Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Προδοσία

Μια στιγμή αδυναμίας, αλλά όσο το σκεφτόταν τόσο πιο ένοχη ένιωθε. «Αδυναμία», να μια λέξη που μόνο δικαιολογία μπορεί να είναι και όχι, «αναλαμβάνω την ευθύνη, για αυτό που έκανα». Και μετά έρχονται οι ενοχές να την βασανίζουν, γιατί η συνείδηση είχε αφυπνιστεί. Που ήταν η συνείδηση εκείνη την ώρα; Που διάολο είχε κρυφτεί και την άφησε, να γίνει έρμαιο, στην αγκαλιά ενός άλλου;
Δεν έφταιγε το κρασί, άλλωστε, ένα ποτηράκι είχε πιει μόνο. Ήταν η αίσθηση ότι είναι ακόμη επιθυμητή. Ότι, έστω και αν πέρασαν μερικά χρόνια, δεν είχε ξεθωριάσει, δεν είχε γίνει άχρωμη και μουντή.  Αυτός ο φόβος είχε φωλιάσει στην ψυχή της και δεν έλεγε να φύγει. Ήταν ήδη σαράντα πέντε, σε λίγα χρόνια θα γινόταν πενήντα. Η ιδέα των χρόνων που πέρναγαν την τρόμαζε.  Το σώμα της είχε αλλάξει. Δεν είχε ιδιαίτερα ρυτίδες στο πρόσωπο, αλλά εκείνη τις ένοιωθε σαν χαρακιές, εκεί και στο λαιμό της.
Ο άντρας της δεν έδινε και πολύ σημασία στις ανησυχίες της. Εκείνος είχε περάσει προ πολλού τα πενήντα, αλλά δεν τον πείραζε. Υπήρχαν αρκετά στοιχεία που μαρτυρούσαν ότι στα νιάτα του ήταν όμορφος. Η κορμοστασιά του δεν είχε λυγίσει, τα μάτια του είχαν κρατήσει τη ζωηράδα και τη σπιρτάδα των νεανικών του χρόνων και τα μαλλιά του, πυκνά και ίσια, απλά, είχαν γκριζάρει στους κροτάφους. Ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στη δουλειά και την οικογένειά του. Προβλέψιμος, τρυφερός, συνηθισμένος. Αυτό ήταν το πρόβλημα, που εκείνη νόμιζε, ότι υπήρχε. Είχε χαθεί το πάθος. Αυτό, που τους κράταγε ξάγρυπνους, μέχρι το πρώτο φως της ημέρας. 
Και η ρουτίνα, τους είχε γίνει τρόπος ζωής, μέχρι την μέρα που ο Άγγελος βρέθηκε στο δρόμος της. Δεν του είχε δώσει καμία σημασία. Αφενός γιατί ήταν μικρότερός της και αφετέρου γιατί η συνεργασία τους θα κράταγε μόνο μερικές μέρες. Ένας ακόμη άνθρωπος που θα πέρναγε για λίγο από τη ζωή της, λόγω δουλειάς και μετά θα χάνονταν όπως όλοι οι άλλοι. Ένα σπίτι θα του έβρισκε, εκείνος θα το αγόραζε και μετά τέλος, αλλά δεν έμελλε να γίνει ποτέ με αυτό τον τρόπο.
Γιατί; Γιατί είχε ανάγκη να ακούσει αυτά, που ένας ξένος θα της έλεγε και είχε ξεχάσει, να τα λέει ο άντρας της. Λόγια που κολακεύουν μια γυναίκα, σε όποια ηλικία και αν βρίσκεται. Αλλά το κακό δεν ήταν αυτό, το κακό ήταν που ενέδωσε, έστω και αν ήξερε ότι όλα ήταν εφήμερα. Λέξεις που σκόρπισαν στον αέρα και έγιναν πράξεις, για λίγο.  Μόνο και μόνο για να τονώσουν τον εγωισμό της και την ματαιοδοξία της. 
Από την αρχή ήταν καταδικασμένη σχέση, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει σχέση. Δεν είχε τίποτα εκτός από πάθος, αυτό το συγκεκριμένο, που σβήνει στις αμέσως επόμενες στιγμές, γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο πιο κάτω. Δεν χρειάζεται ούτως ή άλλως. Είναι εκείνη η στιγμή, σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει και μετά εκρήγνυται. Ο αέρας χάνεται και τα κομμάτια από το πλαστικό σκορπούν εδώ και εκεί. Μετά τα μαζεύεις και τα πετάς. Ναι, αυτό κάνεις, γιατί έχεις ήδη μια ζωή, δεν αντέχεις να φτιάξεις και μια δεύτερη. 
Δεν το είχε ξανακάνει. Δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη για κάτι τέτοιο. Γιατί τώρα; Πως θα έβγαινε από τον κυκεώνα που έφτιαξε; Να του το πει; Και μετά; Συνεχίζουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα και το αγκάθι μένει για μια ζωή ή τα παρατάει όλα και φεύγει, γιατί δεν ήταν ικανή να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Και έστω, ότι γίνεται το δεύτερο. Που θα πήγαινε; Δεν ήξερε τίποτα άλλο από το να είναι σύζυγος. Μια σύζυγος που αγαπούσε τον άντρα της, αλλά τον πρόδωσε με τον χειρότερο τρόπο. Και άξιζε να τον πληγώσει τόσο πολύ; Εκείνος της ήταν πάντα πιστός. Ήξερε το πρόγραμμά του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Από το πρωί που θα ξύπναγε, μέχρι το βράδυ που θα πήγαινε για ύπνο.
Και εκείνος το ίδιο από την μεριά του, για εκείνη. Το ότι κατάφερε και ξεγλίστρησε ήταν εύκολο. Όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, πιστεύεις τα πάντα και την πίστεψε. Ας είχε, τουλάχιστον, υποψιαστεί κάτι. Ίσως, να μην έφτανε στο σημείο να υποκύψει. Πάλι δικαιολογίες. Να πιαστεί, για του ρίξει το μπαλάκι, αλλά δεν ήταν σωστό. Ήταν όλο δικό της το μερίδιο ευθύνης και έπρεπε να αντιμετωπίσει και να δεχθεί τις συνέπειες, όποιες και αν ήταν αυτές. Απόψε θα του το έλεγε.
Αλλά δεν το έκανε ούτε εκείνη ούτε καμία άλλη μέρα. Ο χρόνος σιγά σιγά το ξεθώριασε, μέχρι που έμεινε μόνο, μια θολή ανάμνηση, στο πίσω μέρος του μυαλού της.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Στο Μπαρ

Άνοιξε και μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και βρέθηκε σε ένα χώρο κακοφωτισμένο και γεμάτο καπνό.  Η ορχήστρα στο βάθος έπαιζε ένα κομμάτι, που έκανε τους θαμώνες να βαριούνται ακόμη περισσότερο,  από όσο ίσως θα ’πρεπε. Δεν γύρισε κανείς το κεφάλι του να κοιτάξει ποιος ήταν ο νεοφερμένος. Άλλοι χάζευαν τον σαξοφωνίστα που προσπαθούσε να παίξει, μέσα από τους καπνούς, άλλοι το ζευγάρι που χόρευε, λες και δεν υπήρχε κανείς γύρω και άλλοι είχαν βουτήξει το κεφάλι μέσα στο ποτό για να πνίξουν τα βάσανά τους. 
Το τελευταίο, ήταν αυτό, που αποζητούσε ο Ιάσωνας να κάνει. Τράβηξε προς το μπαρ και κάθισε σε μια καρέκλα στη γωνία του, δίπλα στον τοίχο. Το φως εκεί ήταν ελάχιστο και αυτό τον βόλευε. Δεν ήθελε να βρίσκεται σε κοινή θέα. Δεν ήθελε να τον δει κανείς να πίνει. Ο μπάρμαν τον πλησίασε, τον ρώτησε τι θα πάρει και τον σέρβιρε αμέσως. Λες και ήξερε ότι δεν ήθελε πολλά πολλά. Άλλωστε, αυτός δεν είναι ο σωστός μπάρμαν; Αυτός που ξέρει πότε ένας πελάτης θέλει κουβέντα ή όχι. 
Το ’πιε μονορούφι. Το κάψιμο που ένιωσε στο λαιμό, του έφερε βήχα, αλλά δεν τον ένοιαξε. Ζήτησε και δεύτερο και το ’πιε και αυτό αμέσως. Στο τρίτο έβαλε φρένο. Άρχισε ήδη να τον ζαλίζει. Δεν ήταν μαθημένος να πίνει. Κανένα κρασάκι που και που με καμιά παρέα σε ταβερνάκια ή κανένα ποτό σε κάποιο κλαμπάκι με την Ιουλία. Την Ιουλία που ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά και την παντρεύτηκε, γιατί ήταν η μόνη γυναίκα που τον έκανε να νιώσει τι θα πει αγάπη. Την Ιουλία που τον αγαπούσε και ήταν σίγουρος για αυτό. Αλλά και εκείνος την αγαπούσε. Στην πραγματικότητα τη λάτρευε.
Λάτρευε τον τρόπο που τον κοίταζε όταν ήταν θυμωμένη μαζί του,  που τον αγκάλιαζε,  που περπάταγε, που χόρευε, που γέλαγε..... και ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι όλα αυτά χάθηκαν. Έτσι απλά, ένα μεσημέρι, που ένιωσε αδιαθεσία. Την πήγε άρον άρον στο νοσοκομείο και μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις, εκείνη προσπαθούσε να τον καθησυχάσει, ότι δεν ήταν τίποτα. Το ένστικτό του, όμως, δεν τον άφηνε να την πιστέψει.
Όταν βγήκαν, τον κάλεσε ο γιατρός ιδιαιτέρως για να του πει τα νέα. Προχωρημένο στάδιο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, λίγες μέρες, δεν ξέρουμε πόσες..... Επιθετική μορφή, δυστυχώς.......  Πρέπει να μείνει μέσα......
Έχασε το κόσμο κάτω από τα πόδια του. Πως; Γιατί; Πότε; Ούτε ένα σημάδι τόσο καιρό; Κάτι; Ερωτήσεις που δεν θα απαντηθούν ποτέ. Δεν έχει σημασία πια. Τις επόμενες μέρες έσβησε σαν κεράκι. Μια φλόγα που τρεμόπαιξε και η πνοή της βγήκε κρατώντας την στην αγκαλιά του.......




Υ.Γ. Συγγνώμη για το μελαγχολικό περιεχόμενο, αλλά σήμερα  έφυγε ένα παλληκάρι 37 χρονών. Ένιωσε αδιαθεσία την Παρασκευή, τον πήγαν στο νοσοκομείο και η διάγνωση ήταν  λευχαιμία. Μέσα σε τρεις μέρες χάθηκε. Δεν τον γνώριζα προσωπικά, τον γνωρίζουν όμως πολλά άτομα ανάμεσά τους και ο συμβίος μου. Το πέρασα και εγώ πριν εφτά χρόνια.... στις 6 Νοεμβρίου θα γίνουν οκτώ...... Τους το αφιερώνω, λοιπόν.....
Στον Γιάννη και τον Σάββα. Ας είναι καλά εκεί πάνω που βρίσκονται και εμείς εδώ, δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ!!!!!

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Αγανάκτησα!

Διαβάζω από το πρωί μέσα στα blogs, διάφορα, όπως κάθε φορά, αλλά σήμερα ή εγώ δεν είμαι καλά ή όντως έχουμε ξεφύγει τελείως. Θα μου πείτε, τώρα το κατάλαβες; Όχι. Χρόνια τώρα, συμβαίνουν πράγματα, που τα δεχόμαστε και δεν μιλάμε καθόλου. Δεν μας νοιάζει, κουραστήκαμε ή η αδιαφορία είναι καλύτερη από το να νοιαζόμαστε; 
Αυτό που πραγματικά με ενόχλησε είναι που είμαστε παθητικοί αποδέκτες των γεγονότων. Δεν κάνουμε τίποτα. Έχουμε σταυρώσει τα χέρια και ασχολούμαστε με όλα τα άσχετα πράγματα. Μας πήραν τα σώβρακα και εμείς πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας που είμαστε ξεβράκωτοι....... Θα μου πείτε πως καλά είναι, γιατί παίρνει ο απαυτός μας αέρα, αλλά έρχεται χειμώνας και εύχομαι να μην είναι πολύ βαρύς, γιατί την κάτσαμε τη βάρκα. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω και εγώ δεν αντιστάθηκα και εγώ αδιαφόρησα, αλλά εμένα άρχισε όλο αυτό και με πνίγει. Νιώθω τη θηλειά στο λαιμό να σφίγγει και τον αέρα να μην φτάνει στα πνευμόνια μου. 
Δεν νιώθω ελεύθερη, να αναπνεύσω, να μιλήσω, ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΞΩ!!!!
ΦΤΑΝΕΙ ΡΕ!!!!! ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ, ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΑΝ ΣΚΑΡΤΟΙ, ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΔΑΦΙΚΗ ΜΑΣ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ, ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ!!!!! ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ ΤΕΛΙΚΑ;;;;;;;

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Μια Περιπέτεια.

Γεια σας!
Αυτό εδώ είναι το blog της θείας μου, αν και δεν ξέρω τι θα πει αυτή η λέξη ακόμη. Κι άλλες λεξούλες δεν ξέρω, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.... Σήμερα θέλω να σας πω, για την περιπέτεια του Σαββάτου.  
Κάθε εβδομάδα ερχόμαστε με τη μαμά και τον μπαμπά από την  Κεραμωτή στη Δράμα, για να δούμε τη γιαγιά και τον παππού και εγώ φαντάστηκα ότι και αυτή η φορά, θα είναι σαν όλες τις άλλες, αλλά δεν ήταν. Που να ήξερα η καψερή!
Ξύπνησα το πρωί του Σαββάτου και η μαμά με άλλαξε και με τάισε και ήταν όλο χαμόγελα και τραγουδάκια και ο μπαμπάς το ίδιο και η γιαγιά και ο παππούς και ήταν και άλλοι πολλοί στο σπίτι που έμπαιναν έβγαιναν και χαμογέλαγαν και όλο και κάτι σπόντες μου πέταγαν, αλλά εγώ δεν καταλάβαινα. Κάτι για μπάνιο μου έλεγαν και τι καλά που θα είναι και τι όμορφη θα είμαι και όλο τέτοια.....
Με έντυσε η μαμά με ένα πολύ φανταχτερό φόρεμα, με έβαλε στο αυτοκίνητο και πήγαμε στην εκκλησία. Είχα πάει και άλλη φορά, αλλά εκείνη την ημέρα ήταν πολύ όμορφα στολισμένη και είχε και πολύ κόσμο με τα καλά του, που άλλους τους γνώριζα και άλλους όχι, αλλά εκείνοι με ήξεραν..... Καλά γίνεται αυτό;
Μετά με πήρε μια θεία αγκαλιά και ένας κύριος με ψηλό καπέλο και γένια κάτι διάβαζε και εγώ ήμουν πολύ ανήσυχη, γιατί δεν ήξερα τι έλεγε ο κυριούλης και γιατί η μαμά μου δεν με είχε στα χέρια της και με έδωσε στη θεία και όλο ερχόταν ο μπαμπάς μου να με καθησυχάσει, αλλά εγώ δεν ήθελα. Ευτυχώς, λίγη ώρα μετά με δώσανε στη μαμά μου, αλλά εκείνη έκανε τα πράγματα χειρότερα. Αντί να με κανακέψει, ξέρετε τι έκανε; Με έγδυσε!!!! Ναι, ναι μπροστά σε όλο εκείνο τον ξένο κόσμο και εγώ έκλαιγα γιατί ντρεπόμουν και όλοι οι άλλοι έδειχναν ευτυχισμένοι. Και αυτή η σκασμένη η θεία που έχει το blog, όλο βίντεο με τράβαγε και όλο φωτογραφίες. Δεν θα μεγαλώσω; Θα της δείξω εγώ!!!!! 
Ξαφνικά, που λέτε με δίνουν σε εκείνον το κυριούλη με την μακριά γενειάδα και η θεία που με κράταγε με άλειψε λάδι. Από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Εκεί να δείτε κλάμα!!!!! Αλλά το περισσότερο το έριξα όταν με βούτηξε ο κυριούλης μέσα σε εκείνη την μπανιέρα, που ήταν μικρή και περίεργη. Χάλασα τον κόσμο από τις φωνές μου, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να πιω αρκετό νερό, μπλιάχ!!!!! Επιτέλους, κάποια στιγμή, αφού με ξαναντύσανε, με πολύ πιο όμορφα ρουχάκια από πριν, με πήρε η μανούλα αγκαλιά, η οποία μου είχε λείψει πάρα πολύ, μπορώ να σας πω και πήγαμε σε μια ταβέρνα να φάμε, αλλά εγώ δεν ήθελα να φάω κάτι άλλο εκτός από ψωμί, που μου άρεσε πάρα πολύ και το έφαγα όλο. Αλήθεια σας το λέω!!!
Ξέρετε τι πρόσεξα από εκείνη την ημέρα και μετά; Δεν με ξαναφωνάξανε μπέμπα. Περίεργο....... γιατί εγώ νόμιζα ότι έτσι με έλεγαν. Πάντως τώρα, με φωνάζουν όλοι ΘΕΟΦΙΛΙΑ και ο παππούς μου χαίρετε πάρα πολύ, γιατί έχω το δικό του το όνομα! Να σας πω την αλήθεια και εγώ είμαι πολύ χαρούμενη που έχω το όνομά του!!!!!!

Υ.Γ. Να λύσω μια παρεξήγηση που έγινε. Νονά δεν έγινα εγώ αλλά μια άλλη κυρία. Εγώ έκανα τη δουλειά του φωτογράφου..... Το καταδιασκέδασα πάντως οφείλω να ομολογίσω!!!!

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Πουθενά...

Μια βαλίτσα όλη και όλη. Μέσα της μάζεψε δυο τρία ρούχα, τα κομμάτια της και ανέβηκε στο λεωφορείο με προορισμό το πουθενά. Αυτό που ήταν καλύτερο από το κάπου και ειδικά το εκεί. Γιατί εκεί, δεν υπήρχε τίποτα πια για αυτή. Όλα όσα έζησε εκεί, δεν ήταν τίποτε άλλο από παλάτια χτισμένα σε σαθρό έδαφος. 
Δεν έκλαψε. Ήξερε ότι ήταν μάταιο. Έπρεπε να σηκώσει το κεφάλι και να αντιμετωπίσει την αλήθεια, όσο και αν  πόναγε. Δεν μένεις ποτέ εκεί που δεν σε αγαπούν και δεν σε θέλουν. Μα τόσο τυφλή ήταν ή οι ερμηνείες ήταν τέτοιες που άξιζαν Όσκαρ; Καμία σχέση δεν θεωρείται δεδομένη και το σίγουρο είναι ότι παλεύεις μια ζωή για να την κρατήσεις. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για το μέλλον. Αλλά τουλάχιστον υπάρχει βάση. Την χτίζεις  τούβλο τούβλο, σε έδαφος γερό, όχι στην άμμο. Και κάτω από τη δική της υπήρχε διάβρωση και σαπίλα, τόσο καλά καμουφλαρισμένη που στην αρχή δεν φαινόταν τίποτα, μέχρι που ξεκίνησε η πρώτη ρωγμή. Στην αρχή μικρή, που κατέληξε να γίνει μια αβυσσαλέα χαράδρα έτοιμη να την καταπιεί.  Την τελευταία στιγμή, το ένστικτο της επιβίωσης της φώναξε: «Όχι!!!! Μην χαθείς!!! Φύγε και μην κοιτάξεις πίσω!!! Πρέπει να συνεχίσεις, με ότι σου έμεινε!!!! Τουλάχιστον έχεις την αξιοπρέπειά σου!!!!».

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Απελευθέρωση.

Κάθε φορά που με παίρνεις τηλέφωνο και βλέπω το νούμερό σου αναρτημένο στην οθόνη, σε μισώ ακόμα περισσότερο. Ναι σε μισώ, γιατί δεν με αφήνεις ήσυχη. 
Βρήκα τον τρόπο να απαγκιστρωθώ από πάνω σου και σου κακοφάνηκε. Δεν σου άρεσε που θέλησα να ζήσω ελεύθερη ούτε που θέλησα να έχω δική μου βούληση για ότι με αφορούσε. Ήθελες σε μένα επάνω να δείξεις πόσο άντρας είσαι. Να είσαι το κέντρο του κόσμου μου και εγώ η ηλίθια, για κάμποσο καιρό, αυτό πίστευα.
Δεν είχα μάτια για κανένα άλλο άνθρωπο, ακόμα ακόμα ούτε και για τους δικούς μου. Φρόντισες να με κλειδώσεις συναισθηματικά και να νομίζω ότι μόνο εσύ θέλεις το καλό μου. Άβουλη με ήθελες και το ’χες καταφέρει, αλλά δεν ήσουν σίγουρος για πόσο καιρό θα άντεχα. Για καλή σου τύχη άντεξα, ως τώρα......
Γιατί Τώρα ξύπνησα από το λήθαργο. Η ζωή ανήκει μόνο σε μένα και δεν έχεις πια κανένα δικαίωμα επάνω μου. Θα αλλάξω πάλι νούμερο στο κινητό και για αρκετό καιρό θα με αφήσεις ήσυχη, μέχρι να με ξαναεντοπίσεις, αλλά δεν με νοιάζει πια, γιατί δεν σε φοβάμαι. Έπαψα να το κάνω και ξέρεις τι συνειδητοποίησα; Ότι είσαι ένα τίποτα. Ένα τίποτα με υπέρμετρο εγωισμό, που δεν τολμά να τα βάλει με κάποιον όμοιό του, αλλά με κάποιον πιο αδύναμο.
Και το πιο ωραίο το ξέρεις; Είμαι δυνατή και δεν μπορείς πια να τα βάλεις μαζί μου..... λυπάμαι!!!!!! 




Υ.Γ. Χθες το μεσημέρι είχε το «Σοκολά» και η ιδέα ήρθε από εκείνη την ηρωίδα, που ο άντρας της είχε το καφενείο του χωριού και την καταπίεζε. Αυτό που μου έμεινε σε αυτή τη σκηνή ήταν, που η συγκεκριμένη γυναίκα είπε για αυτόν τον άντρα, ότι θα μπορούσε να γίνει και κυρίαρχος του κόσμου αν ήθελε, ενώ κάτι τέτοιο στην ουσία, δεν ίσχυε. Αυτή τον φοβόταν, γιατί εκείνος έτσι ήθελε........