Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. ζ’

«Τον ηλίθιο! Θα μου τα καταστρέψει όλα με την περιέργειά του!», σκέφτονταν ο Ευδόκιμος καθώς κατέβαινε τη σκάλα και έβγαινε από το σπίτι. 
Περπάτησε γρήγορα προς το τζιπ, μπήκε μέσα κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Σε λίγα λεπτά είχε βγει στον κεντρικό δρόμο και κατευθύνονταν προς το δασάκι. Θα έκανε μια προσπάθεια ακόμη, να ψάξει για το ξέφωτο. Μπορεί να στέκονταν τυχερός, αυτή τη φορά. Αλλά δεν ήταν. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει, τουλάχιστον για τις επόμενες ώρες. Έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο, σχεδόν όλο το απόγευμα, για να ηρεμίσει και να σκεφτεί. 
Την πρώτη φορά που ανέβηκε εδώ πάνω, ψάχνοντας, κάτι τον οδήγησε στην άκρη του δάσους, στο μικρό νεκροταφείο. Και τώρα αισθάνονταν το κάλεσμα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να ανταποκριθεί. Καλά βρίσκονταν εκεί μέσα, παγιδευμένοι. Δεν είχαν καμιά δουλειά σε αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος είχε τελειώσει μια για πάντα, γι’ αυτούς.
Όμως, όσο δυνάμωνε το πεδίο, για την αποκοπή της έκτης διάστασης από τις άλλες τέσσερις, υπήρχε περίπτωση να μπλεχτούν τα σύμπαντα μεταξύ τους και να υπάρξει ανισορροπία. Αυτό περίμεναν, εκείνοι. Να περάσουν ξανά, στον κόσμο των ζωντανών. Αλλά ο Ευδόκιμος είχε προνοήσει με τους καθρέφτες. Καθώς θα ξετυλίγονταν η έκτη, θα λειτουργούσαν κατασταλτικά. Θα περιόριζαν την ενέργεια, να μην απλωθεί περισσότερο από όσο θα ήταν απαραίτητο και μόλις άνοιγε η πύλη, όλο το μεγαλείο της θα βρίσκονταν μπροστά του. Φυσικά, πρώτα θα έριχνε τον Βασίλη μέσα και μετά θα πέρναγε εκείνος.....
«Χωρίς τη δική μου συμβολή..... όλο το γνωστό σύμπαν θα καταστραφεί..... Οι αχάριστοι! Ούτε τα κονδύλια για τις έρευνες δεν μου έδωσαν .... Αλλά όταν μαθευτεί, εγώ θα είμαι ήδη, πολύ μπροστά από όλους! Τότε θα τους δείξω, τι αξίζω!!!!»,  σκέφτηκε, καθώς η βροχή χτύπαγε το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου.
........
Το κεφάλι του πονούσε φρικτά και ζαλίζονταν.
«Που βρίσκομαι;», ψιθύρισε.
Έκανε να σηκωθεί. Με λίγη δυσκολία τα κατάφερε. Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο του πελάτη. 
«Εδώ ή εκεί;», αναρωτήθηκε, αλλά μόλις κοίταξε καλύτερα, συνειδητοποίησε ότι όλα, ήταν στην συνηθισμένη θέση τους. Το κρεβάτι, το παράθυρο..... 
«Πως στο καλό, γύρισα;».
Και τότε το πρόσεξε. 
«Οι καθρέφτες; Που πήγαν οι καθρέφτες;».
Βγήκε από το δωμάτιο τρεκλίζοντας, κρατώντας το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Πολύ ώρα μετά κατάλαβε ότι σε εκείνο το σημείο, είχε ένα τεράστιο καρούμπαλο. 
Η Ευρυδίκη στέκονταν στη βάση της σκάλας. Όταν είδε τον άντρα της, χλωμό με το ένα χέρι να κρατά το κεφάλι του και με το άλλο την κουπαστή και να κατεβαίνει σιγά-σιγά, ανησύχησε.
«Τι έπαθες, χριστιανέ μου;», τον ρώτησε.
«Τίποτα! Χτύπησα λίγο.....εεεεε.....», τι να της έλεγε τώρα; Ότι είχε εισβάλει στο ξένο δωμάτιο; Αποκλείεται!
«Μου έπεσε το κινητό... στο διάδρομο κάτω από το τραπέζι..... και όπως .... έκανα να σηκωθώ.... χτύπησα.... το κεφάλι μου.... από κάτω......», φτηνή δικαιολογία, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερη. Ευτυχώς για εκείνον, τον πίστεψε.
«Χτύπησες πολύ;»
«.... Εντάξει, είμαι. Θα.... περάσει.....».
Μόλις έφτασε δίπλα της, εκείνη άπλωσε το χέρι της.
«Σκύψε να δω.».
«Έλα μωρέ.... δεν είναι τίποτα.».
«Να βάλουμε λίγο πάγο.....».
«Όχι, καλά είμαι.....».
«Βασίλη..... Συγγνώμη..... για πριν.....».
Ο Βασίλης έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα. 
«Εμένα με συγχωρείς, γλυκιά μου..... Είμαι λίγο..... στρεσαρισμένος τις τελευταίες μέρες..... Δεν φταις εσύ.....».
«Αν δεν θες.... Να του δώσω τα λεφτά... πίσω... και να πάει... στην ευχή της Παναγίας.... Αν είναι να τσακωνόμαστε.....».
«Δεν πειράζει, Εύη. Ότι έγινε, έγινε τώρα. Ας μην μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό.».
Την ξανά φίλησε.
«Εγώ θα πεταχτώ μέχρι.... έχω μια δουλειά. Θα αργήσω να γυρίσω.....», έφυγε από δίπλα της.
«Το μεσημέρι να ετοιμάσω....... να φάμε μαζί.....», η φωνή της έσβησε, καθώς ο Βασίλης χάθηκε από μπροστά της. 
......
Η βροχή χτύπαγε με μανία πάνω στο αυτοκίνητο και οι υαλοκαθαριστήρες, έδιναν την εντύπωση ότι ήταν έτοιμοι να ξεκολλήσουν από τη θέση τους. Εκείνος, όμως, έσφιξε τα δόντια του, έσμιξε τα φρύδια του και παρά την μηδαμινή ορατότητα, συνέχισε να ανεβαίνει στον κακοτράχαλο δρόμο. Μόλις έφτασε κοντά στα δέντρα, άρπαξε το αδιάβροχο από το διπλανό κάθισμα, το φόρεσε με δυσκολία και βγήκε από το αυτοκίνητο. Δεν είχε ιδέα τι ακριβώς έψαχνε, αλλά υποψιάζονταν ότι κάπου εδώ θα έβρισκε τις απαντήσεις που ήθελε. Άλλωστε, σε αυτό το μέρος έκανε την εμφάνισή του και ο Ευδόκιμος. Προχώρησε προς την πυκνή βλάστηση και χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα και τα βάτα. 
Ώρες μετά από μια άσκοπη περιπλάνηση και αφού η βροχή καταλάγιασε και το σούρουπο άρχισε να πέφτει, κατέληξε κουρασμένος και βρεγμένος ως το κόκκαλο, στο ξέφωτο. Κοίταξε γύρω του με περιέργεια. Χρόνια ολόκληρα ανέβαινε στο δάσος και αυτός και οι συγχωριανοί του. Ποτέ κανείς δεν το ’χε δει ούτε το ’χε αναφέρει. Πως το καλό ξεφύτρωσε από το πουθενά; Έκανε μερικά βήματα προς το κέντρο του και ξαφνικά σταμάτησε. Κάτι περίεργο συνέβαινε. Στην αρχή ήταν αμυδρό, σαν παιχνίδισμα των τελευταίων ακτινών του ήλιου, αλλά όσο ο ήλιος χάνονταν από τον ορίζοντα, τόσο εκείνο γίνονταν πιο έντονο. Σαν μια χρυσή κλωστή που έφτανε στο έδαφος...... από που; Σήκωσε το κεφάλι του και το είδε να χάνεται κατακόρυφα στον ουρανό.... πέρα από τα σύννεφα.
«Τι διάολο;», έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω φοβισμένος. Από την μια ήθελε να τρέξει πίσω στην ασφάλεια του σπιτιού του και από την άλλη δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από αυτό το θαύμα. 
.......
Ο Τάκης ήταν στο κτήμα από το πρωί κι επειδή δεν μπορούσε να κάνει καμιά εξωτερική δουλειά, εξαιτίας του καιρού, χώθηκε στο υπόστεγο και καταπιάστηκε με το μικρό τρακτέρ που είχε βλάβη. Όταν τέλειωσε με εκείνο, κάθισε σε ένα σκαμπό, έπιασε το ηλεκτρικό πριόνι και με μια λίμα τρόχιζε ένα-ένα τα μεταλλικά δόντια. Κάποια στιγμή του ξέφυγε το εργαλείο και έκοψε λίγο το δάχτυλό του. 
«Γαμώτο!», είπε και σηκώθηκε. 
Μέσα στο σπίτι είχε οινόπνευμα, βαμβάκι και τραυμαπλάστ. Μπήκε μέσα, περιποιήθηκε το τραύμα του και αποφάσισε να κάνει ένα διάλλειμα για καφέ, για να ξεκουραστεί λίγο. Καθώς περίμενε το νερό του να βράσει, χάζευε από το παράθυρο. 
«Ο Βασίλης είναι αυτός; Τρελάθηκε; Τι κάνει με τέτοιο καιρό, εκεί έξω;», μονολόγησε.
Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε, αλλά η βροχή ήταν πολύ δυνατή και η φωνή του δεν έφτασε τόσο μακριά. Έβγαλε το κινητό του για να τον καλέσει, αλλά δεν είχε σήμα. Περίεργο. Η κεραία ήταν στην κορυφή του βουνού. Αν υπήρχε ένα σημείο που τα τηλέφωνα είχαν την καλύτερη επικοινωνία, ήταν αυτό. Τι στο καλό; Βγήκε έξω από το σπίτι και ξανά φώναξε, αλλά μάταια. Ο Βασίλης χάθηκε πίσω από τα πρώτα δέντρα.
«Κοίτα τι με βάζει να κάνω τώρα!». 
Γύρισε μέσα, ντύθηκε κατάλληλα και τον πήρε στο κατόπι.
......
Ο Ευδόκιμος δεν πίστευε στην τύχη του. Η πιο σοφή κίνηση που έκανε στη ζωή του, ήταν αυτή. Να φέρει τους καθρέφτες όσο πιο κοντά γίνονταν, στο σημείο που έψαχνε. Αν το ’χε κάνει νωρίτερα, θα είχε γλυτώσει την ταλαιπωρία και τις ώρες που περιπλανιόταν μέσα στο δάσος. Οι τρεις επιφάνειες άρχισαν να πάλλονται από την ενέργεια που βρίσκονταν διάσπαρτη στο χώρο. Έξω είχε σκοτεινιάσει αρκετά, πια. Η βροχή, είχε σχεδόν σταματήσει. Πήρε προσεκτικά τα κάτοπτρα στα χέρια του και βγήκε από το τζιπ. Τώρα ήξερε. Όσο πλησίαζε, τόσο οι επιφάνειες μάζευαν ενέργεια και γίνονταν πιο «ρευστές» και φωτεινές........ Δεν είχε τον Βασίλη...... βέβαια, αλλά η στιγμή ήταν τόσο ξεχωριστή, που δεν τον ένοιαζε πια...... Μια ολόκληρη ζωή περίμενε, γι’ αυτή ακριβώς τη στιγμή. Δεν θα την άφηνε να πάει χαμένη ......

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. στ’

Ο ουρανός σκοτείνιασε. Είχε πολύ ώρα που φύσαγε, με αποτέλεσμα τα σύννεφα να μαζευτούν γρήγορα στον ορίζοντα και να καλύψουν τον ήλιο. Οι πρώτοι κεραυνοί έπεσαν στο βουνό. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τις βροντές, ξύπνησε τον Βασίλη που δεν είχε σηκωθεί ακόμη από το κρεβάτι. Η ώρα ήταν περασμένες.....
Ο Βασίλης κοίταξε το ρολόι.
«Είναι δυνατόν;», ανασηκώθηκε, το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε με τέτοιο τρόπο, λες και δεν είχε ξανά δει ρολόι στη ζωή του.
Οι αριθμοί ήταν ανάποδα. Σήκωσε το βλέμμα του. Όλα έμοιαζαν να είναι ίδια, αλλά διαφορετικά. Στο κομό, απέναντι, τα καλλυντικά της γυναίκας του αραδιασμένα αντίστροφα, η ντουλάπα δεξιά, η πόρτα αριστερά. Σαν κάποιος να του έκανε φάρσα όσο κοιμόταν και άλλαξε όλο το δωμάτιο. Και το παράθυρο. Πως βρέθηκε το παράθυρο, στην άλλη πλευρά της κρεβατοκάμαρας; Άφησε το ρολόι από τα χέρια του κι εκείνο κύλισε στην πλευρά της Ευρυδίκης. Πέταξε το πάπλωμα από πάνω του και κατέβασε τα πόδια του στο δάπεδο. Οι παντόφλες του, σωστά τοποθετημένες, τα σχέδια επάνω κι αυτά ανάποδα.
«Ωχ, Θεέ μου! Σίγουρα τρελάθηκα!», αναφώνησε. Προχώρησε προσεκτικά προς την πόρτα και την άνοιξε. Τα  ίδια και στον διάδρομο. Κατέβηκε προσεκτικά τη σκάλα, για να πάει στην κουζίνα. Η Ευρυδίκη, σίγουρα θα ήταν εκεί και θα έπινε τον καφέ της, τέτοια ώρα. Μπήκε στην κουζίνα, αλλά η γυναίκα του δεν τον κατάλαβε. Πήγε κοντά της και προσπάθησε να την αγγίξει, αλλά μάταια. Δεν την έφτανε. Όσο άπλωνε το χέρι του, τόσο εκείνη απομακρύνονταν από κοντά του. 
«Τι μου συμβαίνει; Δεν είναι δυνατόν να είμαι δίπλα σου και να μην με βλέπεις. Ευρυδίκη! Σου μιλάω, γαμώτο!», άρχισε να εκνευρίζεται. 
Η Ευρυδίκη, ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της και σηκώθηκε, κρατώντας στα χέρια της την άδεια κούπα. Πέρασε δίπλα του και κατευθύνθηκε προς τον νεροχύτη, για να την πλύνει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην είσοδο της κουζίνας ο Ευδόκιμος. 
«Καλημέρα σας, κυρία Γρηγορίου.», της είπε μελιστάλαχτα.
Ο Βασίλης ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Τον γελοίο, προσπαθούσε να γίνει γοητευτικός. Και το κατάφερνε, μάλιστα, αρκετά καλά, αφού η Ευρυδίκη γύρισε όλο το σώμα της και του χαμογέλασε, όπως χαμογελούσε και σε εκείνον; 
«Θα σε ..... », έκανε να αρπάξει τον Ευδόκιμο από τα πέτα του πουκαμίσου του, αλλά έπαθε ότι και με την γυναίκα του προηγουμένως. Δεν τον έφτανε. 
«Καλημέρα και σε σας, κύριε Σεραφείμ. Δεν σας είδαμε καθόλου  τελευταία. Πως είστε; Σας αρέσει ο τόπος μας;», άκουσε την γυναίκα του να λέει.
«Ω, πολύ καλά είμαι! Είναι πολύ όμορφα, εδώ πάνω, οφείλω να σας πω. Είχα σκοπό να μείνω λιγότερες μέρες, αλλά δεν μου κάνει καρδιά να φύγω.»
«Ε, τότε μη φύγετε. Αν δεν έχετε κάτι να σας αναγκάζει να αποχωρίσετε.... Να βάλω καφέ;»
«Θα ήθελα έναν, εάν δεν είναι κόπος!».
«Τι κόπος, καλέ! Τον ετοιμάζω, αμέσως.»
«Μπορώ να καθίσω μαζί σας, παρακαλώ; Θα ήθελα λίγη παρέα, σήμερα, που ο καιρός δεν βοηθά για περίπατο.».
«Πολύ ευχαρίστως!».
Τώρα τα νεύρα το Βασίλη ήταν κρόσσια. Όσο η Ευρυδίκη ετοίμαζε τον καφέ του Ευδόκιμου και είχε γυρισμένη την πλάτη της σε εκείνον, ο Ευδόκιμος κατεύθυνε το βλέμμα του στον μικρό καθρέφτη, που είχε η Ευρυδίκη αναρτημένο δίπλα στην πόρτα. Ο Βασίλης ένιωσε να του κόβεται η ανάσα. Τώρα ο Ευδόκιμος τον έβλεπε. Όχι πριν, αλλά τώρα, σίγουρα.
«Πως, που να πάρει ο διάβολος, το κάνεις αυτό;», τον ρώτησε.
Ο Ευδόκιμος του χαμογέλασε χαιρέκακα, χωρίς να απαντήσει. Πριν η Ευρυδίκη γυρίσει με τον καφέ στα χέρια, ο Ευδόκιμος πλησίασε στον καθρέφτη, έβαλε το πρόσωπό του μπροστά και είπε χαμηλόφωνα, να μην ακούσει εκείνη.
«Ξύπνα!».
Ο Βασίλης πετάχτηκε από το κρεβάτι κι ανακάθισε. Ένιωθε δυσφορία. Κάτι έβλεπε στον ύπνο του πάλι, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι. Άπλωσε το χέρι του στο κομοδίνο να πιάσει το ρολόι για να δει τι ώρα ήταν, αλλά το ρολόι δεν ήταν στη θέση του. Γύρισε να το ψάξει στο άλλο κομοδίνο, όταν το είδε μπρούμυτα δίπλα του. 
«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;», το ρώτησε, σαν να μπορούσε εκείνο να του δώσει την απάντηση. 
Η ώρα ήταν περασμένες έντεκα. Το ’χε παρακάνει στον ύπνο, αλλά δεν ένιωθε ξεκούραστος. Ντύθηκε και κατέβηκε στην κουζίνα. Όταν είδε τον Ευδόκιμο εκεί μέσα, αισθάνθηκε σαν να το ’χε ξανά ζήσει αυτό. Σαν να ήταν η δεύτερη φορά, αλλά δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτα άλλο.
«Καλημέρα, αγάπη μου! Ο κύριος Ευδόκιμος ήθελε να πιει καφέ μαζί μας, σήμερα. Κάθισε να φέρω και τον δικό σου.».
Ο Βασίλης προχώρησε καχύποπτα προς το τραπέζι και τράβηξε μια καρέκλα να καθίσει. Κάθισε όσο πιο μακριά γίνονταν από αυτόν τον άνθρωπο. Τον απεχθάνονταν και τον φοβόταν, ταυτόχρονα. 
«Καλημέρα.», είπε ξερά ο Βασίλης.
«Καλημέρα.», του χαμογέλασε ο Ευδόκιμος.
Ο Βασίλης μαζεύτηκε στην καρέκλα του, όπως τα παιδιά όταν τα μαλώνεις. Αυτό το χαμόγελο το ’χε ξανά δει, ήταν σίγουρος. 
Η γυναίκα του δεν το πρόσεξε, όταν του πρόσφερε τον καφέ. Ήταν χαμογελαστή και κεφάτη.
«Εδώ, με τον κύριο Ευδόκιμο, συζητούσαμε για το χωριό και για το δασάκι που είναι πέρα από το κτήμα του Τάκη. Θα ήθελε, λέει, να το επισκεφθεί.».
«Σοβαρά;», σήκωσε τα φρύδια του ο Βασίλης και κοίταξε μια την γυναίκα του και μια τον Ευδόκιμο.
«Και τι το ενδιαφέρον έχει το δάσος εκτός από δέντρα και ζώα;», ρώτησε καχύποπτα. 
«Μου αρέσει η φύση, βλέπετε. Σαν άνθρωπος της πόλης, μου αρέσει που και που να κάνω εξορμήσεις σε τόπους και να μελετώ....», δεν πρόλαβε να συνεχίσει.
«Και θέλετε να μου πείτε ότι δεν πήγατε ήδη εκεί πάνω;», τον ρώτησε ο Βασίλης με νεύρα.
«Βασίλη! Σε παρακαλώ! Πως του μιλάς έτσι, του ανθρώπου;», πετάχτηκε η Ευρυδίκη.
«Συγχωρέστε τον, παρακαλώ. Δεν ξέρω τι έχει πάθει....».
«Δεν πειράζει κυρία Γρηγορίου. Εγώ τελείωσα, με τον καφέ μου. Μου επιτρέπεται.....», είπε και αποχώρησε από την κουζίνα.
«Τι τρόπος ήταν αυτός μου λες; Τι σου ’κανε ο Χριστιανός;», η Ευρυδίκη δεν πίστευε στα μάτια της. Δεν μπορεί να ήταν ο άντρας της αυτός. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε φερθεί σε πελάτη με τέτοιο τρόπο, όσο παράξενος κι αν ήταν. Βέβαια ο κύριος Ευδόκιμος, ήταν ευγενικότατος και ευχάριστος. 
«Δεν τον θέλω εδώ μέσα. Θέλω να μας αδειάσει την γωνιά το γρηγορότερο.».
«Αυτό που λες δεν γίνεται! Πριν κατέβεις μου έκλεισε το δωμάτιο για όλο το μήνα και μου έδωσε και προκαταβολή.».
«Να του τη δώσεις πίσω, κατάλαβες;».
«Όχι, αγαπητέ μου, εσύ δεν κατάλαβες! Ο πελάτης θα μείνει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τους διώχνουμε και το ξέρεις αυτό, πολύ καλύτερα από μένα. Ο πελάτης μένει, πάει και τελείωσε.».
«Πολύ καλά λοιπόν! Εγώ δεν θα φταίω σε τίποτα, για ότι και να γίνει από εδώ και πέρα!», της είπε και βγήκε από την κουζίνα, πετώντας την καρέκλα στο δάπεδο.
Η Ευρυδίκη έμεινε να κοιτά το κενό. Πρώτη φορά μάλωναν για κάτι. Συνήθως, ο ένας από τους δύο έκανε πίσω και μετά το συζητούσαν. Μα τι τον είχε πιάσει στα καλά καθούμενα με τον άνθρωπο; Μάζεψε την καρέκλα βάζοντάς την στη θέση της και έπλυνε τα φλιτζάνια, βουρκωμένη. 
.......
Ο Βασίλης ανέβηκε τη σκάλα και πλησίασε την πόρτα. Θα έμπαινε μέσα να δει με τα ίδια του τα μάτια. Φοβόταν πάρα πολύ, αλλά έπρεπε να καταλάβει, τι στο καλό ήταν αυτό. Είχε δει τον Ευδόκιμο να φεύγει με το τζιπ, οπότε προλάβαινε να ρίξει μια ματιά. Άνοιξε με το δεύτερο κλειδί που είχε για το δωμάτιο και προχώρησε προσεκτικά μέσα. Το βλέμμα του εστίασε στο κομό με τους καθρέφτες. Ήταν αρκετά σκοτεινά, γιατί ο ουρανός δεν είχε ανοίξει από τα σύννεφα, ακόμη. Η βροχή είχε σταματήσει για λίγο, αλλά όλα έδειχναν ότι σύντομα θα άρχιζε πάλι. 
Το λιγοστό φως που έμπαινε από το παράθυρο χτύπαγε στις τρεις επιφάνειες, αλλά δεν δημιουργούσαν αντανάκλαση. Πήγε σιγά-σιγά και έσκυψε ανάμεσα στα τρία κάτοπτρα, όπως την προηγούμενη φορά. Εκείνη την στιγμή άστραψε. Το δυνατό φως της αστραπής δημιούργησε αντανάκλαση και μέχρι να ακουστεί η βροντή ο Βασίλης χάθηκε. Νεκρική σιγή στο δωμάτιο.
Ο Βασίλης προσπάθησε να σταθεί. Δύσκολα, λίγο, αλλά κατάφερε να κάνει μερικά βήματα. Που βρίσκονταν; Στο δωμάτιο, αλλά .... και τότε θυμήθηκε. Θυμήθηκε τι είδε και την πρώτη φορά και τη δεύτερη στον ύπνο του. Ήταν μέσα στους καθρέφτες. Μόνος. Μόνος; Ένα ανεπαίσθητο βουητό. Από έρχονταν; Βγήκε από το δωμάτιο εκείνο καθοδηγούμενος από τον βόμβο που τον κατεύθυνε στην κρεβατοκάμαρα τους. Έβαλε το χέρι του στο πόμολο. Κάτι του θύμιζε ο ήχος. Άνοιξε την πόρτα και τότε το σμήνος όρμισε κατά πάνω του. Εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια.... σφήκες........ Τράβηξε την πόρτα να κλείσει και την κράτησε κόντρα με όλη του την δύναμη μην τυχόν και τα έντομα κατάφερναν να την ανοίξουν. 
Οι κλειδώσεις του χεριού του άσπρισαν, αλλά δεν ήθελε να αφήσει το πόμολο. Τις άκουγε ακόμη να πέφτουν πάνω στην πόρτα, όλες μαζί σαν να ήθελαν να την σπάσουν και ξαφνικά σιγή. Απόλυτη σιγή. Πήρε το χέρι του από το πόμολο που είχε μουδιάσει και περίμενε. Τίποτα. Δεν τις ξανά άκουσε.
«Ώστε από εδώ έρχεστε.....αλλά πως το κάνετε;», αναρωτήθηκε.
Ήθελε να γυρίσει πίσω. Έπρεπε, να γυρίσει οπωσδήποτε. Δεν του άρεσε αυτή η πλευρά. Ήταν τρομακτικά ίδια και τρομακτικά διαφορετική..... και το χειρότερο, εδώ ήταν τελείως μόνος..... παρέα με τις σφήκες..... και τις σφήκες, τις φοβόταν. Πήγε ξανά στο δωμάτιο του Ευδόκιμου. Μόλις μπήκε μέσα ένιωσε ένα βαρύ χτύπημα στο κεφάλι και όλα σκοτείνιασαν.
Ο Ευδόκιμος το είχε ψυλλιαστεί, ότι ο Βασίλης θα εισέβαλε στον προσωπικό του χώρο, γι’ αυτό έκρυψε το τζιπ στο παρακάτω στενό και γύρισε με τα πόδια. Όταν βρήκε την πόρτα ανοιχτή και το δωμάτιο άδειο, τον ακολούθησε. Ο Βασίλης είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στο δωμάτιο με τα έντομα. Κρύφτηκε πίσω από την πόρτα, τον περίμενε και όταν ξανά ’ρθε πίσω, τον κοπάνησε με την ομπρέλα του. Δεν ήταν σίγουρος αν θα κατάφερνε να τον ρίξει με την μια κάτω, γιατί εδώ τα πράγματα ήταν πιο ελαφριά, αλλά τελικά έκανε τη δουλειά της. 
Τώρα έπρεπε να γυρίσουν. Δεν ήταν δύσκολο.  Το ’χε κάνει κι άλλες φορές με τους συναδέλφους του, αλλά κανείς από εκείνους δεν ήταν λιπόθυμος. Αυτόν εδώ έπρεπε να τον τραβήξει. Έβγαλε από την τσέπη του τον μετατροπέα μοριακής δομής και τον έστησε στο δάπεδο. Πάτησε το κουμπί και τον άναψε. Αμέσως εμφανίστηκε η μεμβράνη. Έπρεπε να το σύρει εκεί μέσα. Ο τύπος ήταν βαρύς εδώ, φαντάσου στην άλλη πλευρά.
Ακούστηκε ένας γδούπος. Ο Ευδόκιμος βρέθηκε κάτω από το βάρος του Βασίλη. Με κόπο τον πέταξε από πάνω του. Σηκώθηκε και έκλεισε τον μετατροπέα. Μετά, πήρε τους καθρέφτες και έφυγε από το δωμάτιο πριν ξυπνήσει ο Βασίλης και τον βρει μαζί του.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. ε’

Πλεγμένες. Θα μπορούσε να ήταν μια. Δεν ήταν μια, ήταν πέντε. Μαζί αγκαλιασμένες, στροβιλίζονταν αέναα στον χρόνο, αλλά ο χρόνος τους τέλειωνε. Η μια ήταν έτοιμη να ξεκόψει βίαια από την αγκαλιά των άλλων, όπως έκανε και η προηγούμενη. Η πέμπτη, εμφανίστηκε πριν εκατοντάδες χρόνια. Παρόλα αυτά, δεν του ’ταν εύκολο να την κατανοήσει, όταν την ανακάλυψε. Έφαγε πάνω από δέκα χρόνια αναλύοντας τα στοιχεία και κάνοντας πειράματα. Το αποτέλεσμα ήταν  ικανοποιητικό, όταν έλυσε το πρόβλημα με την βαρύτητα. Τώρα μπορούσε να περνά εκεί και να μην επηρεάζεται από καιρικές συνθήκες, να μην τον καταλαβαίνουν τα ζώα, αλλά με τους ανθρώπους ήταν αλλιώς. Εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν τη διαφορά, δεν μπορούσαν να την αφομοιώσουν, όμως. Τουλάχιστον όχι ακόμη, επειδή η ομάδα του δεν ήταν έτοιμη να βγάλει τα στοιχεία προς τα έξω. Υπήρχαν φήμες και μια αναστάτωση που φρόντιζαν με επιμέλεια να καλύπτουν, διαψεύδοντας τα γεγονότα. Βέβαια, η εμφάνιση της έκτης, θα έκανε περισσότερη αίσθηση, γιατί το πεδίο που δημιουργούσε ήταν πολύ πιο ισχυρό, αλλά ήλπιζε να κέρδιζε λίγο χρόνο πριν επέμβουν οι άλλοι επιστήμονες, που ασχολούνταν με το ίδιο θέμα.
Οι καθρέφτες ήταν το μεγάλο του ατού. Δεν γνώριζε κανείς, για αυτή την τεχνολογία. Ούτε καν αυτοί της NASA δεν έφτασαν τόσο μακριά, όσο ο ίδιος. Είχε καταφέρει να κρύψει πολύ καλά αυτό το τεχνολογικό αριστούργημα, μέσα σε τρία κομμάτια από υποτιθέμενο γυαλί. Δεν ήταν γυαλί. Είχε χρησιμοποιήσει υλικά, που μόνο στην πέμπτη μπορούσες να επεξεργαστείς. Εκεί, επειδή η βαρύτητα ήταν κατά μερικές μονάδες λιγότερη, τα υλικά άλλαζαν υπόσταση στην μοριακή τους δομή και γίνονταν πιο εύπλαστα. Κάποια άλλα μπορούσες να τα μετατρέψεις σε κάτι άλλο από αυτό που ήταν πριν. Οι πρώτοι που ανακάλυψαν την πέμπτη ήταν οι αλχημιστές, όταν μετέτρεψαν το ασήμι σε χρυσό, αλλά ήταν πολύ κλειστή κοινωνία και τα μυστικά τους χάθηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Ευτυχώς για εκείνον. 
.......
Όταν παρακολούθησε τον Βασίλη, δεν φαντάστηκε σε καμιά περίπτωση ότι θα τον έβγαζε στο σημείο που τόσες μέρες έψαχνε. Πως στο καλό να γνωρίζει, που θα τον οδηγούσε ο τύπος, για να βάλει σημάδια; Είχε επικεντρώσει την προσοχή του στον άνθρωπο, όχι στον τόπο και τώρα είχε πάλι χαθεί. Δεν μπορούσε να το βρει, λες και είχε από μόνο του τη θέληση για την αποκάλυψή του ή όχι. Αφού ήταν έτσι, θα άλλαζε τακτική. Είχε δουλέψει πολύ, για να τ’ αφήσει όλα να πάνε χαμένα. Θα παρακολουθούσε τον Βασίλη και τον φίλο του που ήταν μαζί στο μπαρ. Δεν μπορεί. Κι εκείνος ήξερε κάτι. Το κατάλαβε από την γλώσσα του σώματος, καθώς τους κοίταζε από το παράθυρο, έξω από το μαγαζί. Πόσο κοντά έσκυβαν όταν μιλούσαν, πως κινούνταν τα χέρια τους, πως κοιτούσαν πάνω από τους ώμους τους μην τυχόν τους και τους ακούει κανείς.
«Πως στο καλό το ανακάλυψαν;», σκέφτηκε.
Αν είχε προσέξει τους καθρέφτες του εκείνο το βράδυ, θα ήξερε. Θα είχε δει ότι ο Βασίλης, πνευματικά, μπόρεσε και πέρασε στην πέμπτη, εν αγνοία του. Θα το ανακάλυπτε πολύ σύντομα, όμως. 
.....
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Παρόλο που δεν έκανε ζέστη, ήταν και οι δύο ιδρωμένοι. Από τις επτά το πρωί που ανέβηκαν στο κτήμα, δεν σταμάτησαν να ασχολούνται με τα μπάζα και τους κορμούς, ρίχνοντας ταυτόχρονα ματιές πέρα, στις παρυφές του δάσους, μήπως εντοπίσουν το μαύρο τζιπ ή τον οδηγό του. Τίποτα. Ούτε ίχνος. Από τη μια τους έκανε εντύπωση, από την άλλη είχαν τόση πολλή δουλειά, που δεν κατάλαβαν ότι η ώρα είχε περάσει και ήταν πια μεσημέρι, ως που ήρθε η γυναίκα του Τάκη, η Γιωργία και τους έφερε το φαγητό. 
«Ούτε που πήγε το μυαλό μου ότι θα γίνονταν τέτοια ζημιά.....», είπε η Γιωργία, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητό της και πλησίασε τον άντρα της.
«Άστα, γυναίκα.... και ήδη μαζέψαμε τα περισσότερα.....», απάντησε ο Τάκης, παίρνοντας το καλάθι από τα χέρια της. 
Το πήγε στο κιόσκι, που δεν είχε πια σκεπή και το ακούμπησε στο ξύλινο τραπέζι που δέσποζε στη μέση.
«Εεε, Βασίλη! Παράτα τα και έλα να τσιμπήσουμε κάτι! Χωρίς καύσιμα, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε..... Άντε!!!!», φώναξε στον φίλο του.
«Έρχομαι!», είπε ο Βασίλης, πλησιάζοντας το ζευγάρι στο κιόσκι και σκουπίζοντας τα χέρια του στους γοφούς του. 
«Γεια σου, Τζόρτζια! Τι καλά μας έφερες;», χαμογέλασε στην κουμπάρα του.
«Σου ’χω πει χιλιάδες φορές ότι δεν μου αρέσει να με λες έτσι, αλλά εσύ δεν βάζεις μυαλό, ε;», του αντιγύρισε το χαμόγελο.
«Μου αρέσει που τσατίζεσαι! Ξέρεις ότι σε πειράζω, δεν το ξέρεις;».
«Έχε χάρη που είσαι φίλος με αυτόν εδώ, αλλιώς......».
«Θα σταματήσετε εσείς οι δύο καμιά φορά;», πετάχτηκε ο Τάκης.
Έσκασαν στα γέλια και οι τρεις. 
Όταν τελείωσαν με το φαγητό, η Γιωργία πήρε το καλάθι, έφυγε και ο Τάκης με τον Βασίλη συνέχισαν αυτό που έκαναν. Κανείς από τους δύο δεν είχε εντοπίσει τον Ευδόκιμο, που ήταν κρυμμένος στην πρώτη σειρά της δεντροστοιχίας και τους παρακολουθούσε με τα κιάλια. Το αυτοκίνητο το είχε κρύψει στον αντιπυρικό δρόμο που διέσχιζε κάθετα το δάσος και δεν φαίνονταν από το κτήμα. Έμεινε εκεί, ως που ο ήλιος έπεσε και οι δυο φίλοι άρχισαν να κατηφορίζουν προς το χωριό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν υποδήλωνε, τι θα γίνονταν στη συνέχεια.
Στα μισά της διαδρομής, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Ο Βασίλης κατέβηκε και γονάτισε πάνω στα χόρτα κρατώντας το κεφάλι του, μέσα στα δυο του χέρια. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε το αριστερό κομμάτι του εγκεφάλου του και η φλέβα στα μηνίγγια του άρχισε να χτυπά. Ο Τάκης βγήκε γρήγορα και πήγε κοντά στον φίλο του. Προσπάθησε να τον συνεφέρει, αλλά στην πραγματικότητα, δεν ήξερε τι να κάνει. Έβγαλε το κινητό του για να καλέσει σε βοήθεια, όταν ο Βασίλης έπιασε το χέρι του, εμποδίζοντάς τον να πληκτρολογήσει τα νούμερα. 
«Όχι! Μην το κάνεις..... θα .... θα περάσει......».
«Τι λες τώρα; Άσε με να πάρω.....».
«Δεν καταλαβαίνεις; ...... Τα βλέπω..... τα κύματα...... που έρχονται...... για την κλίση..... μη..... πονάω.... πιο πολύ......».
Ο Τάκης κόντεψε να πάθει σοκ. Τι του ’λεγε, τώρα; Ποια κύματα; 
«Τάκη... Πάρ’ το από ’δω..... το κινητό.... σε παρακαλώ...... Νιώθω χειρότερα.....».
Ο Τάκης πέταξε το κινητό μέσα στο αυτοκίνητο και πήγε ξανά κοντά στον Βασίλη και γονάτισε.
«Με τρομάζεις...... Πες μου τι να κάνω......».
«Τίποτα. Νομίζω ότι είμαι λίγο .... καλύτερα.... Ο πονοκέφαλος..... μαλάκωσε.....Σήκω και δώσ’ μου το χέρι σου να σηκωθώ.».
Σηκώθηκαν και οι δύο. Ο Βασίλης ένιωθε το αριστερό του ημισφαίριο, μουδιασμένο, αλλά δεν πονούσε πια. Δεν είχε καταλάβει ακόμη ότι δεν μπορούσε να στρίψει το κεφάλι του σε εκείνη την κατεύθυνση. Μπήκαν ξανά στο αμάξι και συνέχισαν τον δρόμο τους. 
Ο Ευδόκιμος τους είδε που σταμάτησαν. Τους ακολουθούσε με σβηστά φώτα, σε απόσταση ασφαλείας. Σταμάτησε κι εκείνος και χώθηκε στα τσαλιά που βρίσκονταν εκεί κοντά.  Τους πλησίασε αρκετά, ώστε να μπορεί να τους ακούει. Όταν ο Βασίλης μίλησε για κύματα, ο Ευδόκιμος ήξερε τι εννοούσε. Κι εκείνος τα ’βλεπε, χωρίς πρόβλημα πια. Είχε ξεπεράσει προ πολλού τους πονοκεφάλους, όταν πέρασε ολόκληρος στην πέμπτη. 
«Ώστε έτσι, λοιπόν! Είπα κι εγώ. Ωραία! Τώρα ξέρω τι θα κάνω!», σκέφτηκε ο Ευδόκιμος. 
Είχε το τέλειο έμβιο ον, για το πείραμά του. Το θέμα ήταν πως θα το έφερνε εκεί που ήθελε, αν και υποψιάζονταν ότι δεν θα χρειάζονταν και ιδιαίτερη προσπάθεια.
Η Ευρυδίκη ήταν στην κουζίνα και ετοίμαζε το τραπέζι για το δείπνο, μαζί με την Γιωργία. Είχαν συνεννοηθεί οι δύο τους από νωρίς. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά. Συχνά πυκνά γευμάτιζαν μαζί τα βράδια είτε στο ένα σπίτι είτε στο άλλο. Μέχρι να τελειώσουν, έφτασαν και οι άντρες. 
«Εγώ πάω επάνω να πλυθώ, εσύ πήγαινε στο μπάνιο του κάτω ορόφου.», είπε ο Βασίλης στον Τάκη και ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα. Μόλις άναψε το φως, να ’τες πάλι εκεί. Πάνω στο πάπλωμα. Δυο ψόφιες, μια μισοπεθαμένη. Έκανε να γυρίσει το κεφάλι του αριστερά για να βρει κάτι να τις πετάξει, αλλά το κεφάλι του δεν γύριζε. Σαν να κάποιος το κρατούσε και δεν το άφηνε. Αυτό συνέβαινε πολύ ώρα τώρα, αλλά ο ίδιος δεν το συνειδητοποίησε ως τη δεδομένη στιγμή. Βγήκε από το δωμάτιο και φώναξε τον Τάκη. Ίσως ήταν η ιδέα του. Ο Τάκης ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στο δωμάτιο.
«Τι έγινε; Τι έπαθες;», είπε κατατρομαγμένος.
«Δεν είπες τίποτα στα κορίτσια, ε;», τον ρώτησε ο Βασίλης.
«Όχι, ρε. Αν και νομίζω ότι η Ευρυδίκη καλό θα ήταν να ήξερε, η γυναίκα. Δεν μπορείς να την αφήνεις στην άγνοια.».
«Δεν θέλω, να την μπλέξω. Αν είναι να πάθω κάτι...... να μην την τραβήξω κι εκείνη στον χαμό. Αλλά δεν σε φώναξα γι’ αυτό. Κοίτα εκεί, τις βλέπεις;».
«Ε! Τρεις σφήκες. Και τι μ’ αυτό;».
«Καλά, δεν σου κάνει καμιά εντύπωση; Που βρέθηκαν Φεβρουάριο μήνα; Αυτό δεν σου λέει τίποτα;».
«Έλα, μωρέ. Καμιά φωλιά θα υπάρχει κάτω από τα κεραμίδια, σιγά το πράγμα.»
Ο Βασίλης δεν του ’πε ούτε ότι είχε ψάξει για την σφηκοφωλιά και δεν την βρήκε ούτε για το ότι δεν μπορούσε να στρίψει το κεφάλι του αριστερά. Μάζεψε τις σφήκες με ένα χαρτομάντιλο που πήρε από το κομοδίνο και τις πέταξε.
Κατέβηκαν μαζί, όταν στην είσοδο συνάντησαν τον Ευδόκιμο. 
«Καλησπέρα σας, κύριοι!», είπε και έτριψε το αριστερό του μάτι. 
Το αριστερό μέρος του εγκεφάλου του Βασίλη, με μιας ελευθερώθηκε. Ο Βασίλης δεν απάντησε. Το έκανε ο Τάκης και για τους δυο. Ο Ευδόκιμος χάθηκε στην σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιο που νοίκιαζε και οι δυο άντρες κατευθύνθηκαν στην κουζίνα.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. δ’

Ο Βασίλης ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα για να αλλάξει ρούχα. Όλη μέρα έκοβε ξύλα για το βράδυ και για τις επόμενες δυο τρεις μέρες και τώρα ένοιωθε κατάκοπος. Είχε, όμως, ραντεβού με τον Τάκη και δεν ήθελε να τον στήσει. Άλλωστε, δυο ποτά θα τον χαλάρωναν και θα κοιμόταν καλύτερα. Ήλπιζε δηλαδή, γιατί τα τελευταία εικοσιτετράωρα, δεν ήταν και τα καλύτερα της ζωής του. Στην Ευρυδίκη, κατά τη διάρκεια του δείπνου, δεν είπε για την πρωινή τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχε με τον Τάκη. Της είπε μόνο ότι είχαν κανονίσει να πιούν καμιά μπύρα, στο μπαράκι, όπως έκαναν συνήθως. 
.........
Και τότε τις είδε. Τρεις ήταν. Δύο ψόφιες και μια μισοπεθαμένη, στο πάπλωμα, στην πλευρά που εκείνος κοιμόταν. Πλησίασε από πάνω τους.
«Σφίγγες; Είναι δυνατόν, μες τον χειμώνα;», ψιθύρισε.
Πήγε στο μπάνιο και πήρε ένα από τα παλιόπανα που είχε η γυναίκα του για να καθαρίζει τα τζάμια, τις μάζεψε από εκεί και τις πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.
Όταν ετοιμάστηκε πια,  κατέβηκε και μπήκε στο μεγάλο δωμάτιο. Η Ευρυδίκη βρίσκονταν στην αγαπημένη της θέση, με το βιβλίο στα χέρια. Την πλησίασε και τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. 
«Εγώ φεύγω. Με περιμένει ο Τάκης. Δεν θα αργήσω.».
Σήκωσε το κεφάλι της  και του χαμογέλασε.
«Μην νοιάζεσαι. Εγώ θα ανέβω σε λίγο για ύπνο, γιατί είμαι κάπως κουρασμένη. Κοίτα να περάσεις καλά και να χαλαρώσεις. Πες του Τάκη χαιρετισμούς από μένα..... και φρόνιμα.... γιατί θα το μάθω, ε;», του είπε χαριτολογώντας. Πάντα τον πείραζε με τον συγκεκριμένο τρόπο όταν έβγαινε μόνος. Εκείνος δεν θύμωνε ποτέ και εκείνη ήταν σίγουρη για τον άντρα που αγαπούσε και είχε παντρευτεί. 
 Βγήκε από το σπίτι και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Δεν ήταν μακριά το μπαρ, αλλά η ώρα είχε περάσει. Έβαλε μπροστά, άναψε τα φώτα και ξεκίνησε. 
Ο Τάκης πληκτρολογούσε για δέκατη φορά το νούμερο του κινητού. Τίποτα. Νεκρό. Ούτε καν η κοπέλα με το: «Η σύνδεσή σας δεν είναι εφικτή.».
«Μα τι διάολο; Το ξέχασε;», σκέφτηκε.
Ήταν έτοιμος να πάρει στο σταθερό του, όταν άνοιξε η πόρτα του μπαρ και εμφανίστηκε. 
Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και τα ρούχα του γεμάτα λάσπες. Το πρόσωπό του είχε πάλι εκείνη την έκφραση που είχε την προηγούμενη μέρα, όταν τον βρήκαν να κάθεται στο σαλόνι του σπιτιού του με τις πιτζάμες και το χρώμα του ήταν τόσο χλωμό, σαν να είχε μόλις δει φάντασμα. Πλησίασε στο τραπέζι που κάθονταν ο Τάκης, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε. Ο Τάκης τον κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, αλλά δεν ήταν ο μόνος. Όλοι οι θαμώνες γύρισαν τα κεφάλια τους και τον κοίταξαν για λίγο. Μετά έχασαν το ενδιαφέρον τους κι αφοσιώθηκαν ξανά, στις παρέες τους.
«Ρε συ..... τι έπαθες;», τον ρώτησε ο φίλος του, όταν συνήλθε από το σοκ.
Ο Βασίλης τον κοίταξε. Έσμιξε τα φρύδια, σαν να μην γνώριζε τον λόγο που βρέθηκε εκεί. Δευτερόλεπτα αργότερα, το βλέμμα του καθάρισε.
«Δδδεεν ξξέρω...... Πες στον Μάκη να μου  βάλει ένα κονιάκ.....».
«Βασίλη.... μήπως πρέπει να ....».
«Όχι, όχι... Σε παρακαλώ. Ένα ποτό θέλω οπωσδήποτε τώρα. Μόνο έτσι θα συνέλθω.»
«Τι να συνέλθεις; Με δουλεύεις; Εσύ είσαι χλωμός σαν πεθαμένος! Σήκω να σε πάω στο σπίτι!», είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Όχι, είπα!», φώναξε τόσο δυνατά, που μερικά κεφάλια γύρισαν ξανά προς το μέρος τους. 
«Καλά, καλά, μη φωνάζεις! Πάω να σου φέρω το κονιάκ και έρχομαι να μου πεις τι έγινε.....».
Προσπάθησε. Προσπάθησε πολύ να θυμηθεί. Τρεις ολόκληρες ώρες προσπαθούσε να θυμηθεί, αλλά τίποτα. Έβαλε εμπρός το αυτοκίνητο, κοίταξε στον καθρέφτη για να κάνει όπισθεν και ξαφνικά βρέθηκε, παρκαρισμένος έξω από το μπαρ......Ούτε πως πήγε εκεί ήξερε, ούτε πόση ώρα είχε περάσει.
«Εγώ είμαι εδώ από τις εννιά και τέταρτο. Μέσα μπήκες κατά τις δέκα..... Που μπορεί να ήσουν τρία τέταρτα; Δεν μπορεί να οδηγούσες και να μην θυμάσαι....».
«Και πως ήρθα εδώ μου λες; Προηγουμένως που βγήκαμε έξω, το αυτοκίνητο ήταν εκεί, τίγκα στη λάσπη και πουθενά χτυπημένο...... Τι θα κάνω; Λες να τρελαίνομαι;».
«Έλα.... Σταμάτα τις βλακείες! Μπορεί απλά να είσαι πολύ κουρασμένος......».
«..... Ναι; Και αυτό τα λύνει όλα, έτσι; Σου φαίνεται φυσιολογικό εσένα το ότι παθαίνω διαλείψεις.......».
«Βασίλη; Αυτά τα παθαίνεις.... πως να σου το πω τώρα; Να.... από τότε που ήρθε αυτός εδώ...... Λες να έχει καμιά σχέση;».
«Σίγουρα, έχει. Ή αυτός ή..... αλλά πάλι, δεν τον έχουμε δει καθόλου από το πρωί που μίλησε με την Ευρυδίκη. Εχθές το βράδυ, ας πούμε, ήρθε, αλλά αφού, εμείς ξαπλώσαμε...... Σήμερα το πρωί που πήγε η Ευρυδίκη να τακτοποιήσει.... το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο..... άρα..».
«Εσύ ξανά μπήκες, μετά από .....».
«Όχι! Δεν πάω αν δεν εξαφανιστούν οι καθρέφτες από εκεί μέσα!».
«Η γυναίκα σου, που μπαίνει στο δωμάτιο.... δεν παρατήρησε τίποτα;».
«Τη ρώτησα, για να σου πω την αλήθεια, όσο πιο διακριτικά μπορούσα για να μην την βάλω στην διαδικασία και την τρομάξω και δεν  μου είπε τίποτα. Όλα φυσιολογικά της φαίνονται.....».
«Δεν καταλαβαίνω. Πως είναι δυνατόν;».
«Έλα, μου ντε! Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω.... γι’ αυτό μου ’ρχεται τρέλα!».
«Κοίτα τι θα κάνουμε. Αύριο εγώ θα ανέβω πάλι στο κτήμα. Αν δω το τζιπ προς τα ’κει, θα τον παρακολουθήσω.».
«Τάκη, δεν είναι αστείο αυτό που λες. Δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν. Άσε που δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνο σου, να κάνεις τέτοια τρέλα. Αύριο θα ανέβουμε μαζί. Θα πω στην Ευρυδίκη ότι χρειάζεσαι βοήθεια και φτάνοντας εκεί, αποφασίζουμε πως θα κινηθούμε.».
«Καλά, λοιπόν! Έτσι θα το κάνουμε. Τώρα όμως χρειάζεσαι ξεκούραση. Σήκω να σε πάω σπίτι.»
Βγήκαν μαζί από το μπαρ. Άφησαν το αυτοκίνητο του Βασίλη έξω από το μαγαζί και μπήκαν στου Τάκη.
......

Δεν ακούγονταν τίποτα μέσα στο δάσος εκτός από τους ήχους τις νύχτας. 
Ένα κλαδάκι που έσπασε κάτω από το βάρος ενός λύκου. Ένας ποντικός που πέρασε γρήγορα πάνω από τα σάπια φύλλα για να κρυφτεί στο λαγούμι του. Δεν πρόλαβε. Η κουκουβάγια έκανε βουτιά στο έδαφος και τον έπιασε. Ο αέρας σφύριξε στην προσπάθειά του να περάσει ανάμεσα από τα δέντρα για να βγει από την άλλη πλευρά. 
Τίποτα από αυτά δεν επηρέαζαν τον Ευδόκιμο. Δεν φοβόταν. Είχε την ικανότητα να μην γίνεται αντιληπτός από τα ζώα. Δεν το ’χε καταφέρει ακόμη με τους ανθρώπους, στο επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά προς το παρόν, δεν ήταν αυτό που τον προβλημάτιζε, άλλο έψαχνε. Αρκεί να το έβρισκε. Το κακό ήταν ότι εμφανίζονταν μόνο σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κάτω από ιδανικές συνθήκες. Ήταν κοντά. Το ένοιωθε, το μυρίζονταν στον αέρα. Είχε την μυρωδιά της ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, πριν την καταιγίδα. Όταν θα ήταν η ώρα του, το πεδίο θα γίνονταν ισχυρότερο κι εκείνος θα χρησιμοποιούσε τους καθρέφτες για να το αποκαλύψει σε όλο του το μεγαλείο. Πρώτα όμως έπρεπε να είναι συγκεντρωμένος και προσεκτικός.
Ο Βασίλης εμφανίστηκε από το πουθενά μέσα στην πυκνή βλάστηση και ο Ευδόκιμος μόλις που μπόρεσε να κρυφτεί πίσω από έναν θάμνο. Στην αρχή φοβήθηκε ότι μπορεί να τον είχε δει. Μετά κατάλαβε, ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Εξάλλου ο Βασίλης φαίνονταν σαν να υπνοβατούσε ή σαν κάποιος να του ’χε δέσει σχοινιά και τον κατηύθυνε. Ήταν δυνατόν; Εκτός και αν...... Αλλά πάλι πως; Χωρίς τους καθρέφτες; Αποκλείεται! Τον ακολούθησε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε. Λίγα λεπτά μετά τον έβγαλε σε ένα μικρό ξέφωτο. Κρυμμένος πίσω από ένα μεγάλο κορμό δέντρου, είδε τον Βασίλη να σηκώνει το κεφάλι του και να κοιτά ψηλά. Κοίταξε κι εκείνος, αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω. Ξαφνικά, ο Βασίλης, κατέβασε το κεφάλι του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Ο Ευδόκιμος τον ακολούθησε...... μέχρι το μπαρ.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. γ’

Ο Τάκης δεν πίστεψε λέξη, από αυτά που του εξιστόρησε ο Βασίλης, αλλά δεν το έδειξε. Τον ήξερε πολλά χρόνια, για να αρχίσει τώρα να αμφιβάλλει για την διανοητική του κατάσταση. Απέδωσε στο σκοτάδι, όλο το σκηνικό της νύχτας και το τσίριγμα του συναγερμού, σε πρόβλημα στο σύστημα, που συμπτωματικά συνέπεσε την ώρα που έσκυψε στους καθρέφτες. Ήταν και η αϋπνία. Το μυαλό μπορεί να παίξει διάφορα παιχνίδια, αν δεν έχει ξεκουραστεί με ένα καλό, βαθύ, ύπνο. Όταν γύρισαν τα κορίτσια από την κουζίνα, με χυμούς και καφέδες, άλλαξαν θέμα συζήτησης, με αποτέλεσμα, το απόγευμα να περάσει ευχάριστα και ο Βασίλης να συνέλθει.
Όταν γύρισε ο Ευδόκιμος αργά το βράδυ, το ζευγάρι είχε ήδη αποσυρθεί. 
«Ευτυχώς!», σκέφτηκε.
Δεν ήθελε να τους συναντήσει. Όσο λιγότερο τον έβλεπαν, τόσο καλύτερα ήταν. Το πρωί, είχε πέσει πάνω στην γυναίκα και δεν μπόρεσε να αποφύγει τον σύντομο διάλογο. Καλό θα ήταν, τις επόμενες φορές, να έφευγε νωρίτερα. Όχι μόνο γι’ αυτό το λόγο, αλλά γιατί δεν έπρεπε να φτάσει στο σημείο, όταν πια ο ήλιος είχε ανατείλει. Χάνονταν το ίχνος στο φως. Ούτε όλη την νύχτα μπορούσε να περιμένει. Η ώρα ήταν συγκεκριμένη και κράταγε λίγο. Θα το πετύχαινε, την κατάλληλη στιγμή, ήταν σίγουρος. Τότε θα έπαιρνε τους καθρέφτες μαζί του. Υπήρχε κάτι ακόμη. Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει, την σωματική του ακεραιότητα. Ήταν λάθος, που ξεκίνησε μόνος του, να ανέβει εκεί πάνω, αλλά τον είχε φάει η περιέργεια. Έπρεπε να το δει,  με τα ίδια του τα μάτια, άσχετα που δεν είχε τα κότσια να το αντιμετωπίσει. Ποιος θα το έκανε άλλωστε; Δύσκολα παίζεις με την φωτιά, ειδικά όταν ξέρεις ότι θα καείς. Είχε σκοπό να ρίξει μια ματιά, μόνο μια και μετά ήξερε τι θα έκανε. Θα έβρισκε κάποιον να τον ρίξει μέσα για να μπορέσει να καταλάβει πως ακριβώς λειτουργούσε πάνω σε ένα έμβιο ον. 
Η σκάλα φωτίζονταν αμυδρά από μικρά σποτάκια. Την ανέβηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και μπήκε στο δωμάτιο. Άναψε το φως. Κάποιος είχε μπει και είχε συμμαζέψει. Πιθανόν η γυναίκα. Γδύθηκε, έσβησε το φως και ξάπλωσε. Όλη η κούραση της ανάβασης και της κατάβασης βγήκε στην επιφάνεια και μόλις ακούμπησε το μαξιλάρι, τον πήρε ο ύπνος. Δεν πρόσεξε ότι κάτι βρίσκονταν στον ίδιο χώρο και τον παρακολουθούσε, μέσα από τους καθρέφτες. 
Ο Βασίλης τον είδε. Τον είδε που μπήκε στο δωμάτιο και άναψε το φως. Τον είδε που γδύθηκε, που κοιμήθηκε. Του φώναξε, αλλά εκείνος δεν άκουσε. Κοιμόταν. Άρχισε να φωνάζει πιο δυνατά, για να τον βγάλει από εκεί μέσα, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίνονταν στο απελπισμένο κάλεσμα, ώσπου ένιωσε ένα χέρι πάνω στο μπράτσο του και κάποιον να φωνάζει το όνομά του. Άνοιξε τα μάτια του και πετάχτηκε τραντάζοντας το κρεβάτι. Ήταν κάθιδρος. Η Ευρυδίκη τον κοίταζε με αγωνία, κρατώντας του το χέρι.
«Ένα κακό όνειρο ήταν αγάπη μου. Πάει, πέρασε.».
Ο Βασίλης ανάσαινε βαριά. 
«Έχω λίγη ώρα που προσπαθώ να σε ξυπνήσω. Αλλά όλα είναι εντάξει τώρα. Είσαι εδώ. Μαζί μου.».
Κοίταξε γύρω του. Μέσα από το ελάχιστο φως, που έμπαινε από το παράθυρο, αναγνώρισε το χώρο και κοίταξε την γυναίκα του. Η αναπνοή του άρχισε να γίνεται κανονική. 
«Τι έβλεπες;», τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω...... Αυτόν .... τον καινούριο...... Δεν θυμάμαι......», της απάντησε.
«Δεν πειράζει, μωρό μου. Ηρέμησε τώρα. Να σου φέρω λίγο νερό;».
«Όχι, εντάξει είμαι.», της είπε και ξάπλωσε πίσω στο μαξιλάρι του.
Κοιμήθηκε αμέσως, χωρίς όνειρα αυτή τη φορά.  
........

Το κινητό άρχισε να χτυπά, στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν που βρίσκονταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. 
«Τώρα όποιος και να ’σαι θα περιμένεις να φτάσω στο κτήμα να σε πάρω.», είπε ο Τάκης απευθυνόμενος σε αυτόν που τον καλούσε, λες και ο άλλος μπορούσε να τον ακούσει. Καθώς οδηγούσε, το τζιπάκι τραντάζονταν και αμφιταλαντεύονταν πάνω στις μεγάλες πέτρες , τις λακκούβες και τη λάσπη που δημιουργήθηκε από την καταιγίδα που πέρασε. Είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στον ανηφορικό δρόμο, που περνούσε ανάμεσα από τα χωράφια και κατέληγε στην άκρη του δάσους. Δεν ήταν δύσκολη η διαδρομή τους καλοκαιρινούς μήνες, τους χειμωνιάτικους, όμως, δεν ίσχυε το ίδιο, ειδικά μετά από κακοκαιρία. Τότε υπήρχε περίπτωση να κολλήσει κάποιος στην λάσπη και να χρειάζεται ρυμουλκό για να βγει από εκεί μέσα. Ευτυχώς, το όχημά του ήταν δυνατό σαν ταύρος και δεν αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα.
Φτάνοντας στον προορισμό του, πήρε το μπουφάν από πίσω και βγήκε από το τζιπ. Το φόρεσε και άνοιξε την μεγάλη πόρτα για να  μπει στο κτήμα. Δεν ήταν πολύ ώρα που είχε χαράξει. Το πρώτο φως της μέρας αποκάλυψε και το μέγεθος της καταστροφής. Το κιόσκι που είχε με τόσο μεράκι φτιάξει, στο μπροστινό μέρος, καταστράφηκε. Τα κεραμίδια της σκεπής του, κείτονταν διάσπαρτα στο γκαζόν. Πολλά από τα φυτά του είχαν ξεριζωθεί και στο πίσω μέρος οι δύο από τις πέντε λεύκες, είχαν σπάσει καταστρέφοντας ένα μεγάλο μέρος του φράχτη. Μόνο το σπίτι δεν είχε ζημιά κι αυτό γιατί τα δέντρα έπεσαν στην αντίθετη κατεύθυνση. Αλλιώς..... ούτε ήθελε να μπει στην διαδικασία να το αναλύσει.  Μα τι σκέφτονταν όταν τις έβαλε; Δεν ήξερε ότι αυτό το δέντρο δεν άντεχε σε ακραίες συνθήκες; 
Πλησίασε πιο πολύ για να δει τι ζημιά είχε ο φράχτης και τι θα χρειαζόταν για να αποσύρει τα δέντρα και να τον επισκευάσει, όταν κάτι τράβηξε την προσοχή του, εκατό μέτρα πιο πέρα, στην αρχή του μικρού δάσους, που βρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού.  Ένα τζιπ. Όχι από το χωριό, ούτε από το διπλανό. Σε τόσο μικρές κοινωνίες, ξέρεις και τι χρώμα εσώρουχο φοράει ο άλλος, που λέει ο λόγος. Τι του ’χε πει ο Βασίλης; Μεγάλο, μαύρο, με φιμέ τζάμια. Τι δουλειά είχε εδώ πάνω; Να ήταν ο οδηγός ακόμη μέσα στο όχημα; Περίμενε λίγο μήπως δει καμιά κίνηση. Για λίγο δεν φαινόταν πουθενά κανείς, ως που ανάμεσα από τα δέντρα ξεπρόβαλε μια φιγούρα. Από την απόσταση που είχε δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν, αλλά για το αυτοκίνητο δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ήταν ο καινούριος ένοικος του Βασίλη και της Ευρυδίκης.
Και τότε το κινητό ξαναχτύπησε.
Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. 
«Γαμώτο!», το έβγαλε από την τσέπη, κοίταξε την οθόνη, πάτησε το κουμπί και το έβαλε στο αφτί του.
«Έλα και με κοψοχώλισες, πρωί -πρωί! Τι έγινε;»
«Καλημέρα και σε σένα, κύριος. Που είσαι και δεν σηκώνεις τα τηλέφωνα;», ακούστηκε η φωνή από το ακουστικό. 
«Εσύ έπαιρνες και πριν; Οδηγούσα.»
«Δεν είδες την κλίση όταν σταμάτησες να με πάρεις; Έχει περάσει μια ώρα από τότε που πήρα.».
«Στο κτήμα είμαι, ρε Βασίλη. Αν δεις τι γίνεται εδώ...... Ούτε που θυμήθηκα την κλίση.....».
«Μεγάλη ζημιά;».
«Άσε, δεν θες να ξέρεις..... Ρε, συ..... Αυτός ο δικός σου, ο ένοικος.... αυτός δεν έχει ένα μεγάλο μαύρο τζιπ;».
«Ναι, γιατί; Πως σου ’ρθε αυτό τώρα;».
«Είδα το αυτοκίνητο, στις παρυφές του δάσους, πίσω από τον φράχτη και λίγο πριν με ξανά πάρεις, αυτός έβγαινε μέσα από τα δέντρα..... Τι είναι.... κανένας οικολόγος ή κανένας φυσιοδίφης;».
«Τι να σου πω, Τάκη..... Δεν έχω ιδέα.....  Στην ταυτότητά του γράφει, φυσικός, αλλά... πολύ μυστήριος μου φαίνεται.... Άσε που είχα ένα εφιάλτη με την πάρτι του απόψε, αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς έβλεπα....».
«Θες να τον παρακολουθήσω;».
«Όχι, ρε!!! Είσαι καλά; Κι αν είναι επικίνδυνος; Είσαι και μόνος σου εκεί πάνω.... Άσ’ το θα δούμε..... Κάνε τι δουλειές έχεις εκεί και όταν γυρίσεις το συζητάμε, εντάξει; Μην κάνεις καμιά βλακεία...... σε έχω ικανό......».
«Εντάξει, στο υπόσχομαι. Το βράδυ που θα κατέβω, θα περάσω να σε πάρω να πάμε για κανένα ποτό και να τα πούμε. Θα είμαι κάτω πριν τις εννέα.».
«Ωραία! Μέχρι τότε θα έχω τελειώσει κι εγώ με τις εκκρεμότητες που έχω! Έλα, γεια. Τα λέμε!».
«Γεια!».
Ο Τάκης έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε πάλι το μαύρο όχημα. Τώρα είχε πάρει μπροστά και κατευθύνονταν κατά μήκος του μικρού δάσους.
«Που στο καλό πάει; Από ’κει δεν έχει τίποτα. Ο δρόμος τελειώνει στο μικρό νεκροταφείο και από κάτω είναι το ποτάμι.....», σκέφτηκε.
Όταν το τζιπ χάθηκε από το οπτικό του πεδίο, έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και αντίκρισε το χαμό μπροστά του.
«Από που ν’ αρχίσω τώρα;», μονολόγησε. 

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι. β’

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η καταιγίδα κόπασε. Ο αέρας σταμάτησε, αλλά η βροχή συνέχισε να πέφτει, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Κάποια στιγμή αποκαταστάθηκε και το ρεύμα. Ο Βασίλης είχε σηκωθεί κανά δυο ώρες νωρίτερα και είχε πάει στην κουζίνα να ετοιμάσει τα βασικά, για το πρωινό του μοναδικού τους, ένοικου. Τα πιάτα, τα ποτήρια, τις μαρμελάδες, τα σκεύη που θα χρησιμοποιούσε η Ευρυδίκη για να ετοιμάσει την ομελέτα, τα ψωμάκια, τις τηγανίτες, τον καφέ και το τσάι. Οι κινήσεις του ήταν μηχανικές -είχε εκπαιδευτεί πια πολύ καλά- και το μυαλό του απασχολημένο, με τον άνθρωπο που βρίσκονταν στο πρώτο δωμάτιο ανεβαίνοντας τη σκάλα, δεξιά. 
Κάτι δεν του κόλλαγε, με αυτόν. Κάτι που είδε την ώρα που άνοιξε την πόρτα, αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι το είδε. Ήταν σκοτεινά. Ο αέρας τον έσπρωξε πίσω. Το κεφάλι του είχε σκύψει ελαφρά για να προστατεύσει το πρόσωπό του από τη βροχή και μέχρι να ισορροπήσει από την δύναμη που τον τίναξε η πόρτα, ο άντρας είχε ήδη μπει στην είσοδο. Όλη την νύχτα, στο κρεβάτι όμως, όταν έκλεινε τα μάτια του, έβλεπε τον εαυτό του να ανοίγει στον τύπο κι εκείνος να στέκεται ευθυτενής, ατάραχος από την μανία της φύσης, με την ομπρέλα ανοιχτή πάνω από το κεφάλι του, λες και έξω είχε λιακάδα. Μάλλον, ήταν από τα παιχνίδια που παίζει το σκοτάδι, γιατί κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί έτσι, σε τέτοιο καιρό. Αποτέλειωσε την δουλειά του, πήρε τον καφέ του και πήγε στο μεγάλο δωμάτιο για να μαζέψει, τα χαρτιά που άφησε σκόρπια πάνω στο γραφείο του, όταν κόπηκε το ρεύμα. Σε λίγο είχε τόσο απορροφηθεί, που ξέχασε αυτό που τον βασάνιζε. 
Λίγες ώρες μετά, κοντά στο μεσημέρι, εμφανίστηκε η Ευρυδίκη δίπλα του. Έβαλε το χέρι της στον ώμο του, έσκυψε και του ’δωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο.
«Μωρό μου, πως πάει;»
Ο Βασίλης, έγειρε πίσω στο κάθισμα, σήκωσε το κεφάλι του προς τα αριστερά και της χαμογέλασε. Το βλέμμα του ήταν θολό από την αϋπνία.
«Είμαι λίγο κουρασμένος που δεν κοιμήθηκα καλά το βράδυ, αλλά κοντεύω. Εσύ;»
«Εγώ, πρέπει να πεταχτώ μέχρι τη Γιωργία και τον Τάκη. Με πήραν τηλέφωνο και θέλουν να τους κατεβάσω στην πόλη, γιατί το δικό τους αυτοκίνητο είναι στο γκαράζ. Επί της ευκαιρίας, θα κάνω και μερικά ψώνια που θέλω, για μένα.»
«Να πας γλυκιά μου! Εγώ τελειώνω σε λίγο. Θα φάω και θα πάω να ξαπλώσω καμιά ώρα. Τον πελάτη τον είδες καθόλου;»
«Ωωω, μην ανησυχείς γι’ αυτόν. Ήμουν μπροστά, στην ρεσεψιόν όταν έφυγε. Τον ρώτησα αν ήθελε να του ετοιμάσω κάτι για το μεσημέρι και μου είπε ότι δεν θα χρειαστεί, γιατί θα γυρίσει το βράδυ. Οπότε, έχεις όλο τον χρόνο δικό σου, να ξεκουραστείς κι εσύ. Φεύγω, τώρα. Μην ξεχάσεις να φέρεις ξύλα μέσα, ναι;». Τον φίλησε στα χείλη και έφυγε.
 .......
Μπιπ, μπιπ, μπιπ, μπιπ......
Γύρισε πλευρό, αλλά ο ενοχλητικός θόρυβος δεν σταμάτησε. Ξαφνικά πετάχτηκε από το κρεβάτι.
«Ο συναγερμός!», σκέφτηκε.
Βγήκε ξυπόλητος από το δωμάτιο κι έτρεξε στον πίνακα της ρεσεψιόν. Το φωτάκι από το νοικιασμένο δωμάτιο, αναβόσβηνε. Σήκωσε το τηλέφωνο και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ένοικο, αλλά μετά θυμήθηκε ότι έλειπε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξε το κλειδί, ανέβηκε δυο -δυο τα σκαλοπάτια και άνοιξε την πόρτα διάπλατα. 
Έμεινε να κοιτά, χωρίς να καταλαβαίνει. Δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει φωτιά ή κάτι τέτοιο. Μπήκε προσεκτικά μέσα κι άρχισε να ερευνά τον χώρο. Τίποτα. Μέχρι και τα ξύλα από το τζάκι ήταν σβηστά.
«Τι στο καλό;», αναφώνησε. 
«Το συνεργείο συντήρησης.... Μου το ’πε ο υπεύθυνος ότι μπορεί να συμβεί, αν δεν κάνω τον καθιερωμένο έλεγχο στο σύστημα.....», πέρασε η σκέψη από το  μυαλό του και τον καθησύχασε. Ήταν έτοιμος να βγει και να κλείσει την πόρτα, όταν το μάτι του έπεσε πάνω στο μικρό κομό που βρίσκονταν κολλημένο στον τοίχο απέναντι από το παράθυρο, κάτω από τον μεγάλο καθρέφτη. 
Τρεις καθρέφτες, σε σχήμα παραλληλόγραμμου, λίγο πιο μικροί από οθόνη υπολογιστή, ενωμένοι μεταξύ του με άξονες σχηματίζοντας ένα π, -όχι ακριβώς π, αλλά περίπου- ήταν ακουμπισμένοι πάνω στην επιφάνεια του έπιπλου και το φως από το παράθυρο αντανακλούσε πάνω τους, σε όλο το δωμάτιο, δίνοντας την αίσθηση του προβολέα. Πήγε κοντά, έσκυψε και κοίταξε στον καθρέφτη που ήταν μπροστά. Το δεξί και αριστερό του προφίλ εμφανίστηκαν αντίστοιχα στους δύο πλαϊνούς και ξαφνικά ο ήχος από τον συναγερμό, έγινε τσίριγμα. Ένιωσε ένα οξύ πόνο να διαπερνά τα τύμπανα και να κατευθύνεται στο μυαλό του. Τινάχτηκε βίαια πίσω, βάζοντας τα χέρια του στα αφτιά του και έτρεξε έξω από το δωμάτιο. 


Η Ευρυδίκη μαζί με την Γιωργία και τον Τάκη, τον βρήκαν στο μεγάλο δωμάτιο, να κάθεται και να κοιτά το σβησμένο τζάκι. Φόραγε ακόμη τις φόρμες που χρησιμοποιούσε για πιτζάμες και ήταν ξυπόλητος. 
«Βασίλη;! Τι έπαθες;!», η Ευρυδίκη έτρεξε κοντά του, όταν κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. 
Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του, ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του και εστίασε στα μάτια της. 
«Τι έπαθα; Τίποτα δεν έπαθα..... », της είπε και χαμογέλασε.
«Και τι κάνεις εδώ με τις πιτζάμες και ξυπόλητος;».
Κοίταξε κάτω, πρώτα στα ρούχα που φορούσε και ύστερα στα πόδια του. Άρχισε να θυμάται.
Η Ευρυδίκη κάθισε στο πλάι του και πήρε το χέρι του, μέσα στο δικό της. Ο Τάκης και η Γιωργία στέκονταν όρθιοι, άναυδοι από έκπληξη.  Δεν τον είχαν ξανά δει σε τέτοια κατάσταση. Ήταν αρκετά χλωμός, το βλέμμα του ήταν ακόμη, λίγο απλανές και οι κινήσεις του αργές. 
«Κόλλησε ο συναγερμός..... Πήγα..... Μετά το είδα και .......», έσφιξε τα βλέφαρά του και μόνο στη θύμηση του πόνου που ένιωσε, βάζοντας ταυτόχρονα τα χέρια του πάλι αφτιά του. 
«Τι είδες;», τον ρώτησε έντρομη η Ευρυδίκη.
«Τίποτα! Κατέβηκα, έκλεισα τον συναγερμό και ήρθα εδώ να ηρεμίσω λίγο.», είχε ξανά βρει τον εαυτό του. 
«Μπορείς να μου φέρεις ένα χυμό σε παρακαλώ, από την κουζίνα; Νιώθω ακόμη λίγο ζαλισμένος από τον θόρυβο.». 
«Αμέσως!», του είπε κι έκανε νόημα στην Γιωργία να την ακολουθήσει.
Ο Τάκης κάθισε στην πολυθρόνα.
«Δεν σε βλέπω και πολύ καλά......», είπε τελικά.
«Τι καλά να είμαι; Το σοκ που πέρασα, ούτε να το θυμάμαι δεν θέλω, αλλά δεν θέλω να τρομάξω την Ευρυδίκη.»
«Γιατί, τι έγινε;».
Μέχρι να γυρίσουν τα κορίτσια, είχε πει στον κουμπάρο του, επιγραμματικά, για την προηγούμενη νύχτα και για τους καθρέφτες.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Ψάχνοντας στο σκοτάδι.

Ο Βασίλης Γρηγορίου ήταν ένας άντρας, που είχε ήδη πατήσει τα σαράντα.  Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός, φρόντιζε, όμως, να κρατά το σώμα του σε καλή φυσική κατάσταση. Τα καστανά μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους, αλλά αυτό του έδινε ένα πιο σοφιστικέ ύφος. Γύρω από τα μεγάλα μαύρα του μάτια, υπήρχαν μερικές ρυτίδες, αλλά αυτές τις είχε πάντα, επειδή χαμογελούσε συχνά. Δεν είχε πρόβλημα που μεγάλωνε. Του άρεσε η εναλλαγή των χρόνων και τα σημάδια που άφηναν. 
«Γίνεσαι σοφότερος, μεγαλώνοντας!», συνήθιζε να λέει. 
Με τη γυναίκα του,  είχαν μεγαλώσει μαζί. Παντρεμένοι -είχε ξεχάσει από πότε- η αγάπη τους ήταν βαθιά και δυνατή. Δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, αλλά δεν απογοητεύονταν. Είχαν βαθιά πίστη στο Θεό και έλπιζαν οι προσπάθειες που έκαναν, κάποτε θα ευοδώνονταν. Η Ευρυδίκη ήταν συνομήλική του, καστανή, με κανονικό ύψος κι ένα πρόσωπο, γεμάτο γλύκα και καλοσύνη. Οι δύο τους, έκαναν ένα όμορφο ζευγάρι, με ένα καλό γάμο, που ζήλευαν, καλοπροαίρετα, όλοι στο χωριό. 
 Μαζί έστησαν την μικρή τους επιχείρηση, πριν μερικά χρόνια, με πολύ κόπο. Ένα μικρό ξενώνα που μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι και τέσσερις οικογένειες. Τα καλοκαίρια ήταν γεμάτοι και το χειμώνα πάντα βρίσκονταν κάποιος περιπλανώμενος να γεμίσει ένα από τα άδεια δωμάτια. Δεν ήταν τα εισοδήματά τους μεγάλα, αλλά, μην έχοντας άλλες υποχρεώσεις, ήταν αρκετά για να ζουν μια ήσυχη κι ευτυχισμένη ζωή. Όλα αυτά, ως τον περασμένο Φεβρουάριο.
Η κράτηση για το δωμάτιο, είχε γίνει μια εβδομάδα νωρίτερα. Ο άνθρωπος που την έκανε δεν άφησε πολλά στοιχεία, παρά μόνο το όνομά του. Ευδόκιμος Σεραφείμ. Συνήθως, ζήταγαν λίγα περισσότερα, για να είναι κατοχυρωμένοι, όπως μια διεύθυνση ή έστω ένα τηλέφωνο, αλλά ο τύπος ήταν κατηγορηματικός. Περισσότερα στοιχεία, όταν θα ανέβαινε στο χωριό. Στην αρχή τους φάνηκε παράξενο, αλλά είχαν συναναστραφεί αρκετές φορές με περίεργους πελάτες και δεν έδωσαν συνέχεια. Εξάλλου ήταν εκτός σεζόν. Ένας πελάτης μέσα στο καταχείμωνο ήταν πάντα ευπρόσδεκτος. 
Η Ευρυδίκη ετοίμασε το δωμάτιο. Έστρωσε τα σεντόνια, έβαλε τα μαξιλάρια και το μεγάλο πάπλωμα, που ήταν φτιαγμένο από μαλλί, ξεσκόνισε, σκούπισε, σφουγγάρισε, καθάρισε το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην χιονισμένη πλευρά του βουνού και έστειλε τον Βασίλη να της φέρει τα ξύλα για το τζάκι. Ο χώρος είχε κεντρική θέρμανση, αλλά το τζάκι πρόσθετε γοητεία. Πολλοί ήταν αυτοί που το χρησιμοποιούσαν για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα.  Μόλις τέλειωσε, βγήκε, έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε.
Το βράδυ εκείνο έκαναν ότι συνήθιζαν να κάνουν τα τελευταία χρόνια. Άναψαν το μεγάλο τζάκι, εκείνος κάθισε στο γραφείο του για να ασχοληθεί με τα λογιστικά της επιχείρησης κι εκείνη πήρε το αγαπημένο της βιβλίο, κάθισε στον καναπέ, έβαλε τα πόδια της επάνω, τράβηξε την κουβέρτα, τα σκέπασε κι αφοσιώθηκε στην ιστορία. Κανείς από τους δύο δεν κατάλαβε ότι έξω άρχισε να μαίνεται η καταιγίδα, μέχρι τη στιγμή που κόπηκε το ηλεκτρικό. 
Το χτύπημα στην πόρτα τους ξάφνιασε ακόμη περισσότερο. Δεν περίμεναν κανένα τέτοια ώρα. Ο Βασίλης είχε ήδη ανάψει δύο κεριά και το ένα το έδωσε στην Ευρυδίκη. 
«Πάω εγώ να δω ποιος είναι. Εσύ άναψε εκείνα που είναι πάνω στο τζάκι.», της είπε και χάθηκε στο σκοτεινό διάδρομο που οδηγούσε στην άλλη πλευρά του σπιτιού και στους ξενώνες. 
Έβαλε το χέρι του να ανοίξει την πόρτα και η μανία της βροχής μαζί με τον αέρα την έσπρωξαν τόσο βίαια, που τον ανάγκασαν να κάνει δύο βήματα πίσω, μουσκεύοντάς τον. Εκεί στην είσοδο, ευθυτενής, στέκονταν ένας τύπος, με μαύρο κοστούμι και ομπρέλα.
«Ήρθα νωρίτερα, είμαι ο Σεραφείμ.», φώναζε για να ακουστεί.
«Ελάτε μέσα. Γρήγορα.....».
 Ο Βασίλης έκλεισε την πόρτα και πάσχιζε να ανάψει το κερί που είχε σβήσει. Όταν τα κατάφερε οδήγησε τον πελάτη στην ρεσεψιόν. 
«Προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί σας, αλλά το τηλέφωνο..... μάλλον από την καταιγίδα.... δεν είχε σήμα....», είπε ο Ευδόκιμος.
«Δεν σας περιμέναμε πριν από αύριο το απόγευμα, αλλά δεν πειράζει. Το δωμάτιό σας είναι έτοιμο. Ένα λεπτό μόνο να σημειώσω τα στοιχεία σας», έβγαλε ο Βασίλης το μεγάλο βιβλίο των κρατήσεων για να γράψει εκεί, αφού ο υπολογιστής ήταν αδύνατο να δουλέψει.
«Την ταυτότητά σας, παρακαλώ.».
Αφού σημείωσε ότι ήταν απαραίτητο, πήρε την μικρή βαλίτσα που είχε μαζί του ο Ευδόκιμος και τον οδήγησε στο δωμάτιο. Άναψε το τζάκι,  τα κεριά που ήταν επάνω στο γείσο του τζακιού, του είπε ότι το πρωινό θα είναι έτοιμο την επομένη στις επτάμισι, αν χρειάζονταν κάτι μπορούσε να τους ειδοποιήσει με το εσωτερικό τηλέφωνο και έφυγε καληνυχτίζοντάς τον.


Η Ευρυδίκη βρίσκονταν ακόμη στο μεγάλο δωμάτιο. Δεν ήταν στον καναπέ. Είχε μεταφερθεί στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι,  να μπορεί να βλέπει για να διαβάζει. Όταν άκουσε τα γνώριμα βήματα του άντρα της να πλησιάζουν, σήκωσε το κεφάλι της και του χαμογέλασε. 
«Ποιος ήταν αγάπη μου;».
«Ο πελάτης......», της απάντησε σκεφτικός.
«Πως έτσι;».
«Δεν ξέρω.... Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται κάποιος νωρίτερα.... αλλά....», κάθισε στην άλλη πολυθρόνα, απέναντί της.
«Τι σε προβληματίζει;».
«Τίποτα. Ίσα ίσα, που είναι ευπαρουσίαστος, όχι πάνω από πενήντα...... αλλά να..... κάτι δεν μου άρεσε....  Βέβαια, μέσα στα σκοτάδια...... δεν μπορείς να δεις τον άλλο καθαρά..... αλλά πάλι..... τι να σου πω; Ένστικτο;».
«Η ιδέα σου θα είναι. Σου είπε τι δουλειά κάνει;».
«Όχι, αλλά ξέρεις, έχει εκείνη την ταυτότητα.... την παλιά, που έγραφε πίσω και τι επάγγελμα κάνεις; Τη θυμάσαι;».
Φυσικά και θυμόταν. Η δική της, τότε σε εκείνη τη θέση έγραφε: χειρίστρια Η/Υ. Πολύ της είχε λείψει η παλιά της ταυτότητα. 
«Θυμάμαι, αλλά θα μου πεις ή θα με σκάσεις;».
«Έγραφε.... Φυσικός.».
«Ε.... και που είναι το κακό δηλαδή; Δεν καταλαβαίνω!».
«Ούτε κι εγώ, ρε γυναίκα..... ούτε κι εγώ......».