αυτά τα νομίσματα για το τραγουδάκι και δεν είναι κακός άνθρωπος και……, δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσα από την χαρά τους.
-Για μια στιγμή!, τους διέκοψε η μαμά τους.
-Ένας ένας να μιλάτε, για να καταλαβαίνω τι μου λέτε!
Και τότε πήρε ο Γιαννάκης το λόγο και της είπε όλα όσα έγιναν στο σπίτι του καπετάνιου και της έδειξε τα δύο παράξενα νομίσματα που τους είχε δώσει. Η μαμά τους δεν είχε ξανά δει παρόμοια, ούτε ήξερε την αξία τους. Τα πήρε στα χέρια της και τα κοίταξε με περιέργεια. Από κάποια μακρινή χώρα του κόσμου θα ήταν. Εκεί, που ο καπετάνιος είχε ταξιδέψει. Δεν ήταν σίγουρη, αν έπρεπε να τα κρατήσουν ή να του τα γυρίσουν πίσω.
Έστειλε τον Γιαννάκη και την Μαρία στο μπάνιο να πλύνουν τα χέρια τους και να ετοιμαστούν για το δείπνο. Μόλις τελείωσαν, πριν πάνε να κοιμηθούν, κάθισε και τους εξήγησε ότι δεν ήταν σωστό που δέχτηκαν να πάρουν τα νομίσματα, χωρίς να ξέρουν την αξία τους, από κάποιον άγνωστο άνθρωπο. Δεν ήταν όλος ο κόσμος σαν την μαμά και τον μπαμπά και έπρεπε να μάθουν να είναι προσεκτικοί την επόμενη φορά. Τα νομίσματα έπρεπε να επιστραφούν και θα φρόντιζε η μαμά γι’ αυτό. Όφειλαν, να μην το ξανά κάνουν.
Όταν πια κοιμήθηκαν, η μαμά τους γέμισε ένα όμορφο πανέρι με κουλουράκια μοσχοβολιστά, πήρε τα νομίσματα και πήγε μέχρι το σπίτι που κάθονταν ο καπετάνιος. Χτύπησε την πόρτα και περίμενε να της ανοίξει. Όταν η πόρτα άνοιξε, ο καπετάνιος αμέσως κατάλαβε ποια ήταν η κυρία. Τα δύο παιδάκια που τον είχαν επισκεφθεί νωρίτερα, της έμοιαζαν πάρα πολύ.
-Καλησπέρα σας, καπετάνιε και χρόνια πολλά., του είπε και του πρόσφερε το πανέρι με τα κουλουράκια.
-Καλησπέρα σας κυρία μου., της απάντησε.
-Σε τι οφείλω την τιμή;, την ρώτησε.
-Ήθελα να σας ευχαριστήσω που ήσαστε τόσο καλός στα παιδιά μου, να σας προσφέρω αυτά τα κουλούρια και να σας επιστρέψω αυτά.
Ο Καπετάν Ζαφείρης την κοίταξε με περιέργεια.
-Δεν καταλαβαίνω γιατί μου τα δίνετε πίσω. Τα παιδιά σας μου είπαν τα κάλαντα και εγώ τους έδωσα το δώρο τους.
-Ναι, αλλά αυτά τα νομίσματα δεν ξέρω τι αξία έχουν και αν είναι μεγάλη, το  σωστό είναι να τα πάρετε πίσω. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, βέβαια, αλλά θα μπορούσατε να τους δώσετε  κάτι συμβολικό. Δεν θέλω να  σας προσβάλλω. Είναι πολύ μικρά παιδιά και αν παίρνουν από τον καθένα ότι τους δίνει, δεν θα μάθουν ποτέ ότι πρέπει να είναι αξιοπρεπείς και δεν πρέπει να δέχονται από ξένους ανθρώπους πράγματα οποιασδήποτε αξίας.
-Έχετε δίκιο. , της είπε ο καπετάνιος.  Βλέπετε, δεν έχω δικά μου παιδιά, ούτε εγγόνια. Ήταν για μένα πολύ συγκινητικό που ήρθαν να μου πουν τα κάλαντα και δεν το σκέφτηκα. Θα ήθελα, όμως, να τα κρατήσετε. Δεν είναι πολύ μεγάλη η αξία τους.
-Σας παρακαλώ, δεν είναι σωστό. Παρόλα αυτά, θα ήθελα να σας προσκαλέσω αύριο το μεσημέρι, για φαγητό. Θα είναι μαζεμένη, όλη η οικογένεια στο τραπέζι και μια που είστε μόνος σας τέτοιες μέρες, θα ήταν μεγάλη μας χαρά να έρθετε κι εσείς.
Ο Καπετάν Ζαφείρης  πήρε τα νομίσματα πίσω και δέχθηκε την πρόταση της μαμάς. Έτσι, την επόμενη μέρα βρέθηκε ανάμεσα στην οικογένεια του Γιαννάκη και της Μαρίας, που κάθονταν στο τραπέζι, με  τον μπαμπά τους επικεφαλή, έτοιμο να κόψει την μεγάλη γεμιστή γαλοπούλα, που δέσποζε στην μέση. Γνώρισε, όλα τα μέλη. Τους παππούδες, τις γιαγιάδες, τους θείους, τις θείες, τα ξαδέλφια. Όλοι ήθελαν να μάθουν τις περιπέτειές του με το καράβι κι εκείνος δεν τους χάλασε το χατίρι. Τους μίλησε για τα πέρατα του κόσμου, τις ομορφιές της γης, τους παράξενους λαούς που γνώρισε και όλοι κρέμονταν από τα χείλη του, μέχρι που σκοτείνιασε πια και γύρισε στο σπίτι του.  Δεν ένιωθε, όμως, όπως παλιά. Ένιωθε ευτυχισμένος. 
Ο Καπετάνιος, είχε αποκτήσει, επιτέλους, φίλους. Το γεγονός, μαθεύτηκε σιγά-σιγά και στο χωριό, με αποτέλεσμα να αρχίσουν ένας-ένας να του μιλούν και να τον επισκέπτονται. Από εκείνη την μέρα και μετά, το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη του καπετάνιου. Είχε τόσους πολλούς φίλους, αλλά οι καλύτεροί του φίλοι ήταν, πάντα, ο Γιαννάκης και η Μαρία. Αυτά τα δύο παιδάκια, που έγιναν η αιτία να γίνει αποδεκτός στην μικρή κοινωνία του χωριού.  

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Για τα μάτια μιας.... Harley. ζ’

Ο Ηλίας είχε μια εβδομάδα να κοιμηθεί καλά. Είχε αποφασίσει να δώσει λίγο χρόνο στην Νικολέτα, να επεξεργαστεί το τελεσίγραφο που της είχε δώσει και όσο οι μέρες πέρναγαν, τόσο η αγωνία του κορυφώνονταν.
Περίμενε από εκείνη, να κάνει το τελευταίο βήμα. Εξαρτιόταν το μέλλον της σχέσης τους, από την απάντησή της. Δεν του ήταν εύκολο. Του άρεσε κι εκείνου στην αρχή που όλα γύριζαν γύρω από το σεξ, αλλά ανακάλυψε στην πορεία, ότι δεν του έφτανε αυτό. Η Νικολέτα ήταν άνθρωπος, μοναχικός, ανεξάρτητος και έπιασε τον εαυτό του να νιώθει ερωτευμένος, ακριβώς για αυτά της τα στοιχεία. Δεν ήθελε να δέσει την ζωή  του, με μια γυναίκα αγκιστρωμένη στο μπατζάκι του παντελονιού του. Ήθελε μια γυναίκα δυναμική και αποφασιστική. Μια γυναίκα που πάταγε τα πόδια της γερά στη γη και δεν περίμενε όλη την δουλειά να την κάνει ο άντρας. 
Αυτά της είχε πει ένα βράδυ, την ώρα που κάθονταν μπροστά στο τζάκι της, μετά το δείπνο. Δεν ήθελε να καταλήξουν πάλι στο κρεβάτι, γιατί δεν θα μπορούσε να της πει τίποτα μετά. Το σεξ μεταξύ τους ήταν πολύ δυνατό, με έντονο πάθος και τα λόγια φάνταζαν πολύ λίγα, για να της πει, ότι ακριβώς αισθάνονταν. Βέβαια, με το σεξ της το έδειχνε, αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, ποτέ, δεν είσαι σίγουρος τι κατάλαβε ο σύντροφός σου, αν πρώτα δεν έχεις ήδη εξωτερικεύσει και λεκτικά, αυτό που νιώθεις. 
Αυτή η αναμονή τον σκότωνε, γιατί η ζυγαριά έγερνε περισσότερο, στο να τον παρατήσει στα κρύα του λουτρού, από το να συνεχίσει μαζί του.  Τώρα που το ξανά σκέφτονταν, δεν την είχε αφήσει να  μιλήσει καθόλου. Δεν ήξερε αν έκανε καλά ή όχι. Φοβήθηκε μήπως του απαντήσει παρορμητικά, χωρίς να σκεφτεί και πάρει μια απόφαση, που θα κόστιζε και στους δύο. 
Η Νικολέτα ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά, για να μην σκέφτεται, αλλά άδικος κόπος. Δούλευε όσες περισσότερες ώρες της ημέρας μπορούσε, αλλά κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι της. Μόλις έμπαινε μέσα κι έβλεπε το τζάκι, της έρχονταν να πάρει τη βαριά και να το σπάσει. Δεν ήθελε να θυμάται την τελευταία κουβέντα που έκαναν με τον Ηλία, καθισμένοι μπροστά σε αυτό. Ποια κουβέντα, δηλαδή, εκείνος μόνο μιλούσε και μόλις τελείωσε ότι είχε να πει..... της βρόντηξε την πόρτα στα μούτρα και σηκώθηκε κι έφυγε. 
Μόνο και μόνο για αυτό ήθελε να τον μισήσει, που την  άφησε σε αναμμένα κάρβουνα να χοροπηδάει, χωρίς, από εκείνη την ημέρα,  καν, να πάρει ένα  τηλέφωνο. Όχι, δεν μπορούσε να πάει εκείνη από το μαγαζί. Της το ’χε ξεκόψει. «Στο μαγαζί θα έρθεις, μόνο, αν έχεις μια απάντηση. Όποια κι αν είναι θα την σεβαστώ, αρκεί να είναι, σε παρακαλώ, αυτό που πραγματικά θέλεις.», να τι της είχε πει αυτολεξεί.
Τον σκοτώνεις ή δεν τον σκοτώνεις, μετά; 
Ο Ηλίας πήρε το κινητό στα χέρια του και σχημάτισε έναν αριθμό. Στο τρίτο χτύπημα ήρθε στα αυτιά του η γνώριμη φωνή του Γεράσιμου.
«Τι έγινε; Γκρεμίστηκε κανένας φούρνος;», ακούστηκε από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου.
«Πρέπει να μιλήσουμε. Είμαι στο μαγαζί. Αν θέλεις έλα.»,  του είπε.
«Σε μισή ώρα θα είμαι εκεί.».
Όταν ο Γεράσιμος μπήκε στο μαγαζί και κοίταξε τον φίλο του, δεν πίστευε στα μάτια του. Φαίνονταν σαν να είχε περάσει οδοστρωτήρας από πάνω του, αλλά αυτό που του έκανε πιο πολύ εντύπωση ήταν τα μάτια του. Εκτός από τους μαύρους κύκλους που είχαν αποκτήσει, είχαν χάσει και την λάμψη τους. Είχε χαθεί εκείνη η περιπαιχτική διάθεση που παιχνίδιζε όταν τον κοίταζε κανείς κι αμέσως ένιωσε να τον τυλίγει η λύπη για την κατάντια του φίλου του. Αυτό, μόνο από κάποια γυναίκα θα μπορούσε να το πάθει, ήταν σίγουρος. 
Ξέχασαν και οι δύο για ποιο λόγο ήταν τσακωμένοι και συμφιλιώθηκαν με εκείνον τον άτυπο νόμο που υπάρχει ανάμεσα στους φίλους, που λέει: «Άσχετα με το τι συνέβη μεταξύ μας, είμαι εδώ για τα δύσκολα.». Έτσι ο Γεράσιμος, κάθισε και άκουσε προσεκτικά τον Ηλία. Δεν του φάνηκε καθόλου περίεργο το ότι έπεσε με τα μούτρα. Ο Ηλίας τόσα χρόνια κινούνταν εκ του ασφαλούς, σε μονοπάτια που τα γνώριζε καλά, με γυναίκες, που μπορούσε να χειριστεί. Η περίπτωση της Νικολέτας, ήταν διαφορετική κι ένιωθε σαν ψάρι, έξω από τα νερά του. Παρόλα αυτά, ήθελε να είναι μαζί της. Ήταν σίγουρος ότι αυτή ήταν το πεπρωμένο του και δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τις άλλες γυναίκες, με ίδιο μάτι.
Για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, οι δύο άντρες, συζήτησαν όπως παλιά. Ο Γεράσιμος δεν είχε κάτι να του πει, διαφορετικό, για τον τρόπο που χειρίστηκε την κατάσταση. Θεωρούσε ότι έπραξε, ακριβώς όπως έπρεπε. Ήταν απέναντι στην Νικολέτα ειλικρινής. Της είχε πει τι αισθάνονταν και τι ήθελε από εκείνη, χωρίς να αφήσει πράγματα να αιωρούνται. Ήταν σίγουρος για τα συναισθήματά του και αυτό ήταν πολύ βασικό, στο να της δώσει να καταλάβει ότι, σίγουρα σε καμία σχέση δεν μπορείς να δώσεις εγγυήσεις για το μέλλον της, αλλά δεν μπορείς και να ξέρεις χωρίς να το παλέψεις. Άξιζαν να δώσουν σε αυτό που είχαν, μια ευκαιρία. Δεν είχε σκοπό να την εγκλωβίσει σε κανένα φαύλο κύκλο. Ας έκαναν μια προσπάθεια κι αν ένας από τους δύο, ένιωθε να τον πνίγει ο άλλος, θα το τέλειωναν χωρίς δράματα. Άλλωστε, τα δράματα δεν ταίριαζαν, καθόλου, σε κανέναν από τους δύο.
Ο Ηλίας, ένιωσε λίγο καλύτερα μετά την κουβέντα που είχε με τον κολλητό του. Δεν περίμενε, βέβαια, ότι ο Γεράσιμος θα ενέκρινε τον τρόπο που έγιναν τα πράγματα, συνήθως διαφωνούσαν πάνω σε κάτι τέτοια, αλλά και μόνο που τον άκουσε, ήταν σαν να πήρε ένα κομμάτι βάρους πάνω από τους ώμους του και ξαλάφρωσε. Ώρες μετά, καθόταν μόνος στο μαγαζί, με κλειστή την πόρτα και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε ένα έντυπο που έλεγε, πως λειτουργεί η παγομηχανή..... αλλά, όσο κι αν προσπάθησε, παγάκια δεν έκανε......
Η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά, αλλά η Νικολέτα δεν πλησίαζε ακόμη το τζάκι για να το ανάψει. Πήρε το αερόθερμο, το έβαλε στην πρίζα και κάθισε στο γραφείο της μπροστά στον υπολογιστή. Είχε να ετοιμάσει μια προσφορά για μια αντιπροσωπία, στην Θεσσαλονίκη, για τις επόμενες μέρες, αλλά με τον ρυθμό που την δούλευε, δεν υπήρχε περίπτωση να την τελειώσει εγκαίρως. Για να είναι συγκεντρωμένη,  έπρεπε να έχει ξεκάθαρο μυαλό. Που τέτοια τύχη όμως; Όλο ξεστράτιζε, με τελείως δική του βούληση και γύριζε ξανά στην τελευταία νύχτα, με τον Ηλία. 
Εκνευρισμένη τον έκλεισε, πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε ένα καφέ. Δεν θα κοιμόταν έτσι κι αλλιώς, οπότε ο καφές, ήταν ότι έπρεπε για την περίσταση. Πήρε το φλιτζάνι της και κάθισε απέναντι από το σβηστό τζάκι. Το κοίταζε επίμονα για αρκετή ώρα. Ήταν σαν να περίμενε από εκείνο να πάρει τις απαντήσεις, σε αυτά, που την βασάνιζαν. Έπρεπε να τα βάλει κάτω ένα ένα να τα απαντήσει, μήπως έβγαζε κάποια άκρη. 
«Σου αρέσει ο Ηλίας;», η πρώτη ερώτηση.
«Από εμφάνιση; Σίγουρα!», η απάντηση.
«Δεν σε ρωτάω αυτό! Αυτό εννοείται! Αλλιώς δεν θα έβγαζες τα μάτια σου μαζί του!!».
«Έχει κάτι.... Πως να το πω.... Είναι γεμάτος ενέργεια, ζωή, χαρά, αισιοδοξία.....».
«Καλά το πας, για συνέχισε....».
«Είναι γενναιόδωρος, ειλικρινής.... αλλά είναι μικρότερος....».
«Σιγά τα χρόνια που έχετε διαφορά. Τέσσερα χρόνια, δεν είναι πολλά. Συνομήλικοι, θα έλεγα εγώ.....».
«Το λες τώρα. Αργότερα;».
«Δεν σε νοιάζει, αργότερα. Αν σε αγαπάει, αληθινά, αργότερα θα αγαπάει και τις ρυτίδες σου!».
«Έχεις όρεξη για αστεία!».
«Όχι! Καθόλου! Εξάλλου, θυμάσαι μια συγγραφέα, που ήταν παντρεμένη με έναν αρχαιολόγο, μικρότερό της, τι είχε πει; Ότι ο άντρας της, όσο μεγαλώνει εκείνη, εκείνος αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το άτομό της....».
«Ο Ηλίας δεν είναι αρχαιολόγος.....».
«Παρεκκλίνεις από το θέμα. Δεν συζητάμε το επάγγελμα του Ηλία, αλλά το τι άνθρωπος είναι. Θυμάσαι που του είπες κάποια στιγμή ότι θέλεις να κάνεις ένα παιδί;».
«Προσφέρθηκε, αλλά πιστεύω ότι δεν το εννοούσε πραγματικά. Ήταν περίεργη η στιγμή.».
«Δεν πετάς μια κουβέντα τόσο σοβαρή εάν δεν την πιστεύεις. Νομίζω ότι, ήταν ένας τρόπος για να σου δείξει ότι νοιάζεται για σένα και τα θέλω σου. Παραδέξου το επιτέλους, ότι ήρθε η στιγμή να πας ένα βήμα παρακάτω. Θέλεις να δεσμεύσεις την ζωή σου με ένα παιδί, που έχει τόσες ευθύνες, αγωνίες, λαχτάρες και φοβάσαι να δώσεις την καρδιά σου σε έναν άνθρωπο, που στο κάτω κάτω είναι ξεκάθαρος μαζί σου. Ένα πράγμα έπρεπε να γνωρίζεις πια στην ζωή σου, Νικολέτα. Ο άνθρωπος έχει τόσα αποθέματα αγάπης που όσο κι αν πληγωθεί, πάντα θα υπάρχει απόθεμα για να δώσει σε όλο τον κόσμο.».
Σηκώθηκε από τον καναπέ, έβαλε τα παπούτσια της, το μπουφάν της και κατευθύνθηκε στην πόρτα. Όταν κατέβηκε από το διαμέρισμά της και βγήκε στον δρόμο, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το φεγγάρι δέσποζε στον ορίζοντα ολοστρόγγυλο. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα από την έξαψη και όχι από τον καιρό. Έτρεξε μέχρι το μαγαζί, για να μειώσει την απόσταση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αρκετά το είχε σκεφτεί. Άξιζε να δώσει μια ευκαιρία σε αυτό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους. 
Υπήρχε φως στο βάθος του μαγαζιού. Χτύπησε την τζαμαρία και τον είδε που σήκωσε το κεφάλι του από κάτι που διάβαζε. Του χαμογέλασε. Εκείνος σηκώθηκε, έφτασε μπροστά και της άνοιξε να μπει. Σε όλο του το πρόσωπο φαίνονταν η ταλαιπωρία των τελευταίων ημερών και η αγωνία, για το ποια θα ήταν η απόφασή της. Τον προσπέρασε και κάθισε στο τραπέζι που κάθονταν εκείνος προηγουμένως. 
«Λοιπόν;», τη ρώτησε. 
Κάθισε απέναντί της.
«Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο ή μεθαύριο. Αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι σήμερα, τώρα, θέλω να είμαι μαζί σου. Είμαι δύσκολος άνθρωπος, το αναγνωρίζω, αλλά θέλω να κάνω οικογένεια. Δεν ξέρω αν προλαβαίνω, ξέρω όμως ότι δεν θέλω να είμαι άλλο μόνη μου. Βαρέθηκα να μπαίνω σε ένα άδειο διαμέρισμα και να μην είναι κανείς μέσα να μιλήσω μαζί του. Ένας άνθρωπος που να με αγαπά και να τον αγαπώ. Να ανησυχώ για αυτόν κι εκείνος για μένα. Έχω τις στιγμές μου, βέβαια..... αλλά.....», δεν την άφησε να συνεχίσει. 
«Νικολέτα, φτάνει!!!».
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τι της έλεγε τώρα; Μετάνιωσε, για την πρόταση που της είχε κάνει; Έσμιξε τα φρύδια της με απορία και στα μάτια της ζωγραφίστηκε ο πόνος. 
«Φτάνει, γλυκιά μου!», το βλέμμα του γλύκανε και συνέχισε:
«Θα το παλέψουμε και όπου φτάσει. Δεν έχω εγγυήσεις για το μέλλον. Δεν θα σου ορκιστώ ότι όλα θα είναι τέλεια, αλλά αν δεν προσπαθήσουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ. Θέλω κι εγώ να κάνω οικογένεια, αλλά κι αυτό να μην γίνει, θα έχουμε ο ένας τον άλλον. Μου φτάνει που ήρθες απόψε......», και την φίλησε.  Δεν την φίλησε όπως τις άλλες φορές. Το φιλί του ήταν τρυφερό. Γεμάτο στοργή και αγάπη, γιατί ο Ηλίας ήδη την αγαπούσε και το ΄ξερε καιρό τώρα.......
ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Τα κοινόχρηστα.....

Πριν συνεχίσω το κομμάτι με την Harley, θέλω να σας μιλήσω για ένα θέμα που καίει (δεν καίει, πρέπει να πω καλύτερα) όλη την Ελλάδα...... Τα κοινόχρηστα και το πετρέλαιο.
Τα προηγούμενα χρόνια, δεν ήταν και τόσο τραγικό που έκανε κρύο το χειμώνα. Βάζαμε πετρέλαιο και όλα καλά. Έκαιγαν τα καλοριφέρ τρεις ώρες το πρωί, δύο το μεσημέρι και τέσσερις το βράδυ. Μέχρι την άνοιξη, παρακαλώ!!!! Τι ωραίες μέρες, ε; Το χαιρόσουν, βρε παιδί μου! Ειδικά όταν έριχνε και κανένα χιονάκι  τον Φεβρουάριο, ήταν η καλύτερή μας. 
Τώρα;;;;;; Τώρα το πετρέλαιο έγινε απλησίαστο. Ούτε σταγόνα δεν μπορείς να βάλεις στον καυστήρα της πολυκατοικίας. Τι χρυσός και χαβιάρι;;;;;; Αν γέμιζε ο καυστήρας με αυτά, πιο φθηνά θα την βγάζαμε (εντάξει.... που λέει ο λόγος, θέλω να πω.....). 
Πέρυσι, τον χειμώνα που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται όλη αυτή η αύξηση του πετρελαίου, πληρώναμε κάθε μήνα ένα σκασμό λεφτά, αλλά δεν ζεσταινόμασταν. Το σπίτι μας βρίσκεται στον πρώτο όροφο, από κάτω έχει πυλωτή και γύρω γύρω τίποτα. Με δύο ώρες που έκαιγαν τα καλοριφέρ το πρωί και δύο το βράδυ δεν ζεσταίνοταν ο χώρος. Έπαθα κι ένα γερό κρυολόγημα που κράτησε ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις μήνες..... Αφού δεν έπαθα πνευμονία, πάλι καλά. Και για του λόγου του αληθές, δείτε τι πλήρωσα πέρυσι τον Ιανουάριο και τον  Φεβρουάριο.


Μετά από αυτά τα εξωφρενικά ποσά, χωρίς καθόλου ζέστη στο σπίτι, το συζητήσαμε με τον Γιώργο και καταλήξαμε ότι αυτό που μας συνέφερε ήταν, να βγάλουμε τα καλοριφέρ από το διαμέρισμα και να βρούμε, άλλο τρόπο να ζεσταθούμε (δεν ντρέπεστε λίγο.... όλο το πονηρό έχετε στο μυαλό σας.....ντροπή!) και τον βρήκαμε!!!!!! Τους εξηγήσαμε στην συγκέντρωση ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να πληρώνουμε τα μαλλιοκέφαλά μας, είναι δικαίωμά μας να βγάλουμε τα σώματα και θα πληρώνουμε το 30% που λέει ο νόμος για το πετρέλαιο που μας αναλογεί. Στην αρχή δεν τους άρεσε η ιδέα, αλλά εμφανίστηκαν κι άλλοι δύο που ήθελαν το ίδιο, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν οι υπόλοιποι και να δεχθούν την απόφασή μας. 
Έτσι, την προηγούμενη εβδομάδα, έφτασε από το χωριό το βαρύ πυροβολικό και βρήκε την θέση του μέσα στο σπίτι.
Όχι, πείτε μου, δεν είναι μια κούκλα;;;; Και όλη από μαντέμι!!!! Με το που πυρώσει καλά, δεν μπορείς να την πλησιάσεις σε ακτίνα δύο μέτρων!
Με τι την γεμίζω;;;; Με αυτά!!!!


Αγόρασα αυτά τα ξύλα με λιγότερα χρήματα από αυτά που θα έδινα στο πετρέλαιο, αλλά η διαφορά είναι ότι ανάβω την σόμπα όποτε θέλω, όσο θέλω και θα περάσω τον διπλάσιο χρόνο. Αφήστε που και που λείπω από το σπίτι, το κάρβουνο που μένει, κρατάει τη ζέστη, μέχρι να γυρίσω! Δεν είναι φοβερό;;;;
Προσάναμμα;;; Όσο θέλετε!!!
Πριονίδι, τι καλύτερο;
Και η έκπληξη ήρθε, με τα κοινόχρηστα του προηγούμενου μήνα που καλούμαστε να πληρώσουμε.... χωρίς τον μαύρο χρυσό μέσα!!!!



Δεν πίστευα στα μάτια μου! Και λιγότερα κοινόχρηστα και ζεστάθηκε το κοκαλάκι μου!!!! Αμ πως;;;;