Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Μπαλκόνι



Ένα σπουργίτι προσγειώθηκε στο μπαλκόνι ψάχνοντας κάτι να φάει. Μόλις το βρήκε, πέταξε μακριά μαζί με τους υπόλοιπους φίλους του για αναζήτηση τροφής σε άλλο μπαλκόνι. Έτσι είναι στις πόλεις. Πιο πολλά τα μπαλκόνια από τα δέντρα. Και κάθε μπαλκόνι μια ιστορία. Μια ιστορία που αφορά περισσότερο ανθρώπους παρά πουλιά. Έτσι ξεκινά και η ιστορία του δικού μας μπαλκονιού, που βλέπει στον κήπο της πολυκατοικίας, απέναντι από άλλα μπαλκόνια, άλλες ιστορίες, άλλες ζωές.
Η πολυκατοικία χτίστηκε στα μέσα του ’70. Λίγο μετά την μεταπολίτευση. Τέσσερα πατώματα, δώδεκα διαμερίσματα. Όμορφη κατά μια έννοια. Πρωτοποριακή για την εποχή. Με πυλωτή για τα αυτοκίνητα, με αποθήκες…. αλλά να μην μείνουμε εκεί. Ας πάμε λίγο παρακάτω, όταν άρχισαν τα διαμερίσματα να πωλούνται. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αυτό. Μέσα σε ένα χρόνο είχαν πουληθεί όλα, εκτός από το δικό μας. Ναι, αυτό που βλέπει στον κήπο. Οι λόγοι; Ήταν μεγάλο, πιο ακριβό από τα υπόλοιπα και ήταν και χαμηλά, στον πρώτο όροφο. Για δυο χρόνια έμεινε κλειστό ώσπου βρέθηκε κάποιος που το αγόρασε κι αυτό. Ο άνθρωπος που το πήρε δεν ήθελε να μείνει εκεί. Ήθελε να το νοικιάσει και να παίρνει τα ενοίκια. Έτσι κι έγινε. Μερικούς μήνες μετά το διαμέρισμα νοικιάστηκε από ένα ζευγάρι με παιδιά. Η γυναίκα ήταν που ενθουσιάστηκε μαζί του. Το μπαλκόνι είχε ξεχωρίσει. Της άρεσαν τα λουλούδια. Θα το γέμιζε με γλάστρες λογιών-λογιών, με όλα τα χρώματα. Και το ‘κανε. Τριαντάφυλλα, ζουμπούλια, μολόχες, κρίνα, ιβίσκους. Ότι λουλούδι ήθελες εκεί θα το ΄βλεπες. Τα πρώτα χρόνια τα λουλούδια μεγάλωναν και φούντωναν. Την άνοιξη μύριζε όλη η γειτονιά από δαύτα. Και το τραπέζι, το μικρό, με τις καρέκλες γέμιζε συχνά με ανθρώπους γελαστούς που κάθονταν να φάνε ή να πιούν καφέ. Τα μικρά ποδαράκια που έτρεχαν ξυπόλητα το καλοκαίρι πάνω στο μωσαϊκό του σιγά-σιγά μεγάλωσαν και έρχονταν όλο πιο σπάνια για να το περπατήσουν, με τα παπούτσια όμως και για λίγο. Κάποτε τα λουλούδια μαράθηκαν. Άρχισαν να ξεραίνονται. Μια-μια οι γλάστρες πετάχτηκαν και δεν αντικαταστήθηκαν. Όταν άδειασε το μπαλκόνι κανείς δεν υπήρχε μέσα στο διαμέρισμα. Η γυναίκα που τόσο το αγάπησε, γιαγιά πια, θα έμενε με τη μεγάλη κόρη. Είχε αποφασιστεί.
Το πωλητήριο μπήκε και το διαμέρισμα πουλήθηκε ξανά. Η μάνα τ’ αγόρασε για τον γιο της που ‘χε δυο μικρά παιδιά. «Θα  τα ‘χω δίπλα μου να τα προσέχω.», είχε σκεφτεί. Χωρίς να ξέρει η καημένη ότι θα γινόταν ο μάρτυρας της δυστυχίας τους. Στο ζευγάρι δεν υπήρχε αγάπη. Τα λουλούδια στο μπαλκόνι είχαν αγκάθια και μάτωναν τα παιδιά όταν έβγαιναν με τη λιακάδα να παίξουν. Οι μπαλκονόπορτες δεν μπορούσαν να σταματήσουν τις φωνές που έρχονταν από μέσα, ούτε τα πράγματα που εκσφενδονίζονταν από ‘κει. Το κλάμα των παιδιών αγρίευε περισσότερο και θέριευε τα αγκάθια στα λουλούδια έως ότου αποφάσισε εκείνη να φύγει. Κι εκείνος, έφυγε, ξανάσμιξαν αλλού, αλλά για λίγο πάλι. Τ’ αγκάθια έπνιξαν το μπαλκόνι όπως έπνιξαν και την καρδιά της μάνας.
Το ‘δωσε η δόλια. Δεν ευτύχησαν τα παιδιά της εκεί, ίσως ήταν τυχερό αλλού. Εξάλλου το μπαλκόνι του ήταν όμορφο κι η θέα του σπουδαία. Μάνα το πήρε πάλι, για τον γιο. Ένα δυστυχισμένο πλάσμα, για να μην είναι μόνο στους δρόμους. Άνοιξε το σπίτι, αλλά το μπαλκόνι δεν είδε μήτε ένα λουλούδι. Μήτε καρέκλα ή τραπέζι. Έμεινε σιωπηλό σαν την ψυχή που κατοικούσε μέσα. Άδειο, βρώμικο, ψυχρό. Πολύς  καιρός πέρασε έτσι. Κατεβασμένα τα πατζούρια και κανείς να μη βγαίνει να πάρει μια ανάσα. Σπουργίτια δεν ξανάρθαν. Καμιά γάτα πέρναγε μονάχα που ‘θελε να κόψει δρόμο. Η μάνα το ‘μαθε κι έτρεξε. Και τ΄άνοιξε το σπίτι, το ‘λιασε και μπήκε καινούρια πνοή μέσα, αλλά το γιο της δεν τον άφησε εκεί μονάχο. Τον πήρε μαζί της, να τον προσέχει, να τον σώσει, να τον βοηθήσει………
……..Η μπαλκονόπορτα άνοιξε κι εκείνη βγήκε έξω. Εκείνος ήταν στη δουλειά. Θ’ αργούσε να γυρίσει. Όμορφη μέρα, ηλιόλουστη. Το κρύο τσουχτερό, γιατί ο χειμώνας δεν πέρασε ακόμη. Μόνο η γλάστρα με τα ζουμπούλια κοντεύει να ανθίσει. Οι άλλες είναι άδειες. Είναι βαρύ το κρύο εδώ και δεν κρατάνε τα λουλούδια. Εκείνη όμως πεισμώνει και κάθε καλοκαίρι τις γεμίζει με καινούρια. Το τραπέζι κοντεύει να χαλάσει. Οι καρέκλες πρέπει οπωσδήποτε ν’ αντικατασταθούν. Η άνοιξη σιμώνει. Πρέπει να ετοιμαστεί σιγά-σιγά να γεμίσει με χρώματα, αρώματα, χαρούμενες φωνές κι αγάπη!!!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου